Εργατικό κίνημα
Η “έξοδος” του Τσίπρα είναι αντεργατική επίθεση: Κάτω τα χέρια από την απεργία, από τα σωματεία

Ιούνης ‘17, Καταλήψεις των Δημοτικών Αμαξοστάσιων από τους συμβασιούχους των Δήμων

Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που έχει αντιμετωπίσει η εργατική τάξη στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, είναι αυτή που επιχειρεί να βάλει εμπόδια στη δυνατότητά της να απεργεί και να αντιστέκεται. Ο αντιαπεργιακός νόμος ξανάρχεται συμπεριλαμβανόμενος στο πακέτο των προαπαιτούμενων μέτρων για το κλείσιμο της γ'αξιολόγησης. Όπως διέδιδαν το πρωί της Δευτέρας τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ, την Τρίτη 9/1, θα έμπαινε στη Βουλή το πολυνομοσχέδιο, μεσοβδόμαδα θα συζητιόταν στις επιτροπές, και από την Παρασκευή θα ξεκίναγε η συζήτηση στην Ολομέλεια, με στόχο την ψήφισή του το βράδυ της 15ης Ιανουαρίου.

Με τη συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση, κυβέρνηση και δανειστές επιχειρούν να δυσκολέψουν τη δυνατότητα που έχει ένα πρωτοβάθμιο σωματείο να κηρύσσει απεργίες. Βάσει όσων κυκλοφορούσαν λίγο πριν την κατάθεση του πολυνομοσχεδίου, οι αλλαγές αφορούν το όριο της απαρτίας σε μια γενική συνέλευση πρωτοβάθμιου σωματείου, το οποίο ανεβαίνει στο 50% συν 1 των οικονομικά εντάξει μελών του, προκειμένου να ισχύει η απόφαση για απεργία. 

Η κυβερνητική προπαγάνδα προσπαθεί να πείσει ότι πρόκειται για ένα μέτρο που θα φέρει περισσότερη δημοκρατία στα σωματεία. Όχι μόνο δημοκρατία δεν φέρνει, αλλά κάνει το αντίθετο. Πρακτικά ελαχιστοποιεί τη δυνατότητα των ίδιων των εργαζομένων μέσω της συνέλευσής τους να πραγματοποιήσουν μια απεργία. Εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες κι εργάτριες γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις δυσκολίες και τα εμπόδια που βάζουν τα αφεντικά στην πραγματοποίηση γενικών συνελεύσεων, όπως επίσης ξέρουν και το πώς οι γραφειοκράτες των συνδικάτων προσπαθούν με κάθε τρόπο να αποφεύγουν την απεργιακή σύγκρουση. Η κυβέρνηση με το μέτρο αυτό μοιράζει όπλα τόσο στην εργοδοσία όσο και στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Οι απαρτίες θα είναι άπιαστο φαινόμενο σε σωματεία με χιλιάδες μέλη, ή σε κλάδους που η έλλειψη προσωπικού αναγκάζει τους περισσότερους να μπαίνουν προσωπικό ασφαλείας, ή σε χώρους που η αποχή και μόνο διευθυντικών, ανώτερων στελεχών και φιλοεργοδοτικών κομματιών, θα αρκεί για να μην λαμβάνεται απεργιακή απόφαση. Και την ίδια στιγμή οι γραφειοκράτες θα μπορούν ακόμα πιο εύκολα να νίπτουν τας χείρας τους καθώς η συνέλευση “δεν έχει απαρτία”. 

Οι περισσότεροι αγωνιστές της βάσης έχουν την εμπειρία των δυσκολιών που βάζουν τα ήδη υψηλά όρια απαρτίας. “Ο σύλλογός μας έχει καταστατική απαρτία τα 250 άτομα” μας λέει ο Σεραφείμ Ρίζος, πρόεδρος του ΣΕΠΕ Χανίων, του τοπικού συλλόγου δασκάλων. 

“Ήδη με μια σειρά ρυθμίσεις έχουν δυσκολέψει τη δυνατότητα στους συναδέλφους να συμμετέχουν σε μια έκτακτη γενική συνέλευση (όπως είναι οι περισσότερες που γίνονται) με αποτέλεσμα και τώρα να είναι δύσκολο να συγκεντρωθεί απαρτία. Με το νέο νομοσχέδιο τα πράγματα γίνονται χειρότερα καθώς η απαρτία πάει περίπου στα 600 άτομα”.

Αντίστοιχη είναι και η εμπειρία των παιχνιδιών που μπορεί να παίζει η γραφειοκρατική ηγεσία με τα νούμερα της συνέλευσης, προκειμένου να αποφεύγονται οι απεργιακές αποφάσεις. Διαβάζουμε για παράδειγμα την περιγραφή συνέλευσης των εργαζομένων της ΕΘΕΛ το Μάιο του 2016, όταν παιζόταν το ενδεχόμενο συντονισμένης απεργιακής κινητοποίησης σε όλα τα ΜΜΜ. “Εκατοντάδες ήταν οι εργαζόμενοι των λεωφορείων που συγκεντρώθηκαν στο κλειστό γήπεδο των Α.Λιοσίων όπου ήταν προγραμματισμένη η γενική συνέλευση της ΕΘΕΛ. Παρά το γεγονός όμως ότι οι εργαζόμενοι γέμισαν μισό γήπεδο μπάσκετ, η ηγεσία του συνδικάτου επέμεινε ότι δεν υπάρχει απαρτία για να πραγματοποιηθεί η συνέλευση. Η εικόνα που δόθηκε ήταν ότι έγινε μεθόδευση για να μην υπάρξει απαρτία. Από την επιλογή του χώρου στα Άνω Λιόσια, μέχρι το παρουσιολόγιο... Ακόμα κι όταν ξεσηκώθηκαν διαμαρτυρίες μετά την ανακοίνωση του προεδρίου για την έλλειψη απαρτίας κι αποκαλύφθηκε ότι δεν είχαν δηλώσει όλοι οι παρευρισκόμενοι την παρουσία τους, η ηγεσία έσπευσε να σταματήσει τους μη υπογράψαντες με τη λογική ότι 'όσοι κι αν είστε ακόμα λείπουν πολλοί για απαρτία'. Αν και όπως ανακοίνωσε το ίδιο το προεδρείο, μόνο αυτοί που υπέγραψαν την παρουσία τους ήδη ξεπέρναγαν τους 800” έγραφε τότε η Εργατική Αλληλεγγύη (φ.1225). Είναι προφανές το πόση δημοκρατία φέρνει στα σωματεία η απαίτηση για ακόμα μεγαλύτερη απαρτία.

Εύστοχα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ χαρακτηρίζει γελοία την “προσπάθεια των απολογητών του ΣΥΡΙΖΑ να παρουσιάσουν την αντιαπεργιακή ρύθμιση ως δήθεν «εκδημοκρατισμό» της απόφασης για απεργία. Είναι προφανές ότι οι «θεσμοί» δεν κόπτονται για τον «εκδημοκρατισμό» του συνδικαλισμού. Κανένα πρόβλημα δεν έχουν όταν οι κυβερνήσεις που έχουν εκλεγεί από το 25% του συνόλου των ψηφοφόρων περνούν τα μνημόνια με συνοπτικές διαδικασίες στο κοινοβούλιο ή όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΝΤ δεν λογοδοτούν σε κανένα εκλογικό σώμα και καταδικάζουν ολόκληρους λαούς στη φτώχεια και την εξαθλίωση”.

Ψέματα

Την ίδια στιγμή που χρησιμοποιούν το επιχείρημα του “εκδημοκρατισμού”, οι κυβερνητικοί προσπαθούν να υποβαθμίσουν την επίθεση, ισχυριζόμενοι ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις είναι το μικρότερο κακό σε σχέση με αυτά που ζητούσαν οι δανειστές και ότι “έριξαν” τη συμφωνία στα μίνιμουμ μετά από “σκληρή μάχη” απέναντί τους. Αναφέρουν ότι δεν περιλαμβάνονται μέτρα που απαιτούνταν αρχικά όπως η θεσμοθέτηση του λοκ άουτ, οι απολύσεις συνδικαλιστών κλπ. Χρησιμοποιούν μάλιστα το επιχείρημα ότι σε σχέση με την αρχική εικόνα, η επίθεση μετριάστηκε καθώς το όριο της απαρτίας δεν θα αφορά το σύνολο των εγγεγραμμένων μελών αλλά τα οικονομικά εντάξει μέλη, ότι θα εξαιρεθούν τα πρωτοβαθμια σωματεία πανελλαδικής εμβέλειας κλπ.

Η κυβέρνηση συνεχίζει τα ψέματα, φοβούμενη τις αντιδράσεις. Γιατί δεν ήταν η δική της “σκληρή μάχη” με τους δανειστές, που έφερε τις εξαιρέσεις – αν τελικά υπάρξουν τέτοιες. 

Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση θέλει τον περιορισμό της απεργιακής δύναμης των εργαζομένων, όσο το θέλουν οι δανειστές κι ο ΣΕΒ, όσο το θέλουν η ΝΔ και τα λοιπά μνημονιακά κόμματα. 

Όλοι τους έχουν πολύ νωπές εμπειρίες των απεργιακών αγώνων όλης της τελευταίας δεκαετίας. Ο ρόλος των πρωτοβάθμιων σωματείων, εκεί που η βάση έχει τη δυνατότητα να μαζεύεται, να συζητά και να παίρνει αποφάσεις, ήταν το Α και το Ω για να υπάρξει ένα εργατικό κίνημα που έγινε φάρος για τους εργάτες όλης της Ευρώπης, που έφτασε να αναγκάζει την πλέον δυσκίνητη συνδικαλιστική γραφειοκρατία των τελευταίων δεκαετιών να κηρύσσει δεκάδες γενικές απεργίες που έγραψαν ιστορία, να στέλνει κυβερνήσεις στα αζήτητα, να κοντράρει την εφαρμογή νόμων και αποφάσεων. Οι εργατικοί αγώνες δεν σταμάτησαν ούτε από την απογοητευτική εμπειρία που είχαν οι χιλιάδες που πίστεψαν στην προοπτική μιας “κυβέρνησης της αριστεράς” και αντιμετώπισαν προδοσίες και ξεπουλήματα. 

Κυβέρνηση, δανειστές κι αφεντικά χρειάζονται τη νέα αντιαπεργιακή επίθεση για να ξεμπερδεύουν με αυτή τη δύναμη. Ειδικά τώρα που την ίδια στιγμή που διαφημίζουν την “έξοδο από τα μνημόνια” έχουν μπροστά τους την εφαρμογή δεκάδων μνημονιακών επιθέσεων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι φέρνουν τον αντιαπεργιακό νόμο σε ένα πολυνομοσχέδιο που περιλαμβάνει δεκάδες μέτρα, όπως ιδιωτικοποιήσεις και περικοπές. Θέλουν να προχωρήσουν στην εφαρμογή τους χωρίς το βραχνά των απεργιών που είχαν τόσα χρόνια.

Δεν τους είναι εύκολο όμως να ξεμπερδέψουν με το εργατικό κίνημα. Φοβούνται.

Η αντιαπεργιακή επίθεση από όταν είδε το φως της δημοσιότητας ξεσήκωσε την οργή των εργαζομένων μέσα στους χώρους δουλειάς. Κορυφαία στιγμή αυτής της διαδικασίας ήταν το διήμερο 4 και 5 Δεκέμβρη. Τότε που το βράδυ της πρώτης μέρας η κυβέρνηση έφερε στα μουλωχτά την αντιαπεργιακή τροπολογία και την απέσυρε μέσα σε λίγες ώρες, όταν σε μια επίδειξη αντανακλαστικών, άρχισαν να προκηρύσσονται βροχή οι απεργιακές κινητοποιήσεις και τα συλλαλητήρια για την επόμενη μέρα. Και το μεσημέρι της επόμενης, παρά την απόσυρση της τροπολογίας, διαδήλωσαν χιλιάδες, με την αριστερή αντιπολίτευση – ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΚΚΕ και ΛΑΕ – να δίνουν ενωτικό παρών στους δρόμους της Αθήνας. Μια εικόνα που επαναλήφθηκε σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό, λίγες μέρες μετά, στις 14 Δεκέμβρη, όταν δεκάδες χιλιάδες συμμετείχαν στα συλλαλητήρια τη μέρα της πανεργατικής απεργίας. Ήταν αυτή ακριβώς η δύναμη του εργατικού κινήματος που έχει αναγκάσει την κυβέρνηση σε συνεχείς οπισθοχωρήσεις και ψαλιδίσματα της επίθεσης και είναι αυτή που μπορεί να στείλει το νόμο μια και καλή στα σκουπίδια. Γιατί αυτό πρέπει να γίνει. Καμία υποτίμηση της επίθεσης, το παραμικρό ψήγμα της κυβερνητικής προπαγάνδας για το “μικρότερο κακό”, δεν πρέπει να περάσει. 

Αφενός γιατί αν ανοίξει τώρα η πόρτα για αυτή την επίθεση, όποια κατηγορία σωματείων κι αν εξαιρεθεί σε πρώτη φάση, δεν θα αργήσει να πληγεί στο άμεσο μέλλον. Αφετέρου γιατί το κομμάτι που περιλαμβάνεται αυτή τη στιγμή στην επίθεση είναι τεράστιο και αποτελεί την ψυχή του εργατικού κινήματος. 

Αλήθεια αν ίσχυε τα τελευταία χρόνια αυτός ο νόμος θα ξεδιπλώνονταν εργατικοί αγώνες σαν της Χαλυβουργίας; Τα σωματεία των νοσοκομείων θα μπορούσαν να στείλουν στο σκουπιδοντενεκέ του Άδωνι το 25ευρο εισητήριο που πήγε να επιβάλει; Οι συμβασιούχοι του ΟΑΕΔ θα κέρδιζαν την παραμονή τους στη δουλειά, όπως έγινε μετά την πρόσφατη πρωτοβουλία του Συντονιστικού των Νοσοκομείων; Αντίστοιχα θα καταλαμβάνονταν τα αμαξοστάσια των δήμων όταν οι εκεί συμβασιούχοι απειλήθηκαν με απόλυση; Οι ναυτεργάτες θα μπορούσαν να υποχρεώσουν τους εφοπλιστές να καταβάλουν δεδουλευμένα; Θα βλέπαμε απεργίες (και τις επιτυχίες τους) σε εργοστάσια κάτεργα μεταναστών όπως στο Γεωργίου Α.Ε ή στη Γενική Ανακύκλωση; Οι σύλλογοι δασκάλων θα μπορούσαν να προκηρύξουν κινητοποίηση για την υποδοχή των προσφυγόπουλων στα σχολεία ή θα σκόνταφταν στην απαρτία; Θα μπορούσαν να γίνουν οι απεργίες της ΕΡΤ που προετοίμασαν το έδαφος για τον μεγάλο αγώνα στα χρόνια του “μαύρου” ή θα εμποδίζονταν με την αποχή των φιλοκυβερνητικών δημοσιογράφων; Οι εκπαιδευτικοί και τα άλλα σωματεία του Κερατσινίου θα μπορούσαν να αντιδράσουν άμεσα όταν ο Φύσσας έπεφτε νεκρός από το μαχαίρι της Χρυσής Αυγής, ή θα έπρεπε να μαζέψουν το 50% + 1 των οικονομικά εντάξει μελών τους;

Κι αν πάμε ακόμα πιο πίσω, πού θα βρίσκονταν σήμερα οι χιλιάδες εργαζόμενοι που κέρδισαν τις δουλειές τους πριν 10 χρόνια μέσα από τις κινητοποιήσεις των συμβασιούχων και των στεϊτζάδων; 

Η ώρα της μάχης

Η ώρα της μάχης είναι τώρα. Με την αυτοπεποίθηση ότι το εργατικό κίνημα τους ανάγκασε να τον μαζέψουν ήδη μια φορά πριν ένα μήνα, ο αντιαπεργιακός νόμος μπορεί να ξαναμπεί στο συρτάρι. Είναι ισχυρό κρατούμενο το γεγονός ότι η αριστερά στην ΑΔΕΔΥ– οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ, του ΜΕΤΑ και των Παρεμβάσεων- έδωσαν ενωτικά τη μάχη για να βγει πανεργατική απεργία. Ακόμα κι αν οι συσχετισμοί σε επίπεδο κορυφής δεν το επέτρεψαν και οι εκπρόσωποι των ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ περιόρισαν την απόφαση σε μια στάση εργασίας για τη μέρα της ψήφισης, μπορούν να παρθούν απεργιακές αποφάσεις σε επίπεδο πρωτοβάθμιων σωματείων κι ομοσπονδιών. Να φανεί για ακόμα μια φορά η δύναμη της βάσης που τόσο φοβούνται. Ήδη μια σειρά σωματεία παίρνουν αποφάσεις για 24ωρη απεργία όπως το Σωματείο Εκτάκτων του ΥΠΠΟ, η ΠΝΟ, το Σωματείο του Μετρό αλλά και πολλά ακόμα Εργατικά Κέντρα, Ομοσπονδίες και σωματεία κι οργανώνεται “από τα κάτω” απεργία για την Παρασκευή 12/1.

Κι ακόμα κι αν φτάσουν να το ψηφίσουν, πολιορκημένοι κι αποκλεισμένοι μέσα στο κτίριο της Βουλής, η μάχη μόλις θα έχει ξεκινήσει και θα είναι σκληρή. Με την ψήφιση του νόμου δεν σημαίνει ότι θα έχουν και την εφαρμογή του στο τσεπάκι.

Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που προσπαθούν να σταματήσουν το εργατικό κίνημα με αντιαπεργιακούς νόμους κι αποτυγχάνουν. Για να σταματήσουν το τεράστιο απεργιακό κύμα της Μεταπολίτευσης, ο Καραμανλής τότε με υπουργό το Λάσκαρη, έφερε τον περιβόητο νόμο 330 που ουσιαστικά έβγαζε εκτός νόμου τις απεργίες των εργοστασιακών σωματείων και οι απεργοί απειλούνταν πλέον με απολύσεις και ποινές. Παρά τις χιλιάδες εκδικητικές απολύσεις και συνδικαλιστικές διώξεις που ακολούθησαν, το εργατικό κίνημα κατάφερε το 1982 να ανατρέψει τον 330 και να κατοχυρώσει ακόμα περισσότερα συνδικαλιστικά δικαιώματα, αναγκάζοντας την νεοεκλεγμένη τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στην ψήφιση του νόμου 1264. Η νέα ώθηση που πήρε το εργατικό κίνημα δεν άργησε να δεχτεί την κυβερνητική επίθεση. Το “άρθρο 4” που έφερε η κυβέρνηση ένα χρόνο μετά, προσπαθώντας να σταματήσει τις απεργίες στις ΔΕΚΟ και κυρίως στις τράπεζες, όριζε ότι τα σωματεία μπορούν να κηρύξουν απεργία μόνο κατόπιν απόφασης που θα συγκέντρωνε το 50%+1 των εγγεγραμμένων μελών, μέσω μυστικής ψηφοφορίας. Οι απεργίες με διάρκεια άνω των πέντε ημερών απαγορεύτηκαν. Ο νόμος μπορεί να ψηφίστηκε, αλλά ποτέ δεν εφαρμόστηκε και ο εμπνευστής του, ο Γ. Αρσένης, μετά από λίγο αντικαταστάθηκε. 

Έτσι μπορεί να γίνει και τώρα. Η καλύτερη απάντηση στην προσπάθειά τους να σταματήσουν τις απεργίες είναι η οργάνωση και η απεργιακή κλιμάκωση σε κάθε κλάδο, σε κάθε χώρο δουλειάς.

18/9/13, Αντιφασιστική διαδήλωση την ημέρα που δολοφόνησαν τον Παύλο Φύσσα

 

Φλεβάρης ’12, Οι Χαλυβουργοί απεργούν


 

Συντονισμός

Απεργιακή κινητοποίηση οργανώνουν μια σειρά σωματεία και ομοσπονδίες την Παρασκευή 12/1, ημέρα που σύμφωνα με τις πληροφορίες, το πολυνομοσχέδιο θα μπαίνει στην Ολομέλεια της Βουλής. Τον προσανατολισμό για απάντηση με γενική απεργία έβαλε από την αρχή ο Συντονισμός Ενάντια στα Μνημόνια καλώντας, μετά από την ανακοίνωση της στάσης εργασίας της ΑΔΕΔΥ και την αδράνεια της ΓΣΕΕ, σε απεργιακό ξεσηκωμό από τα κάτω. Στις 12/1 καλεί σε προσυγκέντρωση στις 12μεσ, στην πλ.Κλαυθμώνος και τη Δευτέρα 15/1 συμμετοχή στο συλλαλητήριο στις 6μμ στο Σύνταγμα.

“Την Παρασκευή 12 Γενάρη απεργούμε και διαδηλώνουμε πανελλαδικά, για να μην περάσει το πολυνομοσχέδιο της κυβέρνησης που περιλαμβάνει τα προαπαιτούμενα της τρίτης αξιολόγησης, ανάμεσά τους και την απαγόρευση των απεργιών από τα πρωτοβάθμια σωματεία” αναφέρει στην προκήρυξη που εξέδωσε. “Εκατοντάδες πρωτοβάθμια σωματεία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, Ομοσπονδίες και Εργατικά Κέντρα, έχουν αποφασίσει 24ωρη απεργία και συλλαλητήρια την Τρίτη 12 Γενάρη. Χρειάζεται να σημάνει απεργιακός συναγερμός σε κάθε χώρο δουλειάς. Να πάρουμε αποφάσεις από όλα τα σωματεία συμμετοχής στην απεργία. Να αναγκάσουμε την ΑΔΕΔΥ που έχει αποφασίσει στάση εργασίας για την ημέρα της ψήφισης, να συμμετέχει στην απεργία στις 12 Γενάρη. Να αναγκάσουμε και τη ΓΣΕΕ που «σφυρίζει αμέριμνη» να προχωρήσει σε απεργία. 

Λίγες μέρες πριν την πανεργατική απεργία στις 14/12, η κυβέρνηση, κάτω από την μαζική και αποφασιστική κινητοποίηση των Συνδικάτων, αναγκάστηκε να κάνει πίσω στο χτύπημα των σωματείων και του δικαιώματος στην απεργία, με την επαίσχυντη τροπολογία που πήγε να καταθέσει «νύχτα». Τώρα επανέρχεται όχι μόνο με την απαγόρευση των απεργιών αλλά και με όλο τον κατάλογο των απαιτήσεων δανειστών και εργοδοτών. Φέρνουν μαζί τις περικοπές συντάξεων και μισθών μέσα από την αύξηση των εισφορών και πάνω απ’ όλα την συνέχιση των περικοπών για να βγουν τα ματωμένα πλεονάσματα που απαιτούν αφεντικά και δανειστές, την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων. 

Το ίδιο παραμύθι

Η κυβέρνηση προχωράει να ψηφίσει το πολυνομοσχέδιο με την μορφή του επείγοντος την Δευτέρα 15 Γενάρη για να προλάβει το Γιούρογκρούπ της 22 Γενάρη και την συμφωνία με τους δανειστές. Τσίπρας και υπουργοί, ισχυρίζονται ότι οι περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες, το ξεπούλημα των δημόσιων επιχειρήσεων και το χτύπημα των συνδικάτων, στρώνουν το δρόμο για την έξοδο από την κρίση. Επαναλαμβάνουν ακριβώς το ίδιο παραμύθι που ακούγαμε από τον Γ. Παπανδρέου και τον Σαμαρά. Έχουν κατρακυλήσει τόσο χαμηλά ώστε συγκρίνουν τους εαυτούς τους με τους προηγούμενους και λένε ότι αυτοί υλοποιούν το σενάριο της μνημονιακής “εξόδου από τα μνημόνια” εκεί που οι άλλοι απέτυχαν.  

Μπορούμε να τους σταματήσουμε απεργιακά. Να ξαναπιάσουμε το νήμα από την πανεργατική απεργία της 14  Δεκέμβρη που γέμισε τους δρόμους με απεργούς διαδηλωτές και έστειλε το μήνυμα στην κυβέρνηση Τσίπρα, τους δανειστές και τα αφεντικά, ότι οι εργαζόμενοι δεν είναι διατεθειμένοι να αποδεχτούν άλλες θυσίες για την ολοκλήρωση της νέας αξιολόγησης. Να επιβάλλουμε ότι και σε αυτό το μέτωπο θα τους αναγκάσουμε να κάνουν πίσω. Όπως τους αναγκάσαμε με την απεργία των δήμων το καλοκαίρι, με την μάχη για την αξιολόγηση στο δημόσιο που ξανά έκαναν πίσω. 

Είναι λάθος να αφήνουν τα συνδικάτα την πρωτοβουλία των κινήσεων στην κυβέρνηση. Τώρα είναι η ώρα για απεργιακή κλιμάκωση για να μην ψηφιστεί και πολύ περισσότερο να μην εφαρμοστεί ο αντιαπεργιακός νόμος. Καλούμε κάθε Εργατικό Κέντρο, Ομοσπονδία και πρωτοβάθμιο σωματείο δημόσιου και ιδιωτικού τομέα να πάρει απόφαση για απεργιακή κινητοποίηση στις 12 Γενάρη και για την συνέχεια και την κλιμάκωση μέχρι την ψήφιση. 

Να οργανώσουμε τις επόμενες ημέρες όλους τους χώρους δουλειάς για την επιτυχία της απεργίας. Για να αποτρέψουμε την ψήφιση των προαπαιτούμενων αλλά και για να ανοίξουμε τον δρόμο για τις μάχες που φέρνει η νέα χρονιά. Να μην εφαρμοστεί στην πράξη το χτύπημα στην απεργία ακόμη και αν βρουν τους «πρόθυμους» βουλευτές να το ψηφίσουν. Για να συνεχίσουμε τη σύγκρουση για να μην απολυθεί κανένας συμβασιούχος, αντίθετα να γίνουν μαζικές προσλήψεις σε σχολεία, δήμους και νοσοκομεία. Για να μην περάσει η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, του νερού, των συγκοινωνιών” καταλήγει.