Η Καλλιόπη Λεμού περισυνέλεξε επτά σάπιες βάρκες, από τις πολλές που ξεβράζει η θάλασσα στα ακρογιάλια της Χίου. Είναι ταλαιπωρημένα σκαριά, νηολογημένα σχεδόν όλα στον Τσεσμέ της Τουρκίας. Οι βάρκες έκαναν το τελευταίο τους ταξίδι μεταφέροντας μετανάστες σε έναν από τους πιο κρίσιμους σταθμούς της πορείας τους, από την Ασία σε έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καμιά από τις βάρκες δεν προοριζόταν να ολοκληρώσει το ταξίδι και να επιστρέψει στον Τσεσμέ.
Όλες έπρεπε να αρχίσουν να βυθίζονται σε ελληνικά χωρικά ύδατα, ώστε η ελληνική ακτοφυλακή να αναγκαστεί να περισυλλέξει τους μετανάστες και να μην τους «επαναπροωθήσει» στην Τουρκία. Οι πληγές στο σκαρί τους περίοπτες. Γύρω από αυτά τα κουφάρια – μήτρες που με τον πιο απροσδόκητο τρόπο διέκοψαν μια επώδυνη κυοφορία, η Καλλιόπη Λεμού έστησε μια μνημειακή εγκατάσταση στο παλιό ελαιοτριβείο, στην παραλία της Ελευσίνας. Το ελαιοτριβείο είχε δεχτεί κατά τη δεκαετία του 1920 έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Ακριβώς πίσω από το ελαιοτριβείο βρίσκεται το Τελεστήριο του αρχαιολογικού χώρου της πόλης, ο ναός μιας χθόνιας λατρείας, της ανάμνησης ενός άλλου οδυνηρού περάσματος από την ύπαρξη στην ανυπαρξία και πάλι πίσω.
Οι πολλαπλές μνήμες και συμβολικές φορτίσεις του χώρου βοηθούν τον επισκέπτη να προσεγγίσει το πικρό ταξίδι των μεταναστών. Γύρω από τις όρθιες βάρκες έχει στηθεί ένας μικρός σανιδένιος καταυλισμός, όμοιος με αυτούς που τους φιλοξενούν όταν τους παραλαμβάνουν οι Χιώτες. Πάνω στους τοίχους του είναι γραμμένα κάποια από τα μικρά ονόματα των μεταναστών που έφτασαν ζωντανοί και τους κατέγραψε το Λιμεναρχείο στη Χίο, μαζί με τη χρονιά που γεννήθηκε ο καθένας. Ελάχιστοι έχουν γεννηθεί πριν το 1970 και λιγοστά είναι τα ονόματα των γυναικών που τόλμησαν και έφτασαν ζωντανές στο νησί. Τα λόγια, ωστόσο, μιας από αυτές, γραμμένα επίσης στα σανίδια, μιλούν για την τραγική πορεία της, χωρίς ίχνος υπερβολής ή εύκολης, προκλητής συγκίνησης.
Η Κ. Λεμού έχει αλείψει τις βάρκες με μελισσοκέρι, ένα αρχαίο επουλωτικό για τις πληγές. Με το μελισσοκέρι έχει ζωγραφίσει και τις μορφές των νεκρών, αυτών που πνίγηκαν πριν φτάσουν στην ακτή και των οποίων τα ονόματα δεν κατέγραψε κανείς. Δεν θέλει, όμως, να απαλύνει τη φρίκη του ταξιδιού, ούτε να κάνει οικεία, δηλαδή αδιάφορη, την αφήγηση της δύσκολης μετάβασης. Προτιμά τα ίχνη των περασμάτων και των απωλειών. Τα αποσιωπητικά της μετανάστριας είναι πιο ηχηρά από τις λέξεις. Το έργο της Λεμού αναμετριέται με το τραγικό, σε μια εποχή που τα κυρίαρχα ρεύματα στην τέχνη προτιμούν την ειρωνική ματιά (ή και τον κυνισμό). Χρησιμοποιεί τα καθημερινά πράγματα, όπως γενιές καλλιτεχνών μετά το περίφημο ουρητήριο του Ντυσάν, αλλά με μια διαφορά: δεν πρόκειται για ποικίλα και καθεαυτά αδιάφορα αντικείμενα, που αποσπάστηκαν από την καθημερινή χρήση προκειμένου να στηρίξουν μια δήλωση του καλλιτέχνη πρόκειται για τα υλικά και τα σύνεργα του ταξιδιού που τα αναβαπτίζει σε ιερά διαβατήρια.

