Ιστορία
Μεξικό 1910: Viva Zapata! - Viva la Revolucion!

Τα ονόματα του Πάντσο Βίγια και του Εμιλιάνο Ζαπάτα έχουν ταυτιστεί με το Μεξικό στο νου εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, «ζουν» σε ταινίες, φωτογραφίες αλλά και μέσα από το κίνημα των Ζαπατίστας στην επαρχία Τσιάπας. Είναι η κληρονομιά της Μεξικάνικης Επανάστασης που ξεκινούσε 100 χρόνια πριν, τον Νοέμβρη του 1910. 

Η επανάσταση ξεκίνησε σαν μια σειρά ένοπλες τοπικές εξεγέρσεις όταν, για μια ακόμα φορά, ο Πορφίριο Ντίαζ που κυβερνούσε από το 1876 ανακηρύχτηκε πρόεδρος μετά από εντελώς νόθες εκλογές. Η διαφορά με τις προηγούμενες «εκλογές» ήταν ότι το 1910 υπήρχε ένας πραγματικός αντίπαλος του Ντίαζ, ο Φ. Μαδέρο. Ο Ντίαζ έλυσε το πρόβλημα φυλακίζοντας τον αντίπαλό του παραμονές των εκλογών. 

Όμως, το 1910 πλέον πολλά πράγματα είχαν αλλάξει. Ο καπιταλιστικός «εκσυγχρονισμός» της μεξικάνικης κοινωνίας παρήγαγε εκρηκτικές αντιθέσεις. Οι νέες βιομηχανίες -συχνά με κεφάλαια αμερικάνων, γάλλων ή βρετανών καπιταλιστών, μαζί με τους σιδηρόδρομους, το τηλέγραφο, τα λιμάνια που τις συνόδευαν, είχαν γεννήσει μια ανήσυχη εργατική τάξη. 

Το 1906 ξέσπασε η απεργία στο ορυχείο χαλκού της Κανανέα. Οι μεταλλωρύχοι ξεσήκωσαν όλο το πληθυσμό της επαρχίας ενάντια σε μια αμερικάνικη εταιρεία που λειτουργούσε σαν κράτος εν κράτει. Το απεργιακό κύμα συνεχίστηκε στους σιδηροδρόμους, στην υφαντουργία και το καλοκαίρι του 1907 έφτασε στην υφαντουργία του Ρίο Μπλάνκο, ίσως το μεγαλύτερο τέτοιο εργοστάσιο στον κόσμο εκείνη την εποχή. 

Όμως, και οι αγρότες ήταν σε αναβρασμό. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες με τα «λατιφούντια», κληρονομιά της ισπανικής αποικιοκρατίας, έτρεχαν να αρπάξουν τις ευκαιρίες της αγοράς κλέβοντας γη -και νερό- από τους αγρότες. Ιδιαίτερα στο νότο αυτή η προσπάθεια σήμαινε συστηματική λεηλασία της κοινοτικής γης των χωριών και των κοινοτήτων των ιθαγενών ινδιάνων. Στην Πολιτεία Μορέλος οι «χασιεντίστας» (γαιοκτήμονες) ήθελαν γη για να καλλιεργούν ζαχαρότευτλα και για τα εργοστάσια επεξεργασίας τους. 

Η Μορέλος έγινε το επίκεντρο της Επανάστασης στο Νότο και ο Εμιλιάνο Ζαπάτα άρχισε να αναγνωρίζεται ως ο ηγέτης της εκεί. Στο βορρά το άστρο του Φρανσίσκο «Πάντσο» Βίγια άρχισε να ανατέλλει. Είχε μια πολύ διαφορετική διαδρομή από τον Ζαπάτα. Ευκατάστατος, «διαβασμένος» και έμπειρος οργανωτής μαζικών αγώνων ο πρώτος, πάμφτωχο παιδί κολίγων, ουσιαστικά αναλφάβητος και έμπειρος αλογοκλέφτης ο δεύτερος. Όμως μοιράζονταν την εμπιστοσύνη των αγροτών» που έβλεπαν σε αυτούς τα καλύτερα στοιχεία τους όπως και τη δυσπιστία στους αστούς πολιτικούς και τους στρατηγούς. 

Στα τέλη του 1911 ο στρατός του Ντίαζ είχε ηττηθεί κι ο ίδιος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα. Ο Μαδέρο εκλέχτηκε πανηγυρικά πρόεδρος τον Νοέμβρη. Φεύγοντας ο Ντίαζ δήλωσε προφητικά: «Ο Μαδέρο απελευθέρωσε μια τίγρη που δεν μπορεί να τιθασεύσει». Ετσι κι έγινε.

Τίγρης 

Το Φεβρουάριο του 1913 ο στρατηγός Ουέρτα έκανε πραξικόπημα, ανέτρεψε και δολοφόνησε τον Μαδέρο. Όχι γιατί ο πρόεδρος ήταν ριζοσπάστης -το αντίθετο- αλλά γιατί δεν μπορούσε να «τιθασεύσει την τίγρη», τον αγροτικό ξεσηκωμό. Τον επόμενο χρόνο, στις αναμετρήσεις με τον στρατό του Ουέρτα η επανάσταση έφτασε στο κορύφωμά της. Στην πορεία άρχισαν να διαμορφώνονται και οι πτέρυγες που θα διεκδικούσαν να βάλουν τη δικιά τους σφραγίδα. 

Τη μια πτέρυγα εκφράζανε ο πολιτικός Καράνσα και ο στρατηγός Ομπρεγόν που ηγούνταν του Συνταγματικού Στρατού. Την άλλη ο Απελευθερωτικός Στρατός του Νότου του Ζαπάτα και η Μεραρχία του Βορρά του Βίγια. Τον Ιούνη του 1914 ο στρατός του Ουέρτα ηττήθηκε. Αποφασιστική συμβολή είχε το αντάρτικο στο Νότο από τη μια και η εκστρατεία της Μεραρχίας του Βορρά που πέρασε στο θρύλο. Δεν ήταν μόνο οι «δοράδος» (οι χρυσοποίκιλτοι, από τα φυσεκλίκια που λάμπανε στον ήλιο) καβαλάρηδές της που την έκαναν ακαταμάχητη. Ο «αμόρφωτος» Βίγια αποδείχτηκε στρατιωτικός νους σε επικές μάχες όπως στο Ζακατέκας που άνοιξε το δρόμο για την Πόλη του Μεξικό. Φρόντισε ο στρατός του να έχει μέχρι και τρένα-νοσοκομεία για τους τραυματίες και βέβαια οι αγρότες τον στήριζαν ολόψυχα. 

Οι Συνταγματικοί είχαν μπει πρώτοι στην Πόλη του Μεξικού μετά την πτώση του Ουέρτα, αλλά την εγκατέλειψαν. Ο Βίγια και ο Ζαπάτα την κατέλαβαν χωρίς να πέσει τουφεκιά τέλη Νοέμβρη και αρχές Δεκέμβρη του 1914 και σχημάτισαν την κυβέρνηση της Συντακτικής Συνέλευσης που είχε συγκροτηθεί τον Αύγουστο. 

Στις 6 Δεκέμβρη του 1914 οι δύο ηγέτες των αγροτών κάθονται εναλλάξ στην προεδρική καρέκλα του Μεγάρου της πόλης, και ο φακός τους αποθανάτισε σε μια από τις πιο γνωστές φωτογραφίες της Μεξικάνικης Επανάστασης. Δεν είχαν συγκεκριμένες απαντήσεις για τη συνέχεια, μόνο γενικόλογες τοποθετήσεις ότι θα συνεχίσουν τον αγώνα για τη γη στις επαρχίες τους. Την στρατηγική αμηχανία τους, που αντανακλούσε την ταξική φύση της αγροτιάς, την έκφρασε παραστατικά ο Βίγια που φέρεται να είπε στον Ζαπάτα: «Αυτή η πολυθρόνα είναι πολύ μεγάλη για μας». 

Αντίθετα, ο Καράνσα και ο Ομπρεγόν ήξεραν ότι όποιος έχει την κεντρική πολιτική εξουσία, μπορεί να ελέγχει και τη γη. Τον Γενάρη ο Καράνσα ανακηρύχθηκε πρόεδρος, συνέχισε να μιλάει στο όνομα της επανάστασης και υποσχέθηκε μια σειρά από μεταρρυθμίσεις. Για αναδασμό γης, για εργατικά δικαιώματα, για συνδικαλισμό και οχτάωρο. Πολλά από αυτά περιλαμβάνονταν στο Σύνταγμα του 1917 που ψηφίστηκε και ήταν ένα πρωτοπόρο προοδευτικό κείμενο για την εποχή του. Όμως, η εξουσία έμεινε στα χέρια του στρατού για λογαριασμό των αστών. 

Κομμούνα

Οι δυνάμεις του Βίγια στο βορρά συνέχισαν τον αγώνα. Το ίδιο και ο Στρατός του Νότου. Οι περιοχές που έλεγχε πήραν το όνομα «Κομμούνα της Μορέλος». Η γη μοιράστηκε, τα συμβούλια των αγροτών έλυναν όλα τα ζητήματα, τα εργοστάσια ζάχαρης εθνικοποιήθηκαν. Όμως, η «Κομμούνα» έμεινε απομονωμένη. Το 1919 ο Ζαπάτα δολοφονήθηκε. Ο Βίγια είχε την ίδια κατάληξη το 1923. 

Ένα χρόνο πριν τη δολοφονία του, τον Φλεβάρη του 1918, ο Ζαπάτα συνέταξε την επιστολή του για την Ρώσικη Επανάσταση. «Πολλά θα κερδίζαμε, πολλά θα κέρδιζε η ανθρωπότητα και η δικαιοσύνη, αν όλοι οι λαοί της Αμερικής και όλα τα έθνη της γηραιάς Ευρώπης καταλάβαιναν ότι ο αγώνας του Επαναστατημένου Μεξικού και ο αγώνας της Ρωσίας είναι και αντιπροσωπεύουν τον αγώνα της ανθρωπότητας, το υπέρτατο συμφέρον όλων των καταπιεσμένων λαών(...) Και καλό είναι να μην λησμονείται ότι λόγω και ως αποτέλεσμα της αλληλεγγύης του προλεταριάτου, η χειραφέτηση του εργάτη δεν μπορεί να επιτευχθεί αν δεν πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα η ελευθερία του αγρότη».

Η επανάσταση των αγροτών στο Μεξικό δεν έφτασε μέχρι το τέλος της, αλλά έβαλε ένα καθοριστικό δεδομένο για τις επόμενες επαναστάσεις: χωρίς τη σύνδεση των αγροτών με την εργατική τάξη δεν μπορούσε να υπάρξει νικηφόρα έκβαση.

Αυτό το ζήτημα ήταν καθοριστικό για την επιτυχία της Ρώσικης Επανάστασης. Η εργατική τάξη στη Ρωσία ήταν μειοψηφία μέσα σε μια θάλασσα εκατομμυρίων αγροτών. Αυτό που έκανε τη διαφορά σε σχέση με το Μεξικό ήταν οι εμπειρίες που είχαν αποκτήσει οι εργάτες πριν από το 1917. Αλλά η κυριότερη διαφορά ήταν ότι οι Μπολσεβίκοι είχαν ριζώσει στα πιο πρωτοπόρα κομμάτια της τάξης και μέσα στις μάχες τους επέμεναν ότι η προοπτική είναι ότι η εργατική τάξη έχει τη δύναμη να απελευθερώσει όλους καταπιεσμένους. 

Το 1920 ο Λένιν έγραφε: «Το προλεταριάτο είναι μια πραγματικά επαναστατική τάξη, μία τάξη που δρα με πραγματικό σοσιαλιστικό τρόπο, μόνο όταν μπαίνει μπροστά και δρα ως πρωτοπορία όλου του λαού που εργάζεται και υφίσταται εκμετάλλευση, ως ηγέτης στον αγώνα για την ανατροπή των εκμεταλλευτών». 

Εκατό χρόνια από την εποποιία της Μεξικάνικης Επανάστασης σε μια περίοδο μαζικών ξεσηκωμών σε όλο τον κόσμο, αυτά τα λόγια του Λένιν ηχούν ακόμα πιο επίκαιρα. 


Διαβάστε επίσης