Νέα Πρωτοβουλία για Διάλογο

Στο κείμενό της δηλώνει ότι: «Είναι ιστορικό καθήκον όλων των πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων της Αριστεράς, ανεξαρτήτως του ειδικού τους βάρους, να βρουν εκείνα τα ζητήματα -και είναι πολλά- που μπορούν να οδηγήσουν σε ενότητα δράσης, ανταποκρινόμενα στις διαθέσεις των εργαζόμενων στρωμάτων, των ανέργων και της νεολαίας για συσπείρωση των δυνάμεων του κινήματος. Με όρους συλλογικού ηγεμόνα και οργανωτή, να διευκολύνουν έτσι τις κοινωνικές διεργασίες...»

Πριν συζητήσουμε για την έννοια της ηγεμονίας, θα πρέπει να απαντήσουμε σε κάποια πιο πεζά ζητήματα. Η Αριστερά είναι διασπασμένη στην Ελλάδα και αυτό δεν οφείλεται σε κάποιο καπρίτσιο των ηγεσιών της. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων ιστορικών διαδρομών και πολιτικών επιλογών. Ενα μεγάλο ρήγμα που ξεκινάει από τα τέλη της δεκαετίας του ´60 και με διάφορες μορφές φτάνει στο σήμερα, είναι αυτό που χωρίζει το ΚΚΕ από τον ΣΥΝ. Φιλοδοξεί η «Πρωτοβουλία» ότι θα το γεφυρώσει με κάποιο τρόπο; Οχι, δεν φιλοδοξεί. Ούτε η συμμετοχή του πρώην βουλευτή του ΚΚΕ καθηγητή Γ. Χουρμουζιάδη αρκεί για να δείξει ότι έχει τέτοια εχέγγυα. Όλοι κατανοούν ότι θα χρειαστούν ισχυρότερες δυνάμεις της εργατικής τάξης με την ανάπτυξη του κινήματος για να ξεπεραστεί αυτό το πρόβλημα.

Αρα τι μένει; Μια κίνηση προβληματισμού και πρωτοβουλιών γύρω από μια σειρά στελεχών του Συνασπισμού. Αυτό γίνεται ξεκάθαρο από τον κατάλογο των υπογραφών. Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε κάτι τέτοιο. Πριν δέκα περίπου χρόνια είχαμε την συγκρότηση του «Χώρου Διαλόγου για την Ενότητα και Κοινή Δράση της Αριστεράς». Από την άποψη του διαλόγου και της κοινής δράσης τα αποτελέσματα ήταν από αναιμικά έως ανύπαρκτα, παρόλο που εκείνη η προσπάθεια είχε μεγαλύτερη σχέση με τον κόσμο του ΚΚΕ χάρη στην εμπλοκή του Μήτσου Κωστόπουλου και της ΚΕΔΑ. Όμως ο «Χώρος» χρησίμευσε ως το εφαλτήριο για την πρώτη εμφάνιση του ΣΥΡΙΖΑ το 2004 και από τότε κάνει κατά καιρούς την εμφάνισή του. 

Υπόβαθρο

Σήμερα αυτός ο σχηματισμός βρίσκεται σε εμφανή κρίση. Δεν είναι προϊόν κάποιων σκοτεινών δυνάμεων ή προσωπικών διαδρομών του ηγετικού του προσωπικού, αλλά των πολιτικών επιλογών του σε κρίσιμες στιγμές του κινήματος. Η αποχώρηση του Κουβέλη και των «ανανεωτών» δεν απάλλαξε τον Συνασπισμό από τα δεξιά βαρίδια, τα όρια που μπορεί να φτάσει προς τα αριστερά καθορίζονται από πολύ βαθύτερες επιλογές. Με αυτό το υπόβαθρο, η «Πρωτοβουλία» περισσότερο με απόπειρα να ισορροπήσει ξανά κάπως αυτή η κατάσταση μοιάζει, παρά με ελπιδοφόρο ξεκίνημα. Ο Συνασπισμός «ρεαλιστικά» αρνείται να θέσει το αίτημα της παύσης πληρωμών του χρέους, να συμβάλει στην κλιμάκωση των απεργιών, αλλά τα στελέχη του θα μπορούν να «διαλέγονται» για το ΔΝΤ και τη φύση της ΕΕ με διανοούμενους και αγωνιστές από άλλους χώρους. 

Το γεγονός ότι αφήνεται η εντύπωση ότι σε αυτή την «Πρωτοβουλία», δίπλα στο Συνασπισμό συμμετέχει και το Νέο Αριστερό Ρεύμα (ΝΑΡ) είναι δείγμα κακής θέλησης απέναντι στην υπόλοιπη αριστερά. Κάτι που βέβαια δεν ισχύει, όπως δηλώνει και στο ΠΡΙΝ της Κυριακής 11/7 ο Γ. Ελαφρός εκ μέρους του Γραφείου της ΠΕ του ΝΑΡ. 

Το εργατικό κίνημα χρειάζεται πολύ διαφορετικά όπλα στην πάλη για να ξεφορτωθεί το «μνημόνιο» και να ανατρέψει τις επιθέσεις της κυρίαρχης τάξης. Μια αριστερά που θα έχει το θάρρος και την αισιοδοξία να ενώνει κλιμακώνοντας τις απεργίες, στηρίζοντας έμπρακτα κάθε ανταρσία στους χώρους δουλειάς και τις γειτονιές. Η κοινή δράση χτίζεται στη δράση, όχι στο διάλογο. Χτίζεται αν ψηφίζουμε μαζί στις γενικές συνελεύσεις για κλιμάκωση των αγώνων. ´Οσο για το διάλογο, αυτός απαιτεί να καταθέτουμε ιδέες που ανοίγουν δρόμους για την ανατροπή του κοινού μας εχθρού που είναι ο καπιταλισμός. Η διαμόρφωση «μέσων όρων» ποτέ δεν προχώρησε το διάλογο.