Στη Βρετανία, τη χώρα-μοντέλο της πολιτικής των «απελευθερωμένων αγορών», η ιδιωτικοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων ηλεκτρισμού ξεκίνησε το 1992. Μαζί απελευθερώθηκαν και τα τιμολόγια του ρεύματος. Οι ενιαίες επιχειρήσεις διασπάστηκαν κι ο λογαριασμός απέκτησε «διακριτές χρεώσεις» για κάθε δραστηριότητα. Τα τιμολόγια χωρίστηκαν σε «ζώνες» και συνδέθηκαν με τις ωριαίες τιμές του χρηματιστήριου ενέργειας. Όπως ετοιμάζονται να το αντιγράψουν και στη χώρα μας.
Τα «οφέλη» για τα νοικοκυριά από την «πρότυπη» αγγλική απελευθέρωση ήταν αφενός, να αυξηθούν κατακόρυφα οι τιμές (11% μεταξύ 1991 και 1992, 57% από 1991-2008) κι αφετέρου, να ανακαλυφθεί ένα νέο κοινωνικό φαινόμενο, η «ενεργειακή φτώχεια».
Η Βρετανική κυβέρνηση το 2001 όρισε ότι υφίσταται ενεργειακή φτώχεια «όταν ένα νοικοκυριό χρειάζεται να ξοδεύει πάνω από το 10% του εισοδήματός του για ικανοποιητική θέρμανση, μαγείρεμα κι άλλες βασικές λειτουργίες». Η κυβέρνηση της ίδιας χώρας εκτιμούσε το 2008, πως η «ελεύθερη αγορά ηλεκτρισμού λειτουργεί ικανοποιητικά». Την ίδια στιγμή ο αριθμός των ενεργειακά φτωχών νοικοκυριών ανέβαινε από 1,7 εκατομμύρια το 2005, σε 5,5 εκ. το 2008. Με τις νέες αυξήσεις που επήλθαν το 2008 (27,5%), οι εκτιμήσεις πρόβλεπαν 7 εκ. για το 2009.
Η εκτίναξη των οικιακών τιμολογίων από τους πρώτους μήνες της «απελευθέρωσης», οδήγησε χιλιάδες νοικοκυριά σε αδυναμία πληρωμής των λογαριασμών τους και τη συσσώρευση χρεών προς τις ιδιωτικές πλέον ηλεκτρικές εταιρείες. Με αποτέλεσμα το 1993 να παρατηρηθεί μια πρωτοφανής για τα αγγλικά δεδομένα έκρηξη των αποκοπών, δηλ. οι εταιρείες διέκοψαν τη ρευματοδότησή τους. Λίγο μετά σημειώθηκαν και οι πρώτοι θάνατοι από ψύχος σε ανθρώπους που τους είχαν κόψει το ρεύμα. Το θέμα έγινε πρωτοσέλιδο και συντάχθηκε νομοθεσία που περιόριζε τις ασύδοτες αποκοπές. Τότε, η «απελευθερωμένη αγορά» εφηύρε τους ηλεκτρονικούς μετρητές με χρήση κάρτας.
Όσα νοικοκυριά είχαν χρέη ή δυσκολεύονταν να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους και προκειμένου να συνεχίσουν να ηλεκτροδοτούνται, αναγκάστηκαν από τις «απελευθερωμένες» εταιρείες να εγκαταστήσουν ηλεκτρονικούς μετρητές με χρήση κάρτας προπληρωμένου χρόνου κατανάλωσης. Το εμπόριο των καρτών ανέλαβαν κι εκεί σούπερ μάρκετ, βενζινάδικα, όπως σε μας για τα καρτοκινητά. Κι όσο οι τιμές ανέβαιναν, τόσο περισσότερα νοικοκυριά αναγκάζονταν να στραφούν στις κάρτες. Έτσι, από 1,15 εκ. νοικοκυριά με κάρτες το 1993, έφτασαν τα 2,70 εκ. το 1995 και τα 3,8 εκ. το 2007.
Οι κάρτες προπληρωμένου χρόνου αποδείχτηκαν εξαιρετικά κερδοφόρες για τις «απελευθερωμένες» επιχειρήσεις. Όχι μόνο γιατί δεν αφήνουν χρέη, αλλά και γιατί οι τιμές ηλεκτρικού ρεύματος που συνοδεύουν αυτή τη μέθοδο πληρωμής, είναι οι ακριβότερες. Το 2008, ήταν πάνω από 25% ακριβότερες από αυτές που πληρώνονται μέσα από απευθείας συνδεδεμένο τραπεζικό λογαριασμό ή πιστωτική κάρτα (τιμολόγια χωρίς σταθερή χρέωση KWh, συνδεδεμένα με το χρηματιστήριο ενέργειας και απρόβλεπτη μηνιαία δαπάνη). Μόνο το 2008, οι φτωχότεροι καταναλωτές πλήρωσαν πάνω από 332 εκ. λίρες (403 εκ. ευρώ) περισσότερα από αυτούς με τραπεζική χρέωση.
Η εκμετάλλευση της φτώχειας των νοικοκυριών αποδείχτηκε τόσο προσοδοφόρα που οι «απελευθερωμένες» επιχειρήσεις, όχι μόνο αρνούνται να επιτρέψουν σε νοικοκυριά που αποπλήρωσαν τα χρέη τους να ηλεκτροδοτηθούν με άλλες μεθόδους πληρωμής, αλλά οδηγούν σταδιακά και τους καταναλωτές με σταθερή χρέωση (σταθερή τιμή KWh για καθορισμένη περίοδο) στη χρήση κάρτας, αφού έχουν ήδη ανεβάσει τα τιμολόγιά τους στα επίπεδα αυτών της κάρτας. Μάλιστα καθιέρωσαν και ξεχωριστή δραστηριότητα στον κλάδο ηλεκτρικής ενέργειας, τη «Μέτρηση», που έχει κι αυτή τη δική της «διακριτή» χρέωση στο λογαριασμό του ρεύματος και συνιστά το 2% της συνολικής δαπάνης. Μέσα από αυτή αποζημιώνονται οι εταιρείες που διαχειρίζονται και συντηρούν τους μετρητές.
Όπως περιγράφει το Παρατηρητήριο Ενέργειας των Βρετανικών Συνδικάτων: «Γι´ αυτούς που ζουν στην ενεργειακή φτώχεια οι συνέπειες είναι μιζέρια, δυσφορία, κακή υγεία και χρέη. Συχνά σημαίνει ότι πρέπει να επιλέξουν αν θα αγοράσουν φαγητό ή θα ζεστάνουν επαρκώς το σπίτι τους».
Αν αυτές είναι οι συνέπειες για βρετανικά νοικοκυριά με εβδομαδιαίο εισόδημα 384-496£λίρες (465-600?ευρώ), τότε τι θα συμβεί στα ελληνικά νοικοκυριά; Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Αθηνών, το 2002 το 11,3% του πληθυσμού υπέφερε από ενεργειακή ένδεια (ξόδευε το 20% του εισοδήματός του για πετρέλαιο και ρεύμα), το 2004 ανέβηκε στο 21,1% και το 2008, στο 37-40% των νοικοκυριών. Μετά τα «μέτρα σταθερότητας» και την «απελευθέρωση» των τιμολογίων του ρεύματος, πού θα φτάσει;
9.6.2010, Φλώρα Παπαδέδε, Πολιτικός Επιστήμονας - Οικονομολόγος ΜSc, Αν. Γραμματέας Συλλόγου Επιστημονικού Προσωπικού ΔΕΗ

