Πλούσιος προσυνεδριακός διάλογος εξελίσσεται στις σελίδες του Ριζοσπάστη και της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης ενόψει του 19ου συνεδρίου του ΚΚΕ που θα γίνει στα μέσα Απρίλη. Ήδη το κείμενο των Θέσεων της Κεντρικής Επιτροπής (ΚΕ) και οι παρεμβάσεις που έχουν δημοσιευτεί ξεπερνάνε τις 200 χιλιάδες λέξεις. Στα κείμενα των παρεμβάσεων, είτε υποστηρίζουν τις θέσεις της ΚΕ είτε όχι, διακρίνεται η αγωνία των μελών και στελεχών του ΚΚΕ, ανθρώπων που δίνουν τη ζωή τους στο κίνημα και για το κόμμα τους, για το πώς οι αγώνες τους δεν θα πάνε χαμένοι, αλλά θα έχουν σαν αποτέλεσμα τη συνολική κοινωνική αλλαγή.
Το πρόβλημα είναι ότι σε μεγάλο βαθμό ο διάλογος εξελίσσεται σε λάθος βάση και ενώ τα ερωτήματα είναι αγωνιώδη, η μέθοδος των απαντήσεων δεν οδηγεί πουθενά. Ο τρόπος με τον οποίο έχουν διαμορφωθεί οι διαχωριστικές γραμμές είναι ο εξής: από τη μια μεριά η ΚΕ υπερασπίζεται τη σεκταριστική γραμμή που ακολουθεί το ΚΚΕ και προετοιμάζει για ακόμη μεγαλύτερο βάθεμά της. Ντύνει αυτή της την αντιμετώπιση με συνθηματολογία αντικαπιταλισμού. Από την άλλη πλευρά, όσοι διαφωνούν με αυτή τη γραμμή, οχυρώνονται πίσω από τις αποφάσεις του 15ου Συνεδρίου (1996) και θεωρούν ότι ο αντικαπιταλισμός είναι το πρόβλημα για τις αποτυχίες του ΚΚΕ, υπερασπιζόμενοι μια “θεωρία σταδίων” ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό.
Η ίδια ακριβώς αντιπαράθεση εκφράζεται με άλλες δύο μορφές. Η ΚΕ προτείνει τη “Λαϊκή Συμμαχία” ένα νεφελώδες κοινωνικό μέτωπο το οποίο δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή αλλά θα υπάρξει στο μέλλον και το οποίο θα διεκδικήσει την εξουσία. Η αντιπολίτευση επιμένει στη γραμμή του Αντιιμπεριαλιστικού – Αντιμονοπωλιακού – Δημοκρατικού Μετώπου (ΑΑΔΜ), το οποίο είναι και κοινωνικό και πολιτικό. Αντίστοιχα, η ΚΕ προτείνει τη γραμμή καμιάς συμμετοχής σε κυβερνήσεις στο έδαφος του καπιταλισμού, ενώ η αντιπολίτευση, χρησιμοποιώντας τα παραδείγματα του Αλιέντε στη Χιλή και του ΕΑΜ, ισχυρίζεται πως μπορούν να υπάρξουν κυβερνήσεις σύγκρουσης με τον ιμπεριαλισμό που να ανοίξουν δρόμο για μεγαλύτερες αλλαγές, και σε αυτές τις κυβερνήσεις πρέπει να συμμετέχει το ΚΚΕ.
Η ευθύνη για το ότι ο διάλογος έχει πάρει αυτήν την τροπή βρίσκεται στην ΚΕ, η οποία σε επίπεδο στρατηγικής και τακτικής δείχνει να θέλει να διαγράψει ένα μεγάλο κομμάτι από την ιστορία του κόμματος, χωρίς όμως να τολμάει να εντοπίσει τις αιτίες. Ο Θοδωρής Λαπαναΐτης, δημοσιογράφος του 902, βάζει αυτή τη διάσταση στην παρέμβασή του: “Αναρωτιέμαι γιατί η ΚΕ δε δίνει συγκεκριμένες και αιτιολογημένες εξηγήσεις για την αλλαγή του προγράμματος του 15ου; Γιατί δεν υπάρχει ούτε μια στοιχειώδης αναφορά για το χαρακτήρα των αλλαγών στο σχέδιο προγράμματος που φέρνει η ΚΕ στο 19ο; Οι προτεινόμενες αλλαγές αποτελούν Συνέχεια ή Ρήξη με την ως τα σήμερα -τυπικά ισχύουσα- προγραμματική αντίληψη του κόμματος;”
Μπορεί οι Θέσεις να μην έχουν τόσο χοντροκομμένες διατυπώσεις, αλλά τα μέλη που τις υπερασπίζονται γράφουν για παράδειγμα: “Αυτές οι απόψεις όταν κυριάρχησαν μέσα στο κόμμα (1956-1991) έσπειραν κάθε είδους κοινοβουλευτικές αυταπάτες και συγχύσεις περί σκαλοπατιών και δημοκρατικών δυνάμεων και εθνικής πατριωτικής αστικής τάξης”. (Γεράσιμος Μπαλτσαβιάς)
Οπορτουνισμός
Δεν είναι εύκολο για όλους να παραδεχτούν τόσο εύκολα ότι επί 35 χρόνια, το κόμμα τους ελεγχόταν από τον “οπορτουνισμό”. Ο Κώστας Αδαμόπουλος (ΚΟΒ Ταξί) απαντάει:
“Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να το πει, όποιος το πιστεύει, ανοιχτά ότι «ο Χαρίλαος ήταν και λίγο οπορτουνιστής», «το ΑΑΔΜ είχε και λίγο απ' τη θεωρία των σταδίων», «τη δεκαετία του '80 είχαμε και λίγο δεξιές θέσεις». Με ευθύνη (προφανώς και με σχέδιο) της κομματικής καθοδήγησης τέτοιες απόψεις ζυμώθηκαν πλατιά στα μέλη του ΚΚΕ τα τελευταία χρόνια... Το πρόγραμμα έρχεται να επισφραγίσει τη δικαίωση της αριστερίστικης ομάδας Γράψα 24 χρόνια μετά. Κυρίως σε όσα έχουν να κάνουν με τη ΚΝΕ, την πρόταση εξουσίας που καταθέτουμε στο λαό (17 χρόνια μας κατηγορούσαν οι ΝΑΡίτες ότι το ΑΑΔΜ είναι ρεφορμιστικό, ότι το μέτωπο θα πρέπει να είναι «αντικαπιταλιστικό»!) και τα άμεσα καθήκοντα που (δεν) θέτουμε στο λαό.”
Τρία ερωτήματα των αντιπολιτευόμενων είναι καίρια: πρώτον, ποια είναι η ευθύνη του κόμματος για την εκλογική καταβύθιση στις εκλογικές αναμετρήσεις του Μάη και του Ιούνη του 2013; Γιατί το ρεύμα προς τα αριστερά εκφράστηκε προς τον ΣΥΡΙΖΑ και όχι προς το ΚΚΕ; Δεύτερον, γιατί στα κινήματα των τελευταίων χρόνων, το ΚΚΕ δεν μπόρεσε να ηγεμονεύσει και να καθοδηγήσει; Γιατί στους Αγανακτισμένους του Συντάγματος, το ΚΚΕ δεν είχε τον ίδιο καθοριστικό ρόλο όπως είχε στο αντιπολεμικό κίνημα της Γιουγκοσλαβίας το 1999; Τρίτον, γιατί το ΚΚΕ ενώ παραδοσιακά είχε θέση ενάντια στο ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, στην πολεμική που κάνει εναντίον της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ισχυρίζεται ότι αυτά τα αιτήματα μπορούν να υλοποιηθούν μόνο στο σοσιαλισμό;
Όμως, τις απαντήσεις πολλοί τις ψάχνουν προς τα δεξιά, ενώ οι διατυπώσεις τους είναι εξίσου αφηρημένες. Ο Αντώνης Σκυλλάκος, για παράδειγμα, πρώην βουλευτής, ο οποίος διαφωνεί με τη γραμμή της “Λαϊκής Συμμαχίας”, προτείνει την επιστροφή σε μια θεωρία περί “εξαρτημένης Ελλάδας” και στον ενδεχόμενο “σχηματισμό με εκλογές αντιμονοπωλιακής αντιιμπεριαλιστικής κυβέρνησης σε συνθήκες βέβαια οξυμένης ταξικής πάλης. Μιας κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού, όχι για να διαχειριστεί το σύστημα (όπως θέλουν οι οπορτουνιστές), αλλά με τη στήριξη και τη συμμετοχή του λαού να πάρει τα «κλειδιά» του κράτους, στα χέρια της, να ξεσηκώνει το λαό, να προωθήσει τα πρώτα μέτρα του Προγράμματός της.”
Τον Λένιν και τις “Θέσεις του Απρίλη” αξιοποιεί η ΚΕ για τις απόψεις της. Την υιοθέτηση του αγροτικού προγράμματος των Εσέρων από τους Μπολσεβίκους αντιπαραθέτει η αντιπολίτευση. Η συζήτηση όμως συνεχίζει να είναι εντελώς αφηρημένη. Στην πραγματικότητα οι δύο γραμμές των Μπολσεβίκων μέσα στην ίδια χρονιά του 1917 - “Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ” αλλά και υπεράσπιση της κυβέρνησης του Κερένσκι απέναντι στο πραξικόπημα του Κορνίλοφ δεν ήταν αντιφατικές μεταξύ τους, ούτε η μία ήταν λιγότερο “αντικαπιταλιστική” από την άλλη.
Αυτοπεποίθηση
Αυτό που τις ένωνε ήταν ότι η πρώτη έγνοια των Μπολσεβίκων ήταν πώς η ίδια η εργατική τάξη θα μάθει, θα βγάλει τα συμπεράσματα και θα δει ότι μπορεί να πάρει την εξουσία μέσα από την ίδια της τη δράση. Τα σοβιέτ τα έφτιαξε η εργατική τάξη της Ρωσίας, όχι η “γραμμή” του Λένιν. Αντικαπιταλισμός σήμαινε πρακτικά την οργάνωση και την υπεράσπιση κάθε αγώνα που θα μπορούσε να κρατήσει ζωντανά τα σοβιέτ και να αυξήσει την αυτοπεποίθηση της τάξης.
Με τα λόγια του Μαρξ και του Ένγκελς, από τη Γερμανική Ιδεολογία: “Ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες που σ’ αυτό θα πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων”.
Αυτή η συζήτηση θα έπρεπε να είναι στο κέντρο του ενδιαφέροντος των μελών του ΚΚΕ. Η “πραγματική κίνηση” της εργατικής τάξης στην Ελλάδα έχει ήδη δείξει τη δύναμη να “καταργεί τη σημερινή τάξη πραγμάτων”. Τα κινήματα, οι διαδηλώσεις, οι απεργίες, οι καταλήψεις είναι ο πραγματικός δείκτης της ριζοσπαστικοποίησης και των δυνατοτήτων για την επανάσταση. Το ερώτημα είναι τι πρωτοβουλίες πήρε ή μπορεί να πάρει η Αριστερά για να την βοηθήσει να πάει παρακάτω; Και οι δύο πλευρές του εσωκομματικού διαλόγου δείχνουν να υποτιμάνε αυτούς τους αγώνες που έχουν ρίξει κυβερνήσεις, έχουν εμπνεύσει τους εργάτες και τις εργάτριες σε όλη την Ευρώπη και συνεχίζουν να παρεμποδίζουν το πρόγραμμα της κυβέρνησης και της Τρόικας.
Η μεν ΚΕ περιμένει πότε η κρίση θα δημιουργήσει από μόνη της κάποια στιγμή επαναστατικές συνθήκες και τότε το ζήτημα θα κριθεί από το πόσοι σκληροί και αποφασισμένοι κομμουνιστές θα υπάρχουν για να ρίξουν το σύνθημα της εξουσίας.
Το πώς θα νικήσουν εδώ και τώρα οι συγκεκριμένοι αγώνες δεν τίθεται ως πραγματικό ερώτημα. Το πώς θα συντονιστούν μεταξύ τους οι κλάδοι που βγαίνουν σε αγώνα, το πώς θα οργανωθούν οι απεργίες, το ποιες πολιτικές πρωτοβουλίες μπορούν να συγκροτήσουν μεγαλύτερες συμμαχίες ή να προκαλέσουν παράλυση στην κυβέρνηση θεωρούνται δευτερεύοντα ερωτήματα. Κάθε αίτημα που μπορεί να συγκροτήσει κίνημα μοιάζει εμπόδιο στο ξεκαθάρισμα του εργατικού κινήματος ότι το ζήτημα είναι η εξουσία. Η γραμμή μοιάζει “αριστερή” αλλά είναι προφανές ότι το μόνο που μπορεί να προκαλέσει είναι παράλυση.
Από την άλλη πλευρά, οι διαφωνούντες φαίνεται να αρνούνται ότι οι επαναστατικές συνθήκες είναι ορατή πραγματικότητα. Υποτιμάνε σίγουρα τις προοπτικές και αντίστοιχα τις δυνατότητες των αγώνων που ξεσπάνε εδώ και τώρα.
Οι αγωνιστές μέσα και έξω από το ΚΚΕ δεν πρέπει να αφήσουν τον διάλογο να παραμείνει σε αυτό τον αποπροσανατολιστικό διαχωρισμό. Υπάρχει τρόπος να είμαστε ταυτόχρονα αποτελεσματικοί στο σήμερα, αλλά χωρίς καμιά υποχώρηση ότι η αντικαπιταλιστική πάλη είναι η μόνη λύση, χωρίς κανένα ενδιάμεσο στάδιο. Το κλειδί είναι να βάλουμε στο κέντρο της προσοχής μας τον κόσμο που παλεύει, δίνοντας τον καλύτερο εαυτό μας για το συντονισμό, την οργάνωση, την κλιμάκωση και την πολιτικοποίηση των αγώνων με τρόπο που μπορεί να συνδέει τα επιμέρους αιτήματα, μετατρέποντάς τους σε μια ενιαία δύναμη που μπορεί να τσακίσει τον καπιταλισμό. Από τη μεριά της, αυτή είναι η προσπάθεια που κάνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

