Ιούλης του 1973, Ντιτρόιτ ή Motor City, το κέντρο της αυτοκινητοβιομηχανίας στις ΗΠΑ. Δυο μαύροι εργάτες κόβουν την παροχή ρεύματος στο τμήμα ηλεκτροσυγκόλλησης του μεγαλύτερου εργοστασίου της Chrysler. Απαιτούν την απόλυση ενός λευκού εργοδηγού που τους παρενοχλεί. Περισσότεροι από εκατό συνάδελφοι τους προστατεύουν από την ασφάλεια της εταιρείας και την αστυνομία. Όταν έφτασε η επόμενη βάρδια, περισσότεροι από χίλιοι εργάτες ενώνονται μαζί τους. Η εταιρεία υποχωρεί, ο εργοδηγός απολύεται.
Δυο βδομάδες μετά, σε ένα ιδιαίτερο καυτό καλοκαίρι, οι μεγάλοι ανεμιστήρες στο δεύτερο μεγαλύτερο εργοστάσιο της ίδιας εταιρείας στην πόλη σταματάνε να λειτουργούν. Όταν δεκάδες εργάτες αρνούνται να συνεχίσουν τη δουλειά σε αυτές τις συνθήκες, βρίσκονται αντιμέτωποι εκτός από την εργοδοσία και με τους «επαγγελματίες» του UAW, του συνδικάτου της αυτοκινητοβιομηχανίας. Αυτή η ανταρσία, σε αντίθεση με την προηγούμενη, καταλήγει σε ήττα για τους εργάτες.
Όμως, δεν ήταν οι μόνες. Η άνοιξη και το καλοκαίρι του 1973 σημαδεύτηκε από μια σειρά απεργίες στην αυτοκινητοβιομηχανία του Ντιτρόιτ αλλά και σε όλες τις ΗΠΑ. Ήταν η κορύφωση ενός κύματος που είχε ξεκινήσει από τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Πάρα πολλές, όπως αυτές στην Chrysler, ήταν «άγριες απεργίες» wildcat strikes, δηλαδή χωρίς την έγκριση του συνδικάτου –κάποιες φορές και σε κόντρα με τον μηχανισμό του. Πολλές άλλες ήταν «κανονικές» απεργίες, που ωστόσο δεν τις έκανε λιγότερο σημαντικές.
Όταν 4.000 εργάτες σε μια σειρά διυλιστήρια της Shell από την Πολιτεία της Ουάσιγκτον μέχρι το Τέξας και τη Λουιζιάνα κατέβηκαν σε απεργία τον Γενάρη του 1973, τα έβαζαν με την δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία πετρελαίου στις ΗΠΑ και την τέταρτη μεγαλύτερη στο κόσμο. Τα αιτήματα της απεργίας αφορούσαν την υγιεινή και την ασφάλεια. «Ότι και να έχουμε κερδίσει σε μισθούς και συντάξεις δεν έχουν και πολύ νόημα αν δουλεύεις 20 χρόνια στην εταιρεία, βγαίνεις στην σύνταξη και πεθαίνεις το 21ο» ήταν η εξήγηση που έδωσε ένας απεργός.
Συμπαράσταση
Οι απεργοί κέρδισαν την συμπαράσταση άλλων εργαζομένων. Στο Σαν Φρανσίσκο λιμενεργάτες, με πρωτοβουλία αγωνιστών της βάσης, αρνήθηκαν να ξεφορτώσουν ένα δεξαμενόπλοιο της Shell. Οι απεργοί της Shell στην Καλιφόρνια και την Πολιτεία της Ουάσιγκτον ένωσαν τις δυνάμεις τους με τους χιλιάδες απεργούς του Ενωμένου Συνδικάτου Εργατών Γης που πάλευαν για να κερδίσουν την αναγνώριση του συνδικάτου τους στην εταιρεία Patterson. Η πλειοψηφία αυτών των εργατών ήταν ισπανόφωνοι μετανάστες.
Το εργοστάσιο της General Motors στο Λόρντσνταουν του Οχάιο έμοιαζε να έχει ανοσία απέναντι στα μικρόβια του συνδικαλισμού και των απεργιών. Το χτίσιμό του ήταν κομμάτι μιας συνολικότερης στρατηγικής των «τριών μεγάλων» (αυτοκινητοβιομηχανιών). Προσπαθούσαν να αποκεντρώσουν τα εργοστάσιά τους για να σπάσουν την συνέχεια των ισχυρών συνδικαλιστικών παραδόσεων που είχαν διατηρηθεί και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Οι εργάτες στο Λόρτσνταουν ήταν νέοι, λευκοί, και χωρίς «παραδόσεις» μαχητικότητας. Όμως, όταν η εταιρεία αποφάσισε να εντατικοποιήσει τους ρυθμούς δουλειάς (διπλασιασμός της ταχύτητας στις γραμμές συναρμολόγησης) ήρθε η έκρηξη. Εργοδηγοί ξυλοφορτώθηκαν, μηχανήματα σπάστηκαν και μια απεργία που κράτησε πάνω από τρεις βδομάδες έκλεισε το εργοστάσιο. Ο πρόεδρος του τοπικού παραρτήματος του συνδικάτου, 29 χρονών ο ίδιος, περιέγραψε με τα εξής λόγια την κατάσταση: «Είναι το Γούνστοκ του εργάτη».
Μερικά ακόμα παραδείγματα από εκείνα τα χρόνια δείχνουν το εύρος του απεργιακού κινήματος. Το 1970 έγινε η μεγαλύτερη «άγρια απεργία» στην ιστορία των ΗΠΑ. Περισσότεροι από 200.000 ταχυδρόμοι και υπάλληλοι στα ταχυδρομεία κατέβηκαν σε μια απεργία δυο βδομάδων ενάντια στους χαμηλούς μισθούς και τις απαίσιες συνθήκες εργασίας. Χαμηλές αμοιβές, «ανειδίκευτη» δουλειά, άθλιες συνθήκες: δεν ήταν παράξενο ότι στο ταχυδρομείο έβρισκαν δουλειά πολλοί μαύροι εργάτες. Όταν το Κογκρέσο αποφάσισε ότι οι αυξήσεις στους μισθούς των ταχυδρομικών θα είναι 4% ενώ στα μέλη του θα έφταναν το 41% (!) ήρθε η έκρηξη.
Ο πρόεδρος Νίξον βγήκε στην τηλεόραση και διέταξε τους απεργούς να γυρίσουν στις θέσεις τους και μετά έστειλε την Εθνοφρουρά και μονάδες στρατού να σπάσουν την απεργία. Αλλά όπως δήλωσε ένας απεργός «δεν μπορείς να ξεδιαλέξεις την αλληλογραφία με μια ξιφολόγχη». Η παράδοση επιταγών (με τους μισθούς και τις συντάξεις), των φύλλων πορείας για το στρατό (ο πόλεμος στο Βιετνάμ συνεχιζόταν), της αλληλογραφίας των κυβερνητικών υπηρεσιών, των επιχειρήσεων, όλα παρέλυσαν. Ακόμα και το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης παραλίγο να κλείσει εξαιτίας της απεργίας.
«Εργατική αναταραχή»
Μερικά ακόμα παραδείγματα, από τις χρονιές 1972 και 1973. Τέσσερις χιλιάδες νοσοκόμοι και νοσοκόμες κατεβαίνουν σε απεργία και «κλείνουν» σαράντα νοσοκομεία στη Βόρεια Καλιφόρνια. Πενήντα χιλιάδες εργάτες σε τηλεφωνικές εταιρείες απεργούν στη Νέα Υόρκη. Χιλιάδες ανθρακωρύχοι στη Δυτική Βιρτζίνια κατεβαίνουν σε απεργία διαμαρτυρίας για την άνοδο των τιμών στη βενζίνη.
Στις αρχές του 1970 η εφημερίδα Νιου Γιορκ Τάϊμς δημοσίευσαν ένα άρθρο για την «εργατική αναταραχή» που ξεκινούσε με αυτή τη φράση: «Η νέα γενιά που ήδη έχει ταρακουνήσει τις πανεπιστημιουπόλεις, τώρα δείχνει σημάδια ανησυχίας και κινητικότητας στα εργοστάσια της βιομηχανικής Αμερικής».
Οι παράγοντες που τροφοδοτούσαν τις «άγριες» και μη απεργίες ήταν δυο ειδών και είχαν να κάνουν και οι δυο με τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Είχαν να κάνουν και με την οικονομία αλλά και την πολιτική και μια γενικότερη αλλαγής στις ιδέες.
Οι πολεμικές δαπάνες είχαν «υπερθερμάνει» την οικονομία, με αποτέλεσμα την άνοδο του πληθωρισμού. Οι εργάτες απεργούσαν για αυξήσεις πάνω από τα όρια του πληθωρισμού, για να προστατέψουν το πραγματικό τους εισόδημα. Κι όταν η κυβέρνηση προσπάθησε να ελέγξει τον πληθωρισμό δίνοντας «κατευθύνσεις» για αυξήσεις κάτω από το επίπεδό του, οι απεργίες πολλαπλασιάστηκαν.
Το αντιπολεμικό κίνημα και το κίνημα των Μαύρων ήταν παράγοντες που συνέβαλαν επίσης. Το Ντιτρόιτ είχε ζήσει μια μεγάλη εξέγερση στις γειτονιές των Μαύρων το 1967. Το 1969 το κλίμα της εξέγερσης έφτασε στους μαύρους εργάτες στις αυτοκινητοβιομηχανίες της πόλης. Το Επαναστατικό Συνδικαλιστικό Κίνημα της Dodge (εργοστάσιο της Chrysler) DRUM, οργάνωσε μια σειρά «άγριες απεργίες» με αποτέλεσμα αντίστοιχες οργανώσεις να συγκροτηθούν και σε άλλους χώρους δουλειάς. Για τους επαναστάτες που ήταν στο κέντρο της προσπάθειες, το κλειδί για την απελευθέρωση το κρατούσε η μαύρη εργατική τάξη.
Η σύνδεση ανάμεσα στο αντιπολεμικό κίνημα και το κίνημα των Μαύρων με τις απεργίες, όμως, ήταν ευρύτερη. Αυτά τα κινήματα είχαν ξαναφέρει στο προσκήνιο πρακτικές και ιδέες που είχε θάψει ο μακαρθισμός στη δεκαετία του ’40 και του ’50. Κι υπήρχε και κάτι ακόμα. Η εξέγερση των ίδιων των αμερικάνων φαντάρων στο Βιετνάμ, που έπαιρνε τις πιο διαφορετικές μορφές από την συστηματική λούφα μέχρι δολοφονίες αξιωματικών και συμμετοχή σε αντιπολεμικές κινήσεις. Η συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν παιδιά από εργατικές οικογένειες ή νεαροί εργάτες που πήγαν στο στρατό είτε για να μπορέσουν να σπουδάσουν είτε γιατί απλά επιστρατεύτηκαν. Όταν επέστρεφαν στα εργοστάσια ή στα ταχυδρομεία μετέφεραν αυτό το ριζοσπαστισμό.
Συνολικότερα, μια νέα εργατική τάξη είχε γεννηθεί δίπλα στην «παλιά». Εργαζόμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στην υγεία, σε νέους κλάδους που γνώριζαν άνθηση όπως οι αερομεταφορές. Εκείνα τα χρόνια ξέσπασαν για παράδειγμα πολλές απεργίες αεροσυνοδών με τα πιο διαφορετικά αιτήματα: από τη διεκδίκηση η άδεια εγκυμοσύνης να υπολογίζεται στα συντάξιμα χρόνια μέχρι την κόντρα σε σεξιστικές, υποτιμητικές, συμπεριφορές της διεύθυνσης.
Η νέα, επαναστατική αριστερά που γέννησε εκείνο το κίνημα προσπάθησε να συνδεθεί με τους εργατικούς αγώνες. Οι προσπάθειές της δεν στέφθηκαν με επιτυχία. Οι οργανώσεις ήταν πολύ νέες, και συχνά οι θεωρητικές, πολιτικές αναφορές και ο τρόπος που λειτουργούσαν στέκονταν εμπόδιο.
Είχαν ένα τιτάνιο έργο μπροστά τους: να αντιμετωπίσουν την επιρροή συντηρητικών ιδεών ακόμα και σε τμήματα εργατών που πάλευαν, το βάρος της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας που ήταν τρομερό και την αλλαγή στις συνθήκες. Από το 1973, όταν η οικονομική κρίση άρχισε να «δαγκώνει», η ανεργία άρχισε να αυξάνεται, οι απεργίες να υποχωρούν και το κράτος και η εργοδοσία να σκληραίνουν τις επιθέσεις τους. Η εποχή του Ρήγκαν δεν ήταν μακριά.
Όμως, η ξεχασμένη ιστορία των εργατικών αγώνων των αρχών της δεκαετίας του ’70 δείχνει πόσο εκρηκτικό μπορεί να γίνει το μείγμα όταν οι ιδέες της σύγκρουσης με το σύστημα περνάνε τις πύλες των εργοστασίων και των άλλων χώρων δουλειάς.

