Η δεύτερη ταινία του σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη μετά το «Σπιρτόκουτο», «Η ψυχή στο στόμα», είναι πλέον γεγονός στις αθηναϊκές αίθουσες. Για την ακρίβεια βέβαια στην εξής μία, σ΄ αυτήν του «Μικρόκοσμου» στην Συγγρού. Αντιστρόφως ανάλογη, από την διανομή της ταινίας είναι όμως η αξία της και η συζήτηση που ξεκίνησε γι΄ αυτήν πριν ακόμα καλά-καλά αρχίσει να προβάλλεται κανονικά, όντας ήδη έτοιμη από πρόπερσι.
Λίγο η προηγούμενη ταινία, που προετοίμαζε όσους την είχαν δει για το τι περίπου θα ακολουθούσε, λίγο οι διακρίσεις της στο τελευταίο φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, λίγο η συνέντευξη του πρωταγωνιστή της Ερρίκου Λίτση στην Εργατική Αλληλεγγύη Νο 755 (!) και σίγουρα η υποσημείωση περί «λεκτικής βίας» που την συνόδευε σε κάθε έντυπη διαφήμισή της, δημιουργούσαν αν μη τι άλλο μια προσμονή, για το τι επιτέλους θα βλέπαμε.
Αν στο «Σπιρτόκουτο» παρακολουθήσαμε το τι επικρατεί στον ελάχιστο «χώρο» που αφήνει σήμερα ο καπιταλισμός σε μια μικροαστική οικογένεια στον Κορυδαλλό, στο «Η ψυχή στο στόμα» παρακολουθούμε τι γίνεται σε΄ ένα μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης σήμερα. Δεν σημαίνει κι ευτυχώς, ότι εργατική τάξη είναι μόνο αυτό που βλέπουμε στην ταινία, σίγουρα όμως είναι ένα σημαντικό μέρος της. Ένα κομμάτι από το οποίο απουσιάζει οποιαδήποτε προοπτική για αλλαγή της θέση της προς το καλύτερο και η όποια ταξική αλληλεγγύη. Χωρίς βέβαια να ευθύνεται η ίδια άμεσα γι΄ αυτό. Στριμωγμένοι στο περιθώριο ενός συστήματος που ισοπεδώνει ανθρώπους και συνειδήσεις, οι πρωταγωνιστές της όπως και αυτοί τις προηγούμενης ταινίας, απλά διαχειρίζονται τα «σκατά» που τους αναλογούν. Κι όταν η πρώτη ύλη σου είναι τέτοια, είναι δύσκολο στο τέλος να φτιάξεις αριστουργήματα. Γι΄ αυτό άλλωστε κι ο πρωταγωνιστής, αν και καθ’΄ όλα συμπαθής, δεν ξεφεύγει στο τέλος από αυτόν τον κανόνα.
Το απίστευτο βρισίδι μέσα στους διάλογους έχει οργανικό χαρακτήρα μέσα στην δομή της ταινίας. Ακόμα και λεκτικά φανερώνεται η αίσθηση των πρωταγωνιστών ότι πιο κάτω από εδώ δεν υπάρχει. Δέκα μπινελίκια αρκούν για να τα περιγράψουν όλα. Συναισθήματα, επιθυμίες, αντιδράσεις. Ενοχλητικό πολλές φορές, πιστεύω ότι είναι λάθος να θεωρηθεί ως το κέντρο της ταινίας. Αν και ο στόχος είναι, να αποτελέσει η ταινία γροθιά στο στομάχι σε εκείνους που θα την δούνε και που το πετυχαίνει άλλωστε, το βρισίδι είναι ένα μέσο. Δεν είναι αυτοσκοπός. Όπως το τρέξιμο της Λόλας στην πιο παλιά ταινία του Τίκβερ, δεν ήθελε να μιλήσει για το τζόκιν, έτσι κι εδώ τα μπινελίκια είναι κομμάτι της κουλτούρας αυτών των ανθρώπων. Δεν είναι η ιστορία. Δεν είναι επίσης και το μοναδικό σεναριακό ή σκηνοθετικό εύρημα του δημιουργού της. Σίγουρα μεγαλύτερης αισθητικής αξίας από την πρώτη ταινία, «Η ψυχή στο στόμα» έχει να επιδείξει πολλαπλές αρετές. Στη φωτογραφία που σε βάζει μέσα στην ψυχολογία του «κάθοδος στην κόλαση», στο πολύ καλό ήχο και φυσικά στο παίξιμο των ηθοποιών. Ο πρωταγωνιστής Τάκης (Ερρίκος Λίτσης), που σε κάνει να απορείς πως και δεν έχει εκραγεί από το πρώτο πεντάλεπτο της ταινίας, η Μαρία Ναυπλιώτου ( βραβείο Β΄ γυναικείου ρόλου στη Θεσ/κη) ως σύζυγος του τοκογλύφου Τζίμη, σ’΄ ένα ρόλο τελείως διαφορετικό από εκείνον που την γνώρισε η πλειοψηφία του κόσμου στο σήριαλ «Η αίθουσα του θρόνου» και τέλος ο Βαγγέλης Μουρίκης ως Περρής, το αφεντικό του Τάκη, που λόγο παιξίματος και μόνο σε κάνει να τον «συμπαθείς», αν και ψυχρός εκμεταλλευτής στον ρόλο του. Σκηνοθετικά, σημαντικό σημείο επίσης, είναι τα εμβόλιμα πλάνα των σιωπών. Όταν η δράση «διακόπτεται» από σιωπηλές εικόνες του αστικού περιβάλλοντος. Η κορυφή μιας κολώνας της ΔΕΗ με τα καλώδια να κόβουν τον ουρανό. Ή το πάντα σκοτεινό μπαλκόνι στο σπίτι του Τάκη. Η ταινία άλλωστε χρησιμοποιεί το περιβάλλον ως κομμάτι που αιτιολογεί καταστάσεις κι όχι ως απλό ντεκόρ. Εργατική γειτονιά, κλειστοφοβικό περιβάλλον εργασίας, πλατείες με παρατημένους λάκκους και μπάζα. «Ερωτικός» τόπος συνεύρεσης: βουλκανιζατέρ.
Η σκληρότητα της ταινίας ως περιεχόμενο, σε μπερδεύει στο τέλος της προβολής της, στο να αποφασίσεις αν είναι καλή ή κακή. Ας το αποφασίσει αυτό ο καθένας.
Και μόνο όμως, γιατί σπάει το σερί του βλακώδους life style από τα πάνω της εποχής μας, αξίζει.
Πάνος Kατσαχνιάς

