Οι πρόσφατες καταδικαστικές αποφάσεις για τον πρώην δήμαρχο Θεσσαλονίκης Βασίλη Παπαγεωργόπουλο αλλά και τον πρώην υπουργό Αμυνας Ακη Τσοχατζόπουλο, έχουν ανοίξει μεγάλη συζήτηση στα ΜΜΕ για τη Δικαιοσύνη και τον τρόπο που αντιμετωπίζει πλέον τις υποθέσεις μαύρου χρήματος και διαφθοράς.
Σε μεγάλο βαθμό γίνεται η προσπάθεια, με σχετικά άρθρα δικαστών, νομικών και εισαγγελέων, να πειστούμε ότι η Δικαιοσύνη “επέστρεψε”. Χαρακτηριστικό ήταν το πρωτοσέλιδο των Νέων το Σαββατοκύριακο (9-10 Μαρτίου) με τίτλο “Μήνυμα από τους δικαστές: Τα ψέματα τελείωσαν”, ενώ σε άρθρο στις εσωτερικές σελίδες, δικαστές έλεγαν πως “Πριν από λίγα χρόνια, σπάνια έφταναν στην Εισαγγελία και στα ανακριτικά γραφεία υποθέσεις με πολιτικά πρόσωπα. Εμείς στέλναμε τους φακέλους στη Βουλή, αλλά δεν κινούνταν διαδικασίες. Τώρα πια, όμως, ακόμα κι αν η Βουλή... αρχειοθετήσει λόγω παραγραφής μια πράξη πρώην υπουργού αλλά η Δικαιοσύνη βρει ροή μαύρου χρήματος, επεμβαίνει αυτοτελώς”.
Ετσι, οι καταδίκες της ισόβιας κάθειρξης στον Παπαγεωργόπουλο και τους συνεργάτες του για υπεξαίρεση εκατομμυρίων ευρώ από τα ταμεία του δήμου Θεσσαλονίκης και των οχτώ χρόνων χωρίς αναστολή στον Τσοχατζόπουλο για ανακριβές πόθεν έσχες -με την υπόθεση για τις μίζες από τα εξοπλιστικά προγράμματα του υπουργείου να εκκρεμεί σε βάρος του τελευταίου και των συνεργατών του- παρουσιάζονται σαν μια θετική στροφή της δικαιοσύνης που όχι μόνο δεν αφήνει ατιμώρητα αυτά τα εγκλήματα αλλά και επιβάλλει τη μεγαλύτερη δυνατή ποινή στους εμπλεκόμενους.
Το δεύτερο σκέλος της συλλογιστικής όσων χαιρετίζουν αυτή τη “στροφή” της δικαιοσύνης, που δεν λαμβάνει πλέον υπόψη ούτε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου πολιτικού βίου, είναι ότι έτσι πατάσσεται το οικονομικό έγκλημα. Με άλλα λόγια, όσο αυστηρότερη είναι η ποινή, τόσο περισσότερο οι επίδοξοι μιμητές του κάθε Παπαγεωργόπουλου και Τσοχατζόπουλου το ξανασκέφτονται.
Φυσικά, το ότι η δικαιοσύνη ξαφνικά άλλαξε ρότα και πλέον είναι “αμείλικτη” με αδικήματα διαφθοράς και διαπλοκής, είναι τεράστιο ψέμα. Ολοι θυμόμαστε ποια ήταν η πρώτη αντίδραση της Δικαιοσύνης όταν ο δημοσιογράφος Κ. Βαξεβάνης δημοσιοποίησε τη “Λίστα Λαγκάρντ”. Αντί να ψάξουν τους ενόχους του σκανδάλου, προσπάθησαν να καταδικάσουν το δημοσιογράφο που το αποκάλυψε, δείχνοντας ξεκάθαρα σε ποιανού το πλευρό βρίσκονται εισαγγελείς και δικαστές. Αν δεν ήταν το τεράστιο κύμα αλληλεγγύης προς το Βαξεβάνη, η απόφαση του δικαστηρίου μόνο αθωωτική δε θα ήταν.
Οσο για την “αμεροληψία” της δικαιοσύνης που πλέον πατά πάνω στα στοιχεία και δικάζει με αυστηρότητα σύμφωνα με τους νόμους, αυτό φάνηκε καθαρά πόσο ψέμα είναι στην πρόσφατη δίκη του βουλευτή της Χρυσής Αυγής Η. Κασιδιάρη. Ακόμα και αυτόπτη μάρτυρα της επίθεσης στο Πολυτεχνείο που είχε κρατήσει την πινακίδα του αυτοκινήτου του Κασιδιάρη δεν έλαβαν υπόψη τους εισαγγελέας και δικαστές προκειμένου να αθωώσουν τον νεοναζί.
Ούτε πρόκειται η αυστηροποίηση των ποινών να σταματήσει τέτοιου είδους σκάνδαλα. Σε άρθρο στην Αυγή (10 Μάρτη), η Κλειώ Παπαντολέων, δικηγόρος, γενική γραμματέας της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου θυμίζει για παράδειγμα ότι ο νόμος Ν.1608 με τον οποίο καταδικάστηκε η ομάδα Παπαγεωργόπουλου “εφαρμόζεται επί 63 έτη και έχει αποτύχει παταγωδώς. Ολα αυτά τα χρόνια, το οικονομικό έγκλημα σε βάρος του δημοσίου άνθησε. Ας μην ξεχνάμε ότι λίγα χρόνια πριν, σε ισόβια, με τον ίδιο νόμο, καταδικάστηκαν και οι πρυτανικές αρχές του Παντείου, και αυτό δεν φάνηκε να σταματάει τον Παπαγεωργόπουλο και την ομάδα του”. Οταν η μεγαλύτερη ληστεία όλων των εποχών, αυτή των μνημονίων σε βάρος των φτωχών, συνεχίζει να είναι νόμιμη, Παπαγεωργόπουλοι και Τσοχατζόπουλοι θα ξεπηδούν συνέχεια.
Ξέπλυμα
Η πραγματικότητα είναι ότι οι συγκεκριμένες υποθέσεις προσφέρουν μια πρώτης τάξης ευκαιρία για την αστική δικαιοσύνη και όσους την υπερασπίζονται να “ξεπλύνουν” όλες τις αμαρτίες του παρελθόντος, όταν μεγάλα οικονομικά σκάνδαλα έμεναν ατιμώρητα και κουκουλώνονταν. Δεν μπορούν να πείσουν για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι οι αποκαλύψεις για Παπαγεωργόπουλο - Τσοχατζόπουλο είναι αποτέλεσμα, όχι των μηχανισμών της δικαιοσύνης, αλλά της οικονομικής και πολιτικής κρίσης της άρχουσας τάξης που αντιμετωπίζει ένα δυνατό εργατικό κίνημα στο δρόμο. Στους αγώνες των εργαζόμενων και της νεολαίας τα τελευταία χρόνια που αμφισβητούν κυβερνήσεις και αφεντικά, οφείλεται ότι τύποι σαν τον Παπαγεωργόπουλο και τον Τσοχατζόπουλο οδηγούνται στη φυλακή όπως τους αξίζει.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι οι εμπειρίες του κόσμου για το χαρακτήρα της δικαιοσύνης είναι πολύ δυνατές. Το τι επιφυλάσουν κάθε φορά τα δικαστήρια στους απεργούς, τους νεολαίους, τους μετανάστες, τους φτωχούς γενικότερα, είναι γνωστό κι αυτό δεν έχει αλλάξει. Ξηλώνοντας το σύστημα που γεννά τα σκάνδαλα, οι εργαζόμενοι και η νεολαία θα χρειαστεί να ξηλώσουν και όλους τους μηχανισμούς του.

