Η Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ, που συνεδρίασε στις 2 Ιουλίου αποφάσισε το εξής χρονοδιάγραμμα: Συνεδρίαση της κεντρικής επιτροπής του κόμματος στις 15-16 Ιουλίου ως ορόσημο για να κατατεθούν οι υποψηφιότητες για την προεδρία του κόμματος. Διαρκές συνέδριο του κόμματος για την εκλογή νέου προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Αυγούστου και εκλογή ηγεσίας στις 10 Σεπτέμβρη σε περίπτωση που υπάρξουν μόνο δύο υποψήφιοι -και εάν υπάρξουν περισσότεροι, εκκίνηση της εκλογικής διαδικασίας στις 3 Σεπτεμβρίου. Τέλος, έκτακτο συνέδριο κατά πάσα πιθανότητα τον Νοέμβριο.
Και αν είναι κατανοητοί οι λόγοι για τους οποίους τα κυβερνητικά μέσα επικεντρώνονται στο ζήτημα της «διαδοχής» -προβάλλοντας «δελφίνους» και καυγάδες-, είναι πραγματικά αυτό το πρώτο ερώτημα που έχουν να απαντήσουν τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, στη νέα περίοδο μετά από τη διπλή οδυνηρή εκλογική ήττα;
Από μόνη της η διαδικασία που επιλέχτηκε σπρώχνει σε αυτήν την κατεύθυνση καθώς οι υποψηφιότητες πρέπει να κατατεθούν σε δέκα μέρες. Το «διαρκές συνέδριο» που θα συνεδριάσει στα τέλη Αυγούστου με θέμα την ανάδειξη του νέου προέδρου (θα αποτελείται από τους συνέδρους που είχαν εκλεγεί για το προηγούμενο συνέδριο και στο οποίο ο Τσίπρας είχε την πλειοψηφία), σημαίνει το ίδιο. Για τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα υπάρξει η δυνατότητα για ένα πραγματικό προσυνεδριακό διάλογο και συζήτηση, πάνω σε θέσεις, πλατφόρμες. Η βάση θα κληθεί να πάει να ψηφίσει κατευθείαν πρόεδρο σε μια «συζήτηση» που όλο τον Αύγουστο θα διεξαχθεί κυρίως στα ΜΜΕ, φίλια ή εχθρικά, στις προσβάσεις των υποψηφίων σε αυτά και στις «συμπάθειες» τους. Και το «έκτακτο συνέδριο» του κόμματος θα ακολουθήσει, με εκλεγμένο ήδη τον/την πρόεδρο, ένα μήνα μετά τις δημοτικές εκλογές.
«Δεν προτίθεμαι να συμμετάσχω στην εκλογή προέδρου από μια διαδικασία που δεν με βρίσκει σύμφωνο… μπορώ να συμμετάσχω σε μια διαδικασία από ένα συνέδριο το οποίο θα αποτυπώσει θέσεις και ιδεολογική ταυτότητα. Αν προσδιοριστούν αυτά μετά υπάρχει διαδικασία εκλογής προέδρου» δήλωσε χαρακτηριστικά ο Δ. Τεμπονέρας.
Ο Αλέξης Τσίπρας, στην ομιλία που συνόδευσε την παραίτησή του, επανέλαβε αυτά που είχε πει και το βράδυ των εκλογών: την ανάγκη ο ΣΥΡΙΖΑ να «ανανεώσει το δυναμικό του από πάνω μέχρι κάτω», να βάλει τέλος σε «νοοτροπίες που μας κόστισαν ακριβά» καθώς και την ανάγκη ο ΣΥΡΙΖΑ να προχωρήσει σε μια ριζική στροφή. Τα πολιτικά χαρακτηριστικά αυτής της ριζικής στροφής, εμμέσως πλην σαφώς τα έχει θέσει ο Αλέξης Τσίπρας.
Δεν είναι η επιστροφή στον «ΣΥΡΙΖΑ των κινημάτων», της «ριζοσπαστικής αριστεράς», των «ρήξεων και των ανατροπών». Είναι ριζική στροφή στην αντίθετη κατεύθυνση, στη συνέχιση της «υπεύθυνης προγραμματικής αντιπολίτευσης». Είναι η προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ όλο και δεξιότερα στο πολιτικό φάσμα, όλο και πιο κοντά στις ανησυχίες της «μεσαίας τάξης». O Αλέξης Τσίπρας έκρινε ότι θα μπορούσε να σφραγίσει το μήνυμα ότι ο «παλιός» ΣΥΡΙΖΑ μας τελείωσε.
Είναι θέμα χρόνου να δούμε ποιον-α από τους υποψηφίους θα υποστηρίξει ο ίδιος ή ο μηχανισμός που έχτισε μέσα στο κόμμα, σαν άξιο συνεχιστή αυτής της στροφής. Προς το παρόν τουλάχιστον, «το μέτωπο ενάντια στην δεξιά και την ακροδεξιά» για το οποίο μίλησε ο Τσίπρας έχει σαν αποκλειστικό πεδίο έκφρασης στη στάση του κόμματος πάνω στις εκλογικές αναμετρήσεις και τις συνεργασίες με την «κεντροαριστερά». Αυτό που είχε και όλη την προηγούμενη τετραετία δηλαδή, οδηγώντας τον ΣΥΡΙΖΑ στην ήττα.
Ο Σπίρτζης έκφρασε την ανησυχία του για «αριστερίστικες πρακτικές» της «Ομπρέλας» που δημιουργούν προβλήματα, αναφερόμενος μάλιστα στις θέσεις στελεχών της για το μεταναστευτικό, όπου «προάγεται η εικόνα της χώρας ξέφραγο αμπέλι», αλλά και στα «εθνικά θέματα».
Το κίνημα που θα συγκρουστεί με την δεξιά και την ακροδεξιά είναι αναγκαίο και ξεκινημένο. Αλλά δεν θα κριθεί στις εσωκομματικές διαδικασίες του ΣΥΡΙΖΑ και στις εκλογικές συνεργασίες του με το ΠΑΣΟΚ. Θα κριθεί στους αγώνες, στους δρόμους και στις απεργίες αλλά και στη διαμόρφωση μιας ισχυρής εναλλακτικής πέρα απο τα όρια του «ρεαλισμού» της αστικής διαχείρισης, που οδηγεί τον ΣΥΡΙΖΑ όλο και πιο δεξιά.

