“Στη διάρκεια της εξέγερσης, διώξαμε όλη την αστυνομία και όλες τις δυνάμεις ασφαλείας έξω από το χωριό μας. Αναλάβαμε μόνοι μας να οργανώσουμε την ασφάλεια, καθώς μάς έλεγαν ότι ο Μπεν Αλί είχε απελευθερώσει εγκληματίες από τις φυλακές. Επειδή ζούμε σε αγροτική περιοχή, πολύς κόσμος έφερε τα κυνηγετικά του όπλα, οργανώθηκαν περιπολίες και στήθηκαν οδοφράγματα -όμως στα όπλα δεν είχαμε βάλει σφαίρες.
Κάποιοι συνδικαλιστές που είχαν το σεβασμό μας σχημάτισαν μια επιτροπή για να διαχειρίζονται τις υποθέσεις μας. Έπεισαν τους εμπόρους να ξανανοίξουν τα μαγαζιά τους και άρχισαν να οργανώνουν την παροχή αλεύρων για να μπουν μπροστά οι φούρνοι.
Για δυο βδομάδες, είχαμε έλεγχο πάνω στις ζωές μας, αλλά όχι χωρίς προβλήματα. Υπήρχαν πολλές διαφωνίες και αντιπαραθέσεις ανάμεσα στην Αριστερά και τους ισλαμιστές για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εκλεγεί η επιτροπή.
Μετά από πολλά χρόνια σιωπής, ο κόσμος ήθελε να εκφράσει την άποψή του για τα πάντα, συχνά για ζητήματα που δεν είχαν καμία σχέση με αυτό που συζητούσαμε. Αλλά κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο. Για πρώτη φορά ο κόσμος ήθελε να έχει λόγο για την ίδια του τη μοίρα. Στη συνέχεια, επέστρεψε ο στρατός και ο κόσμος τον υποδέχθηκε με επιφύλαξη. Πολλοί θεωρούσαν πως οι φαντάροι είναι ουδέτεροι και δεν θα στρέφονταν κατά του λαού.
Όμως, μετά το στρατό ήρθε και η παλιά αστυνομία. Το πείραμα μιας τοπικής δημοκρατίας κράτησε δύο βδομάδες μέσα στην καρδιά της επανάστασης. Δεν ήταν χωρίς προβλήματα, αλλά μάθαμε να κυβερνάμε τους εαυτούς μας. Ωστόσο, το κράτος τώρα έχει επιστρέψει.
Χουσεΐν ελ-Αρίς, κάτοικος ενός μικρού χωριού, νότια της Τύνιδας

