15 Ιούλη 1974 - πραξικόπημα στην Κύπρο. Η αντίσταση των Κυπρίων αποτελείωσε τη Χούντα

Η χούντα προσπάθησε να τοποθετήσει στην θέση του Μακάριου τον Νίκο Σαμψών, έναν ακροδεξιό με βρόμικο παρελθόν εγκλημάτων ενάντια στους Τουρκοκύπριους (στις σφαγές του 1963-64 και του 1967 που είχαν ξεριζωθεί χιλιάδες Τουρκοκύπριοι από τα χωριά τους). Όμως η σθεναρή αντίσταση των Κυπρίων αγωνιστών δεν τους επέτρεψε να ολοκληρώσουν το σχέδιό τους. Πέντε μέρες αργότερα, στις 20 Ιούλη του 1974, η Τουρκία με την δικαιολογία ότι είναι «εγγυήτρια δύναμη» εισβάλει στην Κύπρο για να «προστατέψει» τον τουρκοκυπριακό πληθυσμό. 

Η χούντα στην Ελλάδα καλεί σε επιστράτευση και όλα δείχνουν ότι πάμε σε έναν γενικευμένο πόλεμο. Η «επιστράτευση της σαγιονάρας», όπως ονομάστηκε, εξελίχθηκε σε έναν φοβερό φιάσκο. Ο κόσμος διαισθανόταν πως ο εχθρός είναι εντός των τειχών και όχι εκτός. Στα καφενεία, στις πλατείες, στα τρένα που μετέφεραν τους επιστρατευμένους το μίσος απέναντι στην χούντα διατυπωνόταν ανοιχτά. Το τελευταίο πράγμα που ήταν διατεθειμένος να δεχτεί ο κόσμος από το χουντικό καθεστώς ήταν να τον οδηγήσει σε πόλεμο. Μπροστά στην γενικευμένη κρίση η χούντα καταρρέει και ο στρατηγός Γκιζίκης, ο «Πρόεδρος της Δημοκρατίας « της χούντας του Ιωαννίδη, καλεί τον Καραμανλή να αναλάβει τα ηνία της χώρας και να φτιάξει κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας».

Ευθύνες

Μπορεί 36 χρόνια μετά η κυρίαρχη προπαγάνδα να παρουσιάζει την Ελλάδα και την ελληνοκυπριακή πλευρά σχεδόν ως θύματα των εξελίξεων, υποβαθμίζοντας τη σημασία του πραξικοπήματος και τονίζοντας την επέμβαση του Αττίλα, όμως παρά τις εθνικιστικές κορώνες και τις πατριωτικές κραυγές, η πραγματικότητα είναι πως η άρχουσα τάξη στην Ελλάδα είχε τεράστιες ευθύνες για την διχοτόμηση της Κύπρου, τόσες όσες είχε και η άρχουσα τάξη της άλλης πλευράς. 

Το 1974 στο έδαφος της Κύπρου έγινε ένας περιορισμένος ελληνοτουρκικός πόλεμος, που δεν γενικεύτηκε γιατί κατέρρευσε η χούντα. Ήταν ένα ακόμα θερμό επεισόδιο σε έναν παρατεταμένο ελληνοτουρκικό «ψυχρό πόλεμο», ανάμεσα σε δύο καπιταλισμούς που φιλοδοξούν να αναδειχτούν σε κυρίαρχους υποϊμπεριαλισμούς της περιοχής. 

Αν και ο πόλεμος έγινε στην Κύπρο είναι μύθος ότι στόχος της κάθε πλευράς ήταν να προστατεύσει τη δική της μειονότητα. 

Η κυρίαρχη άποψη ήθελε τον ελληνικό στρατό στην Κύπρο σε «εθνικοαπελευθερωτικό» ρόλο. Για την ελληνική πλευρά ο ελληνικός στρατός δεν ήταν μόνο η εγγυήτρια δύναμη απέναντι σε οποιεσδήποτε βλέψεις της Τουρκίας, αλλά αποτελούσε την «προσφορά» της «μητέρας πατρίδας» στον ενδόμυχο διακαή πόθο των ελληνοκύπριων να ενσωματωθούν στην Ελλάδα, στο «εθνικό κέντρο» του ελληνισμού. 

Όμως το πραξικόπημα και η σθεναρή αντίσταση των εργαζόμενων και της νεολαίας της Κύπρου, στην απόπειρα της χούντας να τους επιβάλει τους υποτιθέμενους «εθνικούς πόθους» με την βία, ήταν οι αποδείξεις πως τίποτα από αυτά δεν ίσχυαν. Οι συνδυασμένες δυνάμεις της ΕΛΔΥΚ, της Εθνοφρουράς και της ΕΟΚΑ Β´ δεν είχαν καταφέρει να επιβάλουν τον έλεγχό τους μέχρι τις 20 Ιούλη που ξεκίνησε η επέμβαση του τούρκικου στρατού. 

Ταυτόχρονα από την πλευρά της Τουρκίας η έγνοια της κυβέρνησης Ετσεβίτ δεν ήταν να προστατεύσει την τουρκοκυπριακή κοινότητα αλλά να προλάβει τις ελληνικές βλέψεις. Ο Ντενίζ Μπαϊκάλ υπουργός οικονομικών της τούρκικης κυβέρνησης ήταν ξεκάθαρος στην εισήγησή του στο Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας της Τουρκίας το βράδυ της 15ης Ιούλη του ´74 αμέσως μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος Ιωαννίδη-Σαμψών, «Δεν μας απασχολεί αν έγινε πραξικόπημα και αν ανατράπηκε ο Μακάριος ή όχι. Το σημαντικό είναι ότι η Ελλάδα επίσημα θα μας κυκλώσει από το Νότο. Θα είναι σε θέση να ελέγξει την κεντρώα και ανατολική Μικρασία και να δεσπόσει στην Ανατολική Μεσόγειο... Γιατί το φλέγον ζήτημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αναφέρεται στο Αιγαίο».

Για την Ελλάδα και την Τουρκία το βασικό πεδίο σύγκρουσης ήταν -και παραμένει- το Αιγαίο. Από τον Β´ ΠΠ και την συγκρότηση των δυο στρατοπέδων του Ψυχρού Πολέμου, παρόλο που και οι δύο χώρες συναποτελούν την νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ βρίσκονται συχνά σε δραματικές κρίσεις (1955, 1963-64, 1974, 1987, 1996) με σκοπό τον έλεγχο του Αιγαίου και την κατάκτηση της θέσης του κυρίαρχου υποϊμπεριαλισμού της περιοχής. 

Στις αρχές της δεκαετίας του ´70 το ξέσπασμα του τρίτου Αραβοϊσραηλινού πολέμου (1973-74), και η έκρηξη της «πετρελαϊκής κρίσης» δημιουργούσαν νέες γεωστρατηγικές συνθήκες στην περιοχή. Στο Αιγαίο είχαν ανακαλυφθεί τα πετρέλαια του Πρίνου και αμέσως είχαν εγερθεί ζητήματα υφαλοκρηπίδας. Το ζήτημα της επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια είχε ήδη από τον Ιούνη του ´74 δημιουργήσει σκηνικό έντασης, με την Τουρκία να δηλώνει πως η επέκταση από πλευράς της Ελλάδας θα αποτελούσε αφορμή πολέμου. 

Αυτή η επέκταση σήμαινε πως το Αιγαίο θα γινόταν μια κλειστή ελληνική θάλασσα και τα διεθνή ύδατα θα περιορίζονταν από 49% σε 19,7%. Ουσιαστικά τα πετρέλαια και η στρατηγική σημασία του Αιγαίου είχαν οδηγήσει ήδη από τις αρχές του καλοκαιριού του ´74 στα πρόθυρα ενός ελληνοτουρκικού πολέμου.

Σε αυτές τις συνθήκες η Χούντα αποφάσισε το πραξικόπημα στην Κύπρο. Ήταν μια κίνηση πολλαπλής σκοπιμότητας. Πρώτα απ´ όλα ήταν μια κίνηση με στόχο τη συσπείρωση της άρχουσας τάξης και των μηχανισμών της γύρω από το στρατιωτικό καθεστώς που είχε κλονιστεί συθέμελα από την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ένα πετυχημένο πραξικόπημα στην Κύπρο θα λειτουργούσε σαν τονωτική ένεση για το καθεστώς της Αθήνας. 

Ταυτόχρονα ο Ιωαννίδης στηριζόταν στην ξεκάθαρη υποστήριξη του Κίσιντζερ (ΥΠΕΞ των ΗΠΑ) θέλοντας να κατοχυρώσει μια προνομιακή σχέση με τους ιμπεριαλιστές ως ο σημαντικότερος συνέταιρος στο Αιγαίο και την Μέση Ανατολή. Ούτως ή άλλως καθ´ όλη την διάρκεια της δικτατορίας η Ελλάδα ήταν το χαϊδεμένο παιδί των Αμερικανών.

Ωστόσο η κατοχύρωση της θέσης της Ελλάδας στα ιμπεριαλιστικά παιχνίδια της περιοχής πέρναγε μέσα από την αποδοχή της από την ελληνοκυπριακή άρχουσα τάξη που από το 1964 μέχρι το 1974 είχε γνωρίσει μια τεράστια οικονομική ανάπτυξη ως ένα ανεξάρτητο «νεοαποικιακό» κράτος χαρακτηρισμένο ως «σημαία ευκαιρίας». Ο κυπριακός καπιταλισμός ξεδίπλωνε την δική του δυναμική και οι ελληνοκύπριοι κεφαλαιοκράτες δεν είχαν καμιά πρόθεση να χαρίσουν οποιοδήποτε τμήμα της κερδοφορίας τους στην Ελληνική άρχουσα τάξη. 

Τρίγωνο

Πολλές φορές μάλιστα ο Μακάριος έκανε επίδειξη ανεξαρτησίας από το «εθνικό κέντρο» με ανοίγματα προς την ΕΣΣΔ και την Μέση Ανατολή θέλοντας να παρουσιάσει την Κύπρο ως το τρίτο κέντρο του τριγώνου Ελλάδα-Τουρκία-Κύπρος και όχι ως τμήμα της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. 

Ο Μακάριος αντιμετώπισε την όξυνση της ελληνοτουρκικής διαμάχης στο Αιγαίο το ´73-´74 σαν ευκαιρία να απαλλαγεί από τις πιέσεις της χούντας. Στις 12 Ιούλη του 1974 με επιστολή του ζητάει την απομάκρυνση των αξιωματικών της εθνοφρουράς. Η απάντηση του Ιωαννίδη ήταν το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου.

Σήμερα, δεκαετίες μετά, το αποτυχημένο αυτό πραξικόπημα παρουσιάζεται σαν προδοτικό, κρίνοντας από το αποτέλεσμα -του ότι νίκησε η Τουρκία. Ταυτόχρονα υπερτονίζεται η στάση των Αμερικανών που εμπόδισαν την χούντα να αντιδράσει στην Τουρκική επέμβαση. Όμως ούτε η χούντα ξεκίνησε τον πόλεμο του ´74 για να χάσει, ούτε οι Αμερικάνοι ξεκίνησαν ευνοώντας τους Τούρκους. Αντιθέτως η χούντα είχε το πράσινο φως από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και αν κατάφερνε να ελέγξει την κατάσταση στην Κύπρο και την Ελλάδα ίσως να συνέχιζε να κρατάει την εύνοια των ΗΠΑ. 

Εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, εξαναγκάστηκαν στην προσφυγιά. Εκατοντάδες νεκροί, αγνοούμενοι, εγκλήματα, βιασμοί και ομαδικοί τάφοι που έγιναν και από τις δυο μεριές απέδειξαν για άλλη μια φορά που οδηγούν οι εθνικιστικοί πόλεμοι και το δέσιμο πίσω από το πολεμοκάπηλο άρμα των καπιταλιστών και των στρατιωτικών, της άρχουσας τάξης κάθε χώρας. 

Σήμερα η συγκλονιστική εμπειρία της 23ης Απριλίου του 2004 όταν άνοιξαν τα σύνορα και δεκάδες χιλιάδες Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, παρά και ενάντια στις επίσημες πολιτικές τους ηγεσίες, πέρασαν στην άλλη πλευρά, απέδειξε πως ενάντια σε όσους θέλουν να σπείρουν τον δηλητήριο του εθνικισμού, οι απλοί κύπριοι εργαζόμενοι δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν. Το εκπληκτικό κίνημα φιλειρηνικής διάθεσης και συμφιλίωσης που αναπτύχθηκε απέδειξε πως ο απλός κόσμος δεν αναγνωρίζει «εχθρούς» αλλά συντοπίτες. Απέναντι στα ιμπεριαλιστικά σχέδια τύπου Ανάν, που θέλουν να οριστικοποιήσουν την διχοτόμηση της Κύπρου προς όφελος των ντόπιων και ξένων κεφαλαιοκρατών, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι έχουν να πάρουν κοινές πρωτοβουλίες δράσης που να στρέφονται ενάντια στον εθνικισμό και στις άρχουσες τάξεις και των δυο πλευρών.