Συμπληρώνονται δέκα χρόνια από τότε που ολόκληρη η στρατιωτική πυγμή των ΗΠΑ άρχισε να σφυροκοπά το Ιράκ. Σε πρώτο χρόνο, οι αμερικάνικες δυνάμεις κατατρόπωσαν τους αντιπάλους τους, ωστόσο μπροστά τους βρισκόταν η μεγαλύτερη γεωπολιτική ήττα που υπέστησαν ποτέ οι ΗΠΑ.
Ακόμη και η ήττα στο Βιετνάμ μετριάστηκε από τη συμμαχία που σφυρηλάτησε ο Νίξον με την Κίνα στα χρόνια 1971-2. Σήμερα, όμως, η ταχεία οικονομική άνοδος της Κίνας σηματοδοτεί πιθανά τη μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισε ποτέ η αμερικάνικη ηγεμονία.
Η κυβέρνηση Ομπάμα έχει ξεκινήσει μια στρατηγική στροφή προς την Κίνα, σχεδιάζοντας να συγκεντρώσει το 60% της αμερικάνικης στρατιωτικής ισχύος στον Ειρηνικό. Αυτό δεν σημαίνει πως οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν τη Μέση Ανατολή. Παρόλο που η επανάσταση στα καύσιμα από σχιστόλιθο έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ να βασίζονται όλο και περισσότερο σε εγχώριες πηγές ενέργειας (πέρσι η Κίνα αντικατέστησε τις ΗΠΑ ως μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου), η περιοχή είναι τόσο σημαντική για τις ΗΠΑ ώστε δεν μπορούν να χαλαρώσουν τον έλεγχό τους πάνω της.
Όμως, ενώ πριν από μια δεκαετία, τα μάτια των Αμερικανών πολιτικών ήταν σταθερά στραμένα στη Μέση Ανατολή, σήμερα κοιτάνε προς την Ανατολική Ασία. Και η εικόνα εκεί είναι μπερδεμένη.
Από τότε που τελείωσε ο Πόλεμος του Ειρηνικού με την Ιαπωνία (1941-45), οι ΗΠΑ είναι η κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή. Όμως, η άνοδος της Κίνας έχει αλλάξει τα πράγματα. Οι οικονομικές σχέσεις στην Ασία μετασχηματίζονται για να θρέψουν το μεγάλο στομάχι της κινέζικης παραγωγικής μηχανής.
Το Πεκίνο με τη σειρά του μετατρέπει ένα μέρος της οικονομικής μεγέθυνσης της Κίνας σε στρατιωτικές δυνατότητες. Την περασμένη βδομάδα ανακοινώθηκε αύξηση στον προϋπολογισμό Άμυνας κατά 10,7%. Ωστόσο, όπως αναφέρουν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, στην πραγματικότητα πρόκειται για επιβράδυνση:
“Αυτά τα νούμερα, πρέπει να ιδωθούν συγκριτικά με μια ετήσια μέση αύξηση 16,5% μεταξύ 2000 και 2009, και 15,7% μεταξύ 1990 και 1999... Αν ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός, η στρατιωτική επέκταση του Πεκίνου φαίνεται ακόμη λιγότερο εντυπωσιακή... σε πραγματικές τιμές, οι ένοπλες δυνάμεις της Κίνας λαμβάνουν -κατά μέσο όρο- όλο και μικρότερο ποσοστό από τη γεναιοδωρία της κυβέρνησης”.
Οι υψηλές στρατιωτικές δαπάνες είναι έτσι κι αλλιώς χαρακτηριστικές μιας περιοχής στην οποία συνωστίζονται ισχυρά αντίπαλα κράτη – όχι μόνο οι ΗΠΑ και η Κίνα, αλλά η Ιαπωνία, η Ινδία, η Νότια Κορέα, το Βιετνάμ και μην ξεχνάμε τη Βόρεια Κορέα, όπου η δυναστεία Κιμ ειδικεύεται στο να παίζει με τον πυρηνικό συναγερμό.
Οι κίνδυνοι γίνονται ευδιάκριτοι στην κόντρα μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας για ένα σύμπλεγμα νησιών -που οι μεν τα λένε Σενκάκου και οι άλλοι Ντιαγιού- τα οποία βρίσκονται κοντά στην Ταϊβάν. Βρίσκονται στον έλεγχο της Ιαπωνίας από το 1895, όμως τα διεκδικεί η Κίνα.
Η διαμάχη κλιμακώθηκε πέρσι, κυρίως λόγω μιας επιθετικής δράσης γιαπωνέζων εθνικιστών που προσπαθούσαν να διασφαλίσουν την κυριαρχία του Τόκιο πάνω στα νησιά. Για παράδειγμα, ο δεξιός κυβερνήτης του Τόκιο, Σιντάρο Ισιχάρα, έκανε εκστρατεία για να αγοράσει τρία από τα νησιά.
Κινέζικα και ιαπωνικά πολεμικά αεροσκάφη και πλοία άρχισαν να αλληλοκαταδιώκονται γύρω από τα νησιά. Το Τόκιο ισχυρίζεται πως στις 30 Γενάρη μια κινεζική φρεγάτα κλείδωσε στο ραντάρ της ένα γιαπωνέζικο αντιτορπιλικό -ένα βήμα πριν την επίθεση.
Εδαφική σύγκρουση
Πρόκειται για μια διαμάχη που παρουσιάζει ενδιαφέρον, παρόλο που είναι κάπως τρομακτική. Πρώτον, είναι μια πολύ παραδοσιακή σύγκρουση για εδάφη, από αυτές που σύμφωνα με τους ιδεολόγους της άρχουσας τάξης θα είχαν εξαφανιστεί λόγω παγκοσμιοποίησης. Δεύτερον, εμπλέκονται κράτη του κέντρου της παγκοσμιοποίησης, όχι μόνο η Ιαπωνία και η Κίνα, αλλά και οι ΗΠΑ, οι οποίες έχουν συνθήκη ασφαλείας με την Ιαπωνία. Δηλαδή, οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη έχουν μπροστά τους μια πιθανή σύγκρουση για μερικά νησιά του Ειρηνικού.
Τρίτον, από τους δύο ανταγωνιστές, η Ιαπωνία είναι αυτή που είναι η πιο επιθετική. Ο νέος ιάπωνας πρωθυπουργός, Σίνζο Άμπε, συντηρητικός εθνικιστής, πήγε στην Ουάσινγκτον τον περασμένο μήνα για να ανακοινώσει ότι “η Ιαπωνία επιστρέφει”. Δήλωσε στην εφημερίδα Ουάσινγκτον Ποστ “ότι “για να εξασφαλίσει φυσικούς πόρους για την οικονομία της, η Κίνα προχωράει σε πράξεις εξαναγκασμού και εκφοβισμού” στις θάλασσες γύρω από τις ακτές της.
Από αμερικάνικης άποψης, αυτοί οι ανταγωνισμοί είναι χρήσιμοι. Φυσικά η κυβέρνηση Ομπάμα δεν θέλει έναν πόλεμο στον Ειρηνικό. Αλλά όσο περισσότερο μπορεί να ενθαρρύνει τους ισχυρούς περιφερειακούς αντιπάλους της Κίνας -πάνω απ'όλα την Ιαπωνία και την Ινδία- ώστε να στριμώξει την Κίνα, τόσο περισσότερο θα διατηρηθεί η αμερικανική ηγεμονία στην Ανατολική Ασία.

