Στις 24 Φλεβάρη ο υπουργός Υγείας μετά από σύσκεψη στο Μαξίμου δηλώνει στους δημοσιογράφους με βάση την πιθανότητα εμφάνισης επιδημίας από τον κορονοϊό ότι “ η χώρα είναι θωρακισμένη”. Μια εβδομάδα μόλις μετά η «θωράκιση» της χώρας διαλύεται σαν χάρτινος πύργος.
Το νοσοκομείο του Ρίου που είναι νοσοκομείο αναφοράς στη νοτιοδυτική Ελλάδα και που ήδη λόγω των τεράστιων ελλείψεων που υπάρχουν λειτουργεί σε συνθήκες πολέμου, καταρρέει με την εμφάνιση του πρώτου κρούσματος στην περιοχή, με ευθύνη μάλιστα του ίδιου του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας που αρνήθηκε να σταλεί δείγμα από τον ασθενή προς εξέταση, παρά τις εκκλήσεις των νοσοκομειακών γιατρών Αμαλιάδας και Ρίου. Το αποτέλεσμα αυτής της άρνησης του ΕΟΔΥ να συνδράμει τους γιατρούς στο έργο τους, ήταν το προσωπικό του ΕΚΑΒ και μεγάλος αριθμός του προσωπικού της παθολογικής κλινικής του νοσοκομείου του Ρίου να τεθεί σε κατ’ οίκον περιορισμό, μια νοσηλεύτρια μέχρι σήμερα να επιβεβαιώνεται ως θετική στον κορονοϊό, ενώ στο νοσοκομείο της Αμαλιάδας κλείνει η παθολογική κλινική, αφού όλοι οι εργαζόμενοι είχαν εκτεθεί χωρίς τα απαιτούμενα μέσα προστασίας.
Το γκρέμισμα του μηχανισμού πριν ακόμη ξεκινήσει η επιδημιολογική έξαρση έχει βαθιές πολιτικές ευθύνες και αφορούν την οικονομική πολιτική που ασκήθηκε από όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις στο χώρο της Υγείας. Αφορούν την αντίληψη ότι η Υγεία αποτελούσε κόστος για το δημόσιο προϋπολογισμό και ότι οι περικοπές της θα συμβάλλανε σε πλεονασματικούς προϋπολογισμούς. Αφορούν την συνειδητή επιλογή εξαθλίωσης του Ε.Σ.Υ με τις καρατομημένες κρατικές επιχορηγήσεις, το κλείσιμο ολόκληρων νοσοκομείων, το πάγωμα των προσλήψεων, την εντατικοποίηση και εργασιακή εξουθένωση των εργαζομένων.
Αυτόν λοιπόν τον μηχανισμό θωράκισης της δημόσιας Υγείας, που διέλυσαν με σταθερότητα και επιμονή όλα τα προηγούμενα χρόνια, μας καλούσε ο υπουργός να εμπιστευτούμε με την άφιξη του κορονοϊού στην Ευρώπη. Τα δε μέτρα στήριξης που ανακοίνωσε μετά την επιδημιολογική έξαρση του ιού στην περιοχή, είναι σταγόνα σ’ έναν απέραντο ωκεανό.
Η επίταξη της Οφθαλμολογικής και της Ω.Ρ.Λ κλινικής και οι εσωτερικές μετακινήσεις προσωπικού για να καλυφθούν τα νοσηλευόμενα από τον ιό περιστατικά δημιούργησε περισσότερα προβλήματα από ότι έλυσε. Οι 50 προσλήψεις επικουρικών νοσηλευτών που ανακοινώθηκαν σ’ έναν εργασιακό χώρο που μέχρι σήμερα μετράει 180 κενές εργασιακές θέσεις νοσηλευτικού προσωπικού, δεν καλύπτουν ούτε κατά διάνοια τις ανάγκες, ενώ οι 170 κενές θέσεις μονίμων γιατρών και ειδικευομένων οξύνουν περισσότερο το πρόβλημα.
Οι νοσοκομειακοί γιατροί και οι νοσηλευτές αυτές τις μέρες καταβάλλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες και δίνουν πραγματική μάχη με αυταπάρνηση στην πρώτη γραμμή. Καιρός λοιπόν να αναλάβει και η πολιτική ηγεσία του υπουργείου τις ευθύνες της απέναντι στους πολίτες με άμεση πρόσληψη μόνιμου προσωπικού όλων των απαιτούμενων ειδικοτήτων για να ενισχυθούν τα νοσοκομεία και τα Κέντρα Υγείας, να ανοίξουν και να στελεχωθούν τα κλειστά κρεβάτια ΜΕΘ, να εφοδιαστούν με το απαιτούμενο ιατροφαρμακευτικό υλικό οι νοσηλευτικές μονάδες για να μπορέσουμε έτσι να ανταποκριθούμε στις αυξημένες ανάγκες.
Κατερίνα Αγγέλη
εργαζόμενη Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ρίου, Πάτρα

