Εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές πλημμύρισαν το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, για δεύτερη φορά μέσα στις τελευταίες ημέρες, τους δρόμους των αμερικανικών πόλεων ενάντια στην ICE, τη διαβόητη «συνοριακή αστυνομία» που δολοφόνησε μέσα στον Γενάρη εν ψυχρώ δυο ανθρώπους στη Μινεάπολη, την Ρενέ Νικόλ Γκούντ και τον Άλεξ Πρέτι.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, κινητοποιήσεις έγιναν σε πάνω από 250 διαφορετικές πόλεις και στις 46 από τις 50 πολιτείες των ΗΠΑ. Στην ίδια τη Μινεάπολη μια λαοθάλασσα «κατέλαβε» το κέντρο της πόλης την Παρασκευή 30 Γενάρη. Η κινητοποίηση ενάντια στην ICE και τον Τραμπ συνεχίστηκε και την επόμενη μέρα με μια ποδηλατοδρομία που κατέληξε στα σημεία όπου δολοφονήθηκαν η Γκουντ και ο Πρέτι – και τα οποία οι διαδηλωτές έχουν μετατρέψει σε αυτοσχέδια μνημεία, με φωτογραφίες, λουλούδια και χειρόγραφες αφιερώσεις. Το βράδυ του Σαββάτου χιλιάδες κατέβηκαν ξανά στο κέντρο της Μινεάπολης για να παρακολουθήσουν τη συναυλία του Μπρους Σπρίνγκστιν και του Τομ Μορέλο. Τα έσοδα από την συναυλία διατέθηκαν για την στήριξη των οικογενειών της Γκουντ και του Πρέτι.
Το κεντρικό σύνθημα των κινητοποιήσεων του περασμένου Σαββατοκύριακου ήταν «κλεμμένο» από την τεράστια απεργία και διαδήλωση που έγινε στη Μινεάπολη την Παρασκευή 23 Γενάρη: «Έξω η ICE, μια μέρα χωρίς δουλειά, χωρίς σχολείο, χωρίς ψώνια». «Να σταματήσει η χρηματοδότηση της ICE».
Σύμφωνα με τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις ένας στους τέσσερις κατοίκους της Μινεσότα (η Μινεάπολη είναι στην ουσία η πρωτεύουσα της Μινεσότα) συμμετείχε, παρά το τσουχτερό κρύο, στις διαδηλώσεις που είχαν γίνει σε όλες σχεδόν τις πόλεις της πολιτείας εκείνη την ημέρα. Το 38% δεν πήγε στη δουλειά ενώ το 65% συμμετείχε στο «μποϊκοτάρισμα» της αγοράς και δεν ψώνισε τίποτα. Τα περισσότερα μικροκαταστήματα είχαν κλείσει έτσι και αλλιώς με πρωτοβουλία των ίδιων των ιδιοκτητών τους.
Η μαζική κινητοποίηση της περασμένης Παρασκευής στη Μινεσότα ανάγκασε τελικά τον Τραμπ σε αναδίπλωση: «ανακάλεσε» τον Γκρεγκ Μποβίνο, τον διαβόητο «τσάρο των απελάσεων» (το γνωστό ακροδεξιό κάθαρμα που κυκλοφορούσε επιδεικτικά με μια καπαρντίνα που θύμιζε τις καπαρντίνες της χιτλερικής γκεστάπο) και μίλησε με τον Τιμ Γουόλς, τον κυβερνήτη της Μινεσότα –τον οποίο χαρακτήριζε μέχρι τώρα «επικίνδυνο αριστεριστή εξτρεμιστή». Ο Γουόλς φυσικά και δεν είναι τίποτα από όλα αυτά: είναι στέλεχος του Δημοκρατικού Κόμματος. Και ήταν ο υποψήφιος αντιπρόεδρος της Κάμαλα Χάρις στις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου 2024.
Μίσος
Ο Τομ Χόμαν, ο αντικαταστάτης του Μποβίνο δεν είναι, φυσικά, τίποτα καλύτερο. Και ο Τραμπ έσπευσε να διορθώσει τις εντυπώσεις που προκάλεσε η αναδίπλωσή του με μια εμετική φραστική επίθεση ενάντια στην σομαλικής καταγωγής γερουσιαστίνα ‘Ιλχαν Ομάρ. Το μόνο που κατάφερε, όμως, ήταν να οξύνει ακόμα περισσότερο την οργή και το μίσος του κόσμου απέναντι του.
Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση που δημοσίευσε η εφημερίδα The New York Times to 55% δηλώνει ότι δεν εγκρίνει την πολιτική του Τραμπ και μόνο το 41% ότι την εγκρίνει. Πριν από ένα χρόνο, την ημέρα της ορκωμοσίας τα ποσοστά αυτά ήταν σχεδόν αντίστροφα: το 53% την ενέκρινε και μόλις το 42% όχι.
Το πρακτορείο Forbes του δίνει ακόμα πιο χαμηλά ποσοστά έγκρισης: 37%. Και το πρόβλημα δεν είναι απλά και μόνο στα νούμερα: «Οι Ρεπουμπλικάνοι», γράφει με μεγάλα γράμματα ο τίτλος του άρθρου, «αμφισβητούν την διανοητική και ηθική επάρκεια του Τραμπ».
Το πρόβλημα του Τραμπ δεν είναι απλά και μόνο ότι η πλειοψηφία «δεν τον εμπιστεύεται». Το πρόβλημά του είναι ότι η πλειοψηφία τον μισεί. Και αυτό φάνηκε ανάγλυφα από τις κινητοποιήσεις του περασμένου Σαββατοκύριακου.
Τα μεγάλα μέσα μαζικής ενημέρωσης «σνόμπαραν», ως συνήθως, τις διαδηλώσεις. Ο Τραμπ, άλλωστε, έχει την αμέριστη υποστήριξη ολόκληρης της αμερικανικής άρχουσας τάξης –ανάμεσά τους και τους «βαρόνους» των μίντια. Οι φωτογραφίες και τα βίντεο, όμως, που ανέβασαν οι ίδιοι οι διαδηλωτές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από τις κινητοποιήσεις του περασμένου Σαββατοκύριακου είναι συγκλονιστικές.
Τεράστια πλήθη κατέκλυσαν τους δρόμους της Νέας Υόρκης, του Λος Άντζελες, του Σικάγο, του Σιάτλ, του Ντένβερ, του Όστιν, του Σινισνάτι, του Ιντάχο. Τριάντα, σχεδόν, πανεθνικές οργανώσεις (και χιλιάδες τοπικές) –εργατικά σωματεία, φοιτητικοί σύλλογοι, ενώσεις υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αντιρατσιστικές πρωτοβουλίες- στήριξαν το κάλεσμα για τις κινητοποιήσεις του περασμένου Σαββατοκύριακου. «Είμαστε όλοι Μινεσότα», «Κάτω τα χέρια από τους γείτονές μας», «Να σταματήσουν οι διώξεις ενάντια στους αλληλέγγυους», «Έξω η ICE» ήταν μερικά από τα συνθήματα που κυριαρχούσαν σε όλες τις κινητοποιήσεις.
Στη Νέα Υόρκη στο πλευρό των διαδηλωτών τάχθηκε και ο νέος Δήμαρχος Ζοχράν Μαντάνι: «Η σημερινή γενική απεργία είναι μια άμεση απάντηση στην βαρβαρότητα της ICE… Απορρίπτουμε ένα σύστημα που τρομοκρατεί. Το θάρρος σας είναι έμπνευση για ολόκληρο τον κόσμο. Τη δύναμη την έχει ο λαός. Αλληλεγγύη στους απεργούς».
Ο Μαμντάνι αντιπροσωπεύει ό,τι μισεί η τραμπική ακροδεξιά: έχει γεννηθεί στην Ουγκάντα, είναι μέλος όχι απλά του Δημοκρατικού Κόμματος αλλά της αριστερής οργάνωσης (που λειτουργεί μέσα από το Δημοκρατικό Κόμμα) «Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές της Αμερικής». Στις δημόσιες εμφανίσεις του συνοδεύεται συχνά από τον Μπέρνι Σάντερς, την Αλεξάντρια Οκάζιο Κορτέζ -τους πιο γνωστούς πολιτικούς της αμερικανικής αριστεράς σήμερα. Πριν από λίγες ημέρες ο Μαμντάνι συμμετείχε συμβολικά στην διαδήλωση που οργάνωσαν οι απεργοί νοσηλευτές της Νέας Υόρκης -μια κίνηση που προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, την οργή των ΜΜΕ.

