Εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές συγκρούστηκαν σε όλη τη χώρα με την αστυνομία και το στρατό που άνοιξε πυρ. Στη διάρκεια των συγκρούσεων που ξέσπασαν ακόμα και στις τουριστικές περιοχές, καταλήφθηκαν από οχήματα του στρατού μέχρι δημόσια κτήρια. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν τέσσερις στρατιωτικοί, αλλά και ξένοι δημοσιογράφοι. Παρά την καταστολή, ο στρατός δεν κατάφερε να σταματήσει την εξέγερση, με αποτέλεσμα το βράδυ του Σαββάτου να αποσυρθεί ζητώντας από την ηγεσία των Κόκκινων Πουκάμισων να κάνει το ίδιο.
Κάτω από την ένταση της εξέγερσης ο πρωθυπουργός Αμπχισίτ Βετζατζίβα δήλωσε ότι εξετάζει το ενδεχόμενο να διαλύσει το Κοινοβούλιο σε έξι μήνες -τρεις μήνες νωρίτερα από την προηγούμενη πρότασή του- και να προκηρύξει εκλογές έως τα τέλη του 2011. Παρόλα αυτά, η οργή του κόσμου είναι τόσο μεγάλη, ώστε η ηγεσία της αντιπολίτευσης δυσκολεύεται να προχωρήσει σε κάποιο συμβιβασμό. Για τις τελευταίες εξελίξεις στην Ταϊλάνδη, παραθέτουμε τη συνέντευξη που έδωσε στην εφημερίδα Socialist Worker o Τζάιλς Τζι Ουνγκαπκόρν ταϊλανδός σοσιαλιστής που βρίσκεται εξόριστος στο Λονδίνο.
«Εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές υπερασπιστές της δημοκρατίας κατέβηκαν στους δρόμους της Μπανγκόγκ και άλλες πόλεις της Ταϊλάνδης τις τελευταίες εβδομάδες. Ηταν μια επίδειξη δύναμης για να αποδειχθεί η δύναμη του κινήματος των «Κόκκινων Πουκάμισων» και να αποκαλυφθούν όλα τα ψέματα της φιλοβασιλικής κυβέρνησης και των ΜΜΕ ότι τα «Κόκκινα Πουκάμισα» δεν αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία του πληθυσμού.
Οι διακηρυγμένοι στόχοι του κινήματος είναι να αναγκάσουν την επιβληθείσα από το στρατό κυβέρνηση του Αμπχιζιτ Βετζαζίβα να διαλύσει το κοινοβούλιο και να καλέσει εκλογές. Παρόλα αυτά είναι δύσκολο να δει κανείς πως η ηγεσία των Κόκκινων Πουκάμισων θα καταφέρει να μετατρέψει τη μαζική λαϊκή οργή σε μια δύναμη ικανή να συγκρουστεί και να υπερνικήσει τη στρατιωτική δικτατορία που επιβλήθηκε το 2006.
Βήμα μπροστά
Αυτό συμβαίνει γιατί οι ηγέτες των Κόκκινων Πουκάμισων δεν είναι προετοιμασμένοι να εξαπολύσουν μια, μια κι έξω, επίθεση στο στρατό και τη μοναρχία. Οι νέες εκλογές δεν πρόκειται να λύσουν το πρόβλημα. Παρόλα αυτά το μαζικό κατέβασμα των Κόκκινων Πουκάμισων στους δρόμους είναι ένα σημαντικό βήμα μπροστά.
Η συντριπτική πλειοψηφία των Κόκκινων Πουκάμισων είναι φτωχοί άνθρωποι από τις πόλεις και την επαρχία και οι ηγέτες τους επιτέλους μιλάνε πλέον ανοιχτά για «ταξικό αγώνα» ανάμεσα στο λαό και την ελίτ. Πρέπει να προχωρήσουν μπροστά και να οργανωθούν μέσα στην εργατική τάξη των πόλεων και στα κατώτερα τμήματα του στρατού προκειμένου να πετύχουν μια ιδανική κατάσταση για μια επαναστατική αλλαγή. Οποιοσδήποτε άλλος συμβιβασμός θα κρατήσει στην εξουσία τη φιλοβασιλική ελίτ που έχει επανειλημμένα καταστρατηγήσει τη δημοκρατία.
Η πολιτική κρίση και ο ξεσηκωμός που έχει ξεκινήσει στην Ταϊλάνδη από τις 19 Σεπτέμβρη του 2006, οπότε έγινε το στρατιωτικό πραξικόπημα ενάντια στη νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση του Ταξίν Σιναβάτ, είναι σημάδια ενός σοβαρού ταξικού πόλεμου ανάμεσα στους πλούσιους συντηρητικούς και τη φτωχολογιά των πόλεων και της υπαίθρου. Δεν είναι ένας καθαρός ταξικός πόλεμος και αυτοί που συμμετέχουν σε αυτόν έχουν διαφορετικούς στόχους και διαφορετικές εκδοχές της δημοκρατίας στο μυαλό τους.
Εξαιτίας του κενού που άφησε στα αριστερά η κατάρρευση του ΚΚ Ταϊλάνδης, ο εκατομμυριούχος λαϊκιστής πολιτικός Ταξίν Σιναβάτ και το κόμμα του Τάι Ρακ έχουν κατορθώσει να εμπνεύσουν εκατομμύρια απλούς Ταϊλανδούς. Παρά το γεγονός ότι πολλοί αναλυτές προσπαθούν να εξηγήσουν την τωρινή σύγκρουση Ταξίν-συντηρητικών σαν μια διαμάχη ανάμεσα σε κομμάτια της ελίτ, ανάμεσα στην «φεουδαλική εξουσία» και τη «μοντέρνα καπιταλιστική τάξη», τα πράγματα δεν είναι έτσι.
Αυτό που λείπει στις περισσότερες αναλύσεις είναι η δράση των εκατομμυρίων απλών ανθρώπων. Ο Ταξίν έχτισε μια συμμαχία με τους εργάτες και τους αγρότες μέσα από μια φιλολαϊκή πολιτική με μέτρα όπως η δημιουργία ενός ενιαίου συστήματος υγείας και η οικονομική ενίσχυση στα χωριά για την ανάπτυξη καλλιεργειών. Τα Κόκκινα Πουκάμισα υποστηρίζουν τον Ταξίν, αλλά δεν είναι απλά υποχείρια που χρησιμοποιούνται από αυτόν προκειμένου να γυρίσει στην εξουσία. Απαιτούν πραγματική δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη.
O Tαξίν, όπως και οι συντηρητικοί του αντίπαλοι, είναι και οι δύο μοντέρνοι «φιλοβασιλικοί», με την έννοια ότι και οι δύο πλευρές θέλουν να χρησιμοποιήσουν το θεσμό της μοναρχίας για να ενισχύσουν την κυριαρχία της τάξης των καπιταλιστών. Η φεουδαρχία έχει πάψει να υπάρχει στην Ταϊλάνδη από τη δεκαετία του 1870.
Αυτό που έστρεψε τους συντηρητικούς ενάντια στον Ταξίν ήταν ο φόβος ότι θα χάσουν τα προνόμιά τους με το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του Ταξίν που είχε μαζική λαϊκή υποστήριξη. Στο παρελθόν η κυρίαρχη τάξη χρησιμοποιούσε ένα συνδυασμό στρατιωτικής δύναμης, φιλοβασιλικής «ιδεολογίας» και χρηματισμών προκειμένου να αγνοεί τη θέληση του λαού.
Ούτε ο Ταξίν, ούτε οι συντηρητικοί ήθελαν η διαμάχη τους να μετατραπεί σε ένα ταξικό πόλεμο. Αλλά το μαζικό κίνημα υπέρ της δημοκρατίας αρχίζει να αμφισβητεί συνολικά όλο το πολιτικό εποικοδόμημα και την ίδια τη μοναρχία. Αυτό συμβαίνει εξαιτίας της αλαζονικής συμπεριφοράς των φιλοβασιλικών συντηρητικών και την παρατεταμένη φύση της κρίσης, αλλά και εξαιτίας της αυτοοργάνωσης εκατομμυρίων Κόκκινων Πουκάμισων από τα κάτω, στη βάση της κοινωνίας.
Αυτός ο ταξικός πόλεμος αλλάζει την πολιτική συμπεριφορά εκατομμυρίων ανθρώπων και βάζει ολόκληρη την κοινωνία σε δοκιμασία. Αλλά το πραγματικό ερώτημα που αντιμετωπίζει το κίνημα είναι πως θα καταφέρει να προτάξει τα ζητήματα της εργατικής τάξης και να αναμετρηθεί με την κρατική εξουσία».

