Πολιτισμός
Κινηματογράφος: Eνας 007 ιδρωμένος

Ξεκινώντας να γράψω αυτές τις γραμμές έκανα μια στατιστική διαπίστωση: αν και δεν είμαι φανατικός του είδους, έχω δει τουλάχιστον 15 από τις 21 συνολικά ταινίες της σειράς του Τζέϊμς Μποντ. Τις περισσότερες φορές δεν ήταν καν ζήτημα επιλογής: Πολύ συχνά το πρόγραμμα της τηλεόρασης ή οι ταινίες των θερινών σινεμά δεν σου αφήνουν και πολλά περιθώρια... Αυτή τη φορά, το κίνητρο δεν ήταν τόσο η αναζήτηση ανώδυνης ψυχαγωγίας όσο η περιέργεια για το κατά πόσο ο νέος, πολυδιαφημισμένος Τζέϊμς Μποντ φέρνει κάτι καινούργιο στη γνωστή (και προβλέψιμη) αλυσίδα των ταινιών του είδους.

Στο “Καζίνο Ρουαγιάλ”, η ιστορία ξαναγυρίζει στην αρχή, όταν ο Μποντ είναι ένας ανώνυμος πράκτορας που δεν έχει ακόμα αποκτήσει το χαρακτηριστικό “00”, την άδεια δηλαδή να σκοτώνει κατά βούληση. Όταν αποτυγχάνει σε μια αποστολή του στη Μαδαγασκάρη, όπου ο υπερβάλλων ζήλος του παραλίγο να προκαλέσει διπλωματικό επεισόδιο, θα κληθεί να ταξιδέψει στο Μαυροβούνιο για να αντιμετωπίσει έναν συνεργάτη των τρομοκρατών πάνω στην πράσινη τσόχα, σε ένα θανάσιμο παιχνίδι πόκερ εκατομμυρίων δολαρίων.

Αναμφίβολα, το μεγαλύτερο ατού της ταινίας είναι ο Ντάνιελ Κρεγκ, ο καινούργιος Τζέϊμς Μποντ. Αν εξαιρέσουμε τον Σον Κόνερι, που είχε πλούσια φιλμογραφία πριν αλλά και μετά τον ρόλο του σαν 007, κανένας απ’ τους υπόλοιπους δεν κατόρθωσε να γυρίσει κάτι αξιοσημείωτο, πέρα απ’ το πέρασμά του απ’ τη συγκεκριμένη σειρά. Αντίθετα, ο Κρεγκ έχοντας ήδη παίξει τον καταραμένο εραστή του Φράνσις Μπέϊκον, στην αριστουργηματική ταινία “Αγάπη είναι ο διάβολος”, αποδείχνει ότι με χαρακτηριστική άνεση καταφέρνει να μεταμορφωθεί από παρακμιακό ομοφυλόφιλο σε ιδανικό αρσενικό υπερκατάσκοπο... Ο Κρεγκ παρουσιάζει έναν Τζέϊμς Μποντ που δεν βγαίνει αλώβητος απ’ τις συγκρούσεις με τους “κακούς” αλλά τραυματίζεται, ματώνει, βασανίζεται άγρια, αντιμετωπίζει τους αντιπάλους του όχι φλεγματικά αλλά με εύστροφη ειρωνία. Το καστ συμπληρώνεται ιδανικά με την παρουσία αφενός της Τζούντι Ντεντς στο ρόλο της “Μ” αλλά και της Εύα Γκριν που αν και εκθαμβωτική ξεφεύγει απ’ το ρόλο της ανεγκέφαλης γλάστρας που συνήθως κινείται στη σκιά του πρωταγωνιστή.

Η μακροβιότητα της σειράς των ταινιών Τζέϊμς Μποντ (που συμπληρώνει ήδη 44 χρόνια, με πρώτη ταινία το Dr No του 1962) εξηγείται από την προσαρμοστικότητά της στις ιδιαίτερες συγκυρίες κάθε περιόδου. Από τη λάμψη του Κόνερι της δεκαετίας του ‘60 που απευθυνόταν σε ένα κοινό περισσότερο πολιτικοποιημένο και ευαισθητοποιημένο, περάσαμε στην κυριαρχία των γκάτζετς, των αφελών και επαναλαμβανόμενων στερεότυπων, των πρακτόρων που ήταν σε θέση να ανατινάξουν μια ολόκληρη στρατιωτική βάση χωρίς να εμφανιστεί μια σταγόνα ιδρώτα στο μέτωπό τους.

Συγκυρία

Απ’ αυτή την άποψη, οι παραγωγοί του “Καζίνο Ρουαγιάλ” θέλοντας να προσαρμοστούν (και να πουλήσουν το προϊόν τους) σε μια περίοδο αστάθειας και αμφισβήτησης, δημιούργησαν μια ταινία που διαφοροποιείται από τα γνωστά. Ο λόγος είναι προφανής: Η εργατική τάξη, στη σημερινή συγκυρία, δεν είναι εύκολο να αποδεχτεί την εικόνα του ατσαλάκωτου - υπερφυσικού πράκτορα, ειδικά όταν ο (πραγματικός) πρωθυπουργός της χώρας του βρίσκεται διαρκώς τσαλακωμένος και αντιμέτωπος με τις συνέπειες των επιλογών του, ειδικότερα στον πόλεμο κατά της “τρομοκρατίας”.

Κάτι τέτοιο φυσικά, δεν αναιρεί το γεγονός ότι μιλάμε πάντα για άλλη μια ταινία της σειράς: Ο πρωταγωνιστής είναι πράκτορας της “αυτού μεγαλειότητος”, οι εχθροί είναι πάντα οι “τρομοκράτες”, η γκρίζα διαφήμιση προϊόντων και αυτοκινήτων είναι περισσότερο από εμφανής. Εξάλλου, αν και πολυδάπανη και φροντισμένη η παραγωγή της ταινίας, δεν καταφέρνει να απαλλαγεί από τα θανάσιμα αμαρτήματα των ταινιών Τζέϊμς Μποντ: απιθανολογίες στις σκηνές της καταιγιστικής δράσης, προβλέψιμο σενάριο με αυστηρά δεδομένη την αναλογία ρομάντσου - βίας, αίσιο τέλος δίχως εκπλήξεις.

Οι αντιδράσεις και τα σχόλια που έχουν εμφανιστεί για την ταινία, χωρίζονται χοντρικά σε δύο ισοπεδωτικές, κατά τη γνώμη μου, προσεγγίσεις: είτε άκριτη αποδοχή και θαυμασμός για την παραγωγή και τον πρωταγωνιστή της, είτε συνολική απόρριψη και άρνηση οποιασδήποτε προσέγγισης και συζήτησης. Εκείνο που πιστεύω ότι λείπει απ’ όλες αυτές τις τοποθετήσεις, είναι η αναγνώριση της διφορούμενης λειτουργίας των ταινιών του είδους: πρόκειται για ταινίες που σαφώς ταυτίζονται με την λογική του πολέμου “κατά της τρομοκρατίας” αλλά την ίδια στιγμή, ακριβώς επειδή ο σκοπός τους είναι τα εισιτήρια, χρειάζεται να παίρνουν υπόψη τους τις ανάγκες και την οπτική ενός κόσμου σε εγρήγορση. Ο ίδιος αυτός κόσμος σπεύδει να περάσει δύο ώρες χορταστικής ψυχαγωγίας αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί κανείς να τον χαρίσει στους υποστηρικτές των ιμπεριαλιστικών κυβερνήσεων και των χοντροκομμένων ιδεολογημάτων τους.