Διεθνή
Μ. Ανατολή: Αντίσταση στην κλιμάκωση της ιμπεριαλιστικής επέμβασης

Γιατί αποσταθεροποιεί τη Μέση Ανατολή ο Ντόναλντ Τραμπ; Μιας και ακριβώς αυτό κάνει, μετακινώντας στην Ιερουσαλήμ την αμερικανική πρεσβεία στο Ισραήλ και αποσυρόμενος από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν. Η κυρίαρχη εξήγηση της άρχουσας τάξης συμπυκνώνεται στον τίτλο ενός άρθρου του Έντουαρντ Λους στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς: “Ο Ντόναλντ Τραμπ παίζει με σπίρτα στη Μέση Ανατολή”. Με άλλα λόγια, ο Τραμπ κινείται με βάση την ματαιοδοξία και την ηλιθιότητα.

Είμαι σίγουρος ότι υπάρχει ένα μέρος αλήθειας σε αυτό, αλλά δεν φτάνει στην καρδιά του προβλήματος. Το καλύτερο σημείο για να αρχίσουμε είναι να κάνουμε την ερώτηση: ποιος κέρδισε τον πόλεμο του Ιράκ. Ξέρουμε ποιος τον έχασε: οι ΗΠΑ και η Βρετανία. Αλλά ποιος τον κέρδισε; Φυσικά όχι ο ιρακινός λαός, του οποίου η εξαθλίωση συνεχίστηκε χωρίς σχεδόν καμιά διακοπή.

Η απάντηση είναι το Ιράν. Η αμερικανοβρετανική εισβολή στο Ιράκ απομάκρυνε τον πιο επικίνδυνο αντίπαλο της Ισλαμικής Δημοκρατίας, τον Σαντάμ Χουσεΐν, ο οποίος είχε εξαπολύσει έναν αιματηρό οχταετή πόλεμο εναντίον της τη δεκαετία του ‘80.

Επιπλέον, το καθεστώς του Σαντάμ αντιπροσώπευε την κυριαρχία μιας σουνιτικής μειοψηφίας πάνω στην σιιτική πλειοψηφία του Ιράκ. Η πτώση του επέτρεψε σε αυτή την καταπιεσμένη πλειοψηφία να υψώσει το πολιτικό της ανάστημα. Το ιρανικό καθεστώς, το οποίο βασίζεται στο σιιτικό ισλάμ, ασκεί μεγάλη επιρροή σε διαδοχικές ιρακινές κυβερνήσεις εδώ και πάνω από μια δεκαετία.

Μπόρεσε επίσης να εκμεταλλευτεί την μερική διάλυση των δύο βασικών κρατών της Αραβικής Ανατολής, του Ιράκ και της Συρίας. Οι Ιρανοί Φρουροί της Επανάστασης και ο στενός σύμμαχος της Τεχεράνης, το λιβανέζικο σιιτικό κίνημα Χεζμπολάχ, έχουν παίξει κρίσιμο ρόλο στη στήριξη του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Άσαντ στη Συρία. Σιιτικές πολιτοφυλακές με τη στήριξη του Ιράν είχαν ιδιαίτερη συμβολή στην ήττα του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι πόλεμοι στη Συρία και το Ιράκ άφησαν το Ιράν σε πολύ άνετη θέση. Επιπλέον, η Χεζμπολάχ βγήκε πρώτη στις πρόσφατες εκλογές στο Λίβανο. Αυτές οι εξελίξεις αποτελούν ανάθεμα για δύο άλλα καθεστώτα στη Μέση Ανατολή: για το Ισραήλ, το οποίο φοβάται ένα ισχυρό και εχθρικό Ιράν, και τη Σαουδική Αραβία της οποίας η κυβερνώσα δυναστεία αντλεί τη νομιμοποίησή της από μια καθαρολογική εκδοχή του σουνιτικού Ισλάμ.

Η αμερικάνικη απάντηση σε αυτές τις εξελίξεις, από την τελευταία περίοδο της δεύτερης κυβέρνησης του Τζορτζ Μπους, ήταν να κατευνάζεται το Ιράν. Η πυρηνική συμφωνία που κατάφερε ο Ομπάμα το 2015, με την υποστήριξη πέντε ακόμη “παγκόσμιων δυνάμεων” ήταν συνέχεια εκείνης της πολιτικής. Όμως η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ αντιτέθηκαν στη συμφωνία. Το πιο ισχυρό τους επιχείρημα είναι όχι ότι το Ιράν παραβίασε τη συμφωνία (δεν υπάρχουν ενδείξεις για κάτι τέτοιο) αλλά ότι το Ιράν δυναμώνει.

Τώρα με τον Τραμπ, το Ιράν και η Σαουδική Αραβία έχουν βρει έναν πρόεδρο που είναι διατεθειμένος να τους ακούσει. Όμως, ποια είναι η εναλλακτική; Ο πόλεμος; Το Πεντάγωνο σταμάτησε τα σχέδια της κυβέρνησης Μπους να επιτεθεί στην Τεχεράνη στα μέσα της δεκαετίας του 2000 και δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι ο Τραμπ θα άντεχε έναν ακόμη πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Ίσως θα στήριζε μια ισραηλινο-σαουδική συμμαχία εναντίον του Ιράν, έναν αλλόκοτο συνασπισμό μεταξύ του σιωνιστικού κράτους και των αντισημιτών σαλαφιτών στο Ριάντ. 

Όμως το Ιράν είναι σκληρό καρύδι. Χρειάστηκε να παρέμβει το αμερικάνικο ναυτικό και αεροπορία για να γυρίσει η πλάστιγγα υπέρ του Σαντάμ Χουσεΐν το 1987-8. Ενώ οι περιφερειακές συμμαχίες της Τεχεράνης σημαίνουν πως μπορεί πραγματικά να φέρει “φωτιά και οργή” στη Μέση Ανατολή. Έτσι ο Τραμπ επικεντρώνεται στις οικονομικές κυρώσεις, και χρησιμοποιεί ιδιαίτερα την απειλή της απώλειας πρόσβασης στην αμερικάνικη αγορά και το χρηματοπιστωτικό σύστημα ώστε να πειθαρχήσει την Ευρώπη και την Ιαπωνία.

Αλλά η Μέση Ανατολή παραμένει απρόβλεπτη περιοχή. Μια συμμαχία υπό τον Μούκταντα αλ-Σαντρ μόλις βγήκε πρώτη στις ιρακινές εκλογές. Ο Σαντρ ήταν ένας από τους πιο γνωστούς αντιπάλους της κατοχής του Ιράκ. Ηγήθηκε ενός κινήματος των φτωχών Σιιτών με κέντρο την “πόλη Σαντρ” (που φέρει το όνομα της οικογένειάς του) στη Βαγδάτη, που στην κορύφωσή του το 2004 απειλούσε να γίνει μέρος ενός γενικευμένου εθνικού ξεσηκωμού ενάντια στις ΗΠΑ και τη Βρετανία.

Η τραγική συνέχεια ήταν ότι οι κατακτητές και οι προκάτοχοι του Ισλαμικού Κράτους διέσπασαν την αντίσταση πάνω σε θρησκευτικές διαχωριστικές γραμμές. Το ένοπλο τμήμα του κινήματος του Σαντρ, ο στρατός του Μάχντι, ενεπλάκη σε ομάδες θανάτου που δολοφονούσαν Σουνίτες, παρόλο που ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκε αν ο Σαντρ είχε δώσει την έγκρισή του. Σε κάθε περίπτωση, τώρα επιστρέφει, επικεφαλής μιας συμμαχίας που περιλαμβάνει κοσμικές και αριστερές δυνάμεις και αντιτίθεται στην υποταγή του Ιράκ είτε στην Ουάσινγκτον, είτε στην Τεχεράνη. Το γεγονός υπογραμμίζει ότι ο αραβικός κόσμος δεν είναι απλώς κάποιο παιχνιδάκι στα χέρια των διεφθαρμένων ηγετών του και των ξένων δυνάμεων.