Πολιτισμός
Το σινεμά του Μάη

Μπλοκ της συνέλευσης κινηματογραφιστών σε διαδήλωση του Μάη

Γκοντάρ, Τρυφώ, Πολάνσκι

 

Αν κανείς αναζητήσει σήμερα μια ταινία που να μιλάει για τον Μάη του ’68, οι αναφορές και επιρροές είναι πολυάριθμες, θα δυσκολευτεί ωστόσο να βρει μια αντιπροσωπευτική. Είναι δυνατό να χωρέσει ο Μάης σε μια ταινία; Η επίδραση των εξεγέρσεων του ‘68 στην κινηματογραφική κουλτούρα δεν μπορεί να απομειωθεί στο χρονικό διάστημα που διήρκεσαν τα γεγονότα του Γαλλικού Μάη, παρόλο που αυτά υπήρξαν η απόλυτη κορύφωση, το σύμβολο μιας διαδικασίας αμφισβήτησης που σάρωνε όλη την υφήλιο στη δεκαετία του ’60. Κομμάτι αυτής της παράδοσης αποτελούν κινήματα και γεγονότα φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους, όπως το διεθνές κίνημα κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, οι αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων στις ΗΠΑ που σφραγίστηκαν από τις δολοφονίες του Μάλκολμ Χ και του Μάρτιν Λούθερ Κιγκ, τη γέννηση των «Μαύρων Πανθήρων», η «Άνοιξη της Πράγας», οι εξελίξεις στην Κίνα, οι αγώνες στη Λατινική Αμερική, τα φοιτητικά κινήματα σε όλη την Ευρώπη. Τα γεγονότα αυτά δεν έληξαν στα οδοφράγματα του Παρισιού. Τα θραύσματά τους καταδίωκαν το κατεστημένο για χρόνια, στο συνέδριο των Δημοκρατικών στο Σικάγο, στις εξεγέρσεις του Ουάτς στο Λος Άντζελες, στο θερμό Ιταλικό φθινόπωρο του ’69 κ.ο.κ. 

Η Σύλβια Χάρβει στο βιβλίο «Ο Μάης του ’68 και η κουλτούρα του κινηματογράφου» έγραψε: «Παρά την τελική υποχώρηση ... θα πρέπει να κρατήσουμε τα θετικά στοιχεία του φοιτητικού κινήματος του Μάη –τη μνημειώδη εφευρετικότητα που το χαρακτήριζε. Η αμφισβήτηση των πάντων γέννησε πελώριο ενθουσιασμό, επανεξέτασε όλες τις πτυχές της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής».

Διαμορφώθηκε επομένως ένα αίτημα για ριζική αλλαγή, για επανάσταση απέναντι στο σύστημα που αρνιόταν την ειρήνη, τα εργασιακά και δημοκρατικά δικαιώματα, τη σεξουαλική απελευθέρωση. Τροφοδότησε τη νέα ριζοσπαστικοποίηση και ανυπακοή, τη ζύμωση των ιδεών, την αλλαγή των κοινωνικών αξιών, την ιδεολογική διαμάχη μέσα στην Αριστερά. Διαπέρασε τις κυβερνήσεις, τους θεσμούς, την εκπαίδευση, την τέχνη, τον κινηματογράφο. 

Η αποτύπωση του Μάη του ’68 στο φιλμ ξεκίνησε από την πρώτη μέρα της εξέγερσης, όταν πολυάριθμοι ανώνυμοι κινηματογραφιστές με τη φόρτιση και τον ενθουσιασμό της στιγμής και με μια κάμερα 16 mm στο χέρι, έτρεξαν να καταγράψουν τα γεγονότα συμμετέχοντας σε αυτά. Ωστόσο η ιστορική εξέταση και αποτίμηση αυτού του κολοσσαίου πολιτικού συμβάντος συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Το πρωτογενές αρχειακό υλικό χαρακτηρίζεται από την αμεσότητα του cinema direct και σ’αυτό χρωστάμε τον πλούτο των εικόνων από την καθημερινότητα της εξέγερσης: τα οδοφράγματα στο Καρτιέ Λατέν, το ξήλωμα των πλακόστρωτων, τις μαζικές συνελεύσεις μέσα στα πανεπιστήμια και εργοστάσια, τη γενική απεργία, την καταστολή από την αστυνομία. Αυτό το εκρηκτικό μείγμα αποτέλεσε τη βάση για μια πλειάδα από ταινίες τεκμηρίωσης, τα περίφημα Ciné-Tracts, ολιγόλεπτες ταινίες όπου οι ασπρόμαυρες εικόνες μοντάρονται hand-made με στόχο όχι μόνο την καταγραφή αλλά και την επαναστατικοποίηση της κινηματογραφικής γλώσσας. 

Μαρκέρ

Η πιο αντιπροσωπευτική από τις ταινίες τεκμηρίωσης παραμένει μέχρι σήμερα το μνημειώδες έργο του Κρις Μαρκέρ «Το βάθος του ουρανού είναι κόκκινο». Πρόκειται για ένα τρίωρο έπος που πέρα από τα κινηματογραφημένα πλάνα και τα επίκαιρα, περιλαμβάνει αποσπάσματα τηλεοπτικών εκπομπών, στατικές φωτογραφίες και συνεντεύξεις με έντονο πολιτικό πρόσημο. Είναι ένα κολάζ των γεγονότων της δεκετίας του ’60 από το Βιετνάμ μέχρι την Κούβα και τη Λατινική Αμερική. Το πρώτο μέρος με τίτλο «Τα εύθραυστα χέρια» (των φοιτητών που απευθύνονται στην εργατική τάξη) προσπαθεί να θέσει το πλαίσιο που οδήγησε στον Μάη και την ίδια την εξέγερση. Το δεύτερο μέρος «Τα κομμένα χέρια» αναλογίζεται για ποιό λόγο τελικά η επανάσταση δε νίκησε. Ο Μαρκέρ ολοκλήρωσε το έργο αυτό το 1978, του πήρε δηλαδή 10 χρόνια για έναν πολιτικό απολογισμό. Ο ίδιος ανήκε στην επαναστατική αριστερά, στους κινηματογραφιστές της «Αριστερής όχθης» που τάχθηκαν από την πρώτη στιγμή με την πλευρά του κινήματος. 

Η γενιά αυτή δεν ερχόταν από το πουθενά. Έχοντας δουλέψει τη θεωρία του σινεμά γύρω από το περιοδικό «Κινηματογραφικά Τετράδια» (Cahiers du cinema), ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, ο Φρανσουά Τριφό, ο Αλέν Ρενέ, ο Κλοντ Σαμπρόλ, η Ανιές Βαρντά και άλλοι πέρασαν στην σκηνοθεσία ως το «Νέο Κύμα» του σινεμά και προσπαθώντας να μετατρέψουν την τέχνη σε φορέα για την αλλαγή. Το κομμάτι αυτό πρωταγωνίστησε στην εξέγερση του Μάη, όχι απλά σαν κινηματογραφιστές αλλά και σαν ακτιβιστές της επαναστατικής αριστεράς που τότε γεννιόταν. Με τη δική τους ενεργητική παρέμβαση το φεστιβάλ Καννών που εξελισσόταν τις μέρες του Μάη διακόπηκε σε συμπαράσταση με τους εξεγερμένους του Παρισιού. Λίγες μέρες μετά, η γενική συνέλευση (Εstat General) των αριστερών ανθρώπων του σινεμά συνεδρίασε και κατέληξε σε ένα πολιτικό μανιφέστο για έναν κινηματογράφο στην υπηρεσία της κοινωνίας και της επανάστασης! Φοβερή διακήρυξη, αλλά η πραγματοποίησή της είχε να αντιμετωπίσει πολλά πρακτικά και πολιτικά εμπόδια. Σύντομα, η συνέλευση διασπάστηκε σε 19 (!) διαφορετικές ομάδες, η καθεμιά με τη δική της αντίληψη για το πώς συνεχίζει το κίνημα. Παρολαυτά, οι κολεκτίβες που συγκροτήθηκαν αποτελέσαν ένα πρωτότυπο πείραμα για ένα σινεμά που δεν θα καθορίζεται από τις κυρίαρχες ιδέες και τις πιέσεις της αγοράς, αλλά από τη δημιουργικότητα των ανθρώπων του και τις ανάγκες του κινήματος. 

Γκοντάρ

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Γκοντάρ ονόμασε την κολλεκτίβα που έφτιαξε «Τζίγκα Βέρτοφ», φόρο τιμής και αναφορά στη Ρώσικη Επανάσταση του ’17. Ο ίδιος αποκήρυξε ό,τι είχε γυρίσει μέχρι τότε ως «καπιταλιστικό» και δήλωσε ότι θα κάνει «ταινίες με πολιτικό τρόπο». Υπήρχε ωστόσο μια θεμελιώδης διαφορά με το ‘17. Οι Ρώσοι πρωτοπόροι της τέχνης δρούσαν στο πλαίσιο μιας νικηφόρας επανάστασης. Η ομάδα του Γκοντάρ είχε να αντιμετωπίσει την υποχώρηση του κινήματος του Μάη και την επιστροφή στην «κανονικότητα». Οι σκληρές Μαοϊκές αναφορές τους όχι μόνο δεν βοήθησαν, αλλά έκαναν τα εγχειρήματά τους να μοιάζουν όλο και πιο δογματικά και αποκομμένα, με αποτέλεσμα το 1972 η ομάδα να διαλυθεί και ο Γκοντάρ να αποκηρύξει για άλλη μια φορά τα έργα του.

Στην πραγματικότητα το πνεύμα και η κληρονομιά του Μάη αδικούνται αν μετρηθούν με το μπόι των δημιουργών της επαναστατικής αριστεράς, όχι γιατί οι ίδιοι δεν άξίζουν, αλλά γιατί ο Μάης σαν επαναστατικό κίνημα δεν δικαιώθηκε άμεσα. Ταινίες που επιχείρησαν τον απολογισμό δεν απέφυγαν την πικρία και την απαισιόδοξη ματιά. Το «Να πεθαίνεις στα ‘30» του Ρομέν Γκουπίλ αναλογίζεται τι οδήγησε τον Μισέλ Ρεκανατί, Τροστσκιστή ηγέτη του Μάη στην αυτοκτονία 10 χρόνια μετά. Ο «Μιλού το Μάη» του Λουί Μαλ, οι «Ονειροπόλοι» του Μπερτολούτσι, οι «Συνήθεις εραστές» χρησιμοποιούν τον Μάη σαν φόντο για τις προσωπικές ανησυχίες των ηρώων τους, ενώ το «Μετά το Μάη» (2012) του Ολιβιέ Ασαγιάς βάζει θετικό πρόσημο στο τι άφησε ο Μάης στον πρωταγωνιστή του. 

Κατά τη γνώμη μας το πνεύμα του Μάη έχει περάσει στο σινεμά βασικά όχι μέσα από τις ταινίες που αναφέρονται ανοιχτά στον Μάη, αλλά από εκείνες που κατάφεραν να αφομοιώσουν και να εκφράσουν τις αλλαγές στις συνειδήσεις των ανθρώπων και στην κοινωνία μέσα στη διαδικασία των εξεγέρσεων. Τον Μάη προανήγγειλαν ταινίες του Φρι Σίνεμα όπως «Σάββατο βράδυ Κυριακή πρωί» (1960) και «Μόργκαν ο τρελλός εραστής» (1966) του Κάρελ Ράις, η «Μάχη του Αλγερίου» του Τζίλο Ποντεκόρβο, το «Γουικ εντ» του Γκοντάρ (1967). Τον Μάη κουβάλησε στις αποσκευές της όλη η επόμενη φουρνιά, με καλύτερα παραδείγματα το «Εάν» του Λίντσεϊ Άντερσον (1971), το «Συμπάθεια για το διάβολο» και «Όλα πάνε καλά» του Γκοντάρ.

Τέλος, χρειάζεται να σταθούμε στην «καρδιά του κτήνους», στην Αμερική, όπου συνέβη ένα διπλό φαινόμενο: Ανεξάρτητες παραγωγές που κατέγραψαν τις μάχες του κινήματος, με προεξέχουσα το «Medium Cool» του Χάσκελ Ουέξλερ και το ψυχεδελικό «Ζαμπρίσκι Πόιντ» που γύρισε ο Αντονιόνι στις ΗΠΑ. Ταυτόχρονα στα μεγάλα στούντιο εμφανίστηκαν παραγωγές που έφεραν το πνεύμα του ’68 με αλληγορικό τρόπο, δηλαδή χρησιμοποιούσαν μια φαινομενικά άσχετη ιστορία για να κριτικάρουν το αμερικανικό κράτος . Η «Άγρια Συμμορία», το «Μπόνι και Κλάιντ», ο «Ξένοιαστος καβαλάρης» έγιναν σημαίες του κινήματος στις ΗΠΑ, ανοίγοντας το δρόμο για μια νέα γενιά δημιουργών.

Πενήντα χρόνια μετά, όλη αυτή η πλούσια παραγωγή μεταφέρει τα μηνύματα και τις παρακαταθήκες του Μάη θυμίζοντας ότι τα ζητήματα που άνοιξαν δεν έχουν εκπληρωθεί, αλλά είναι ανοιχτά παίζονται, στις οθόνες και τα μυαλά μας.