Ιστορία
Ισπανία - Φλεβάρης 1936: Η νίκη του “Λαϊκού Μετώπου” στις εκλογές

Εργάτες στη Μαδρίτη πανηγυρίζουν τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου τον Φλεβάρη του 1936. Φωτό: EFE

Στις 16 Φλεβάρη του 1936 οι κοινοβουλευτικές εκλογές στην Ισπανία έγιναν σε συνθήκες πόλωσης. Το Λαϊκό Μέτωπο κατέκτησε την απόλυτη πλειοψηφία στο Κορτές (τη Βουλή) με 257 έδρες. Η εκλογική συνεργασία της Δεξιάς, με κορμό την CEDA –ένα ακροδεξιό κόμμα με στενούς δεσμούς με την Καθολική Εκκλησία- πήρε 139. Τα κόμματα του «κέντρου» πήραν 57. 

Η διαφορά στις ψήφους δεν ήταν συντριπτική, το Λαϊκό Μέτωπο πήρε 700 χιλιάδες ψήφους παραπάνω από τη Δεξιά. Ένα σημαντικό τμήμα των νέων ψήφων της οφειλόταν κατά πάσα πιθανότητα στην παρακίνηση της ηγεσίας της CNT, του μεγάλου αναρχικού συνδικάτου, προς τα μέλη της να πάνε αυτή τη φορά στις κάλπες και να μην απέχουν όπως στις προηγούμενες εκλογές του 1933. Και η κυβέρνηση που σχηματίστηκε δεν περιλάμβανε κανέναν υπουργό από το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE) και το Κομμουνιστικό Κόμμα (PCE). Ήταν μια κυβέρνηση «δημοκρατικών» αστών πολιτικών, που τα κόμματά τους είχαν υπογράψει την εκλογική συμμαχία του Λαϊκού Μετώπου τον Γενάρη. 

Η εκλογική αριθμητική δείχνει -και σε αυτήν την περίπτωση- μόνο την επιφάνεια. Οι εκλογές του 1936 ήταν το πρώτο βήμα σε μια διαδικασία που τον Ιούλη θα κατέληγε στην απόπειρα φασιστικού πραξικοπήματος και την εργατική επανάσταση που πήρε ως απάντηση. Το 1936 δεν έπεσε από τον ουρανό. Οι εργάτες και οι εργάτριες στις πόλεις και οι άκληροι αγρότες και εργάτες γης στα χωριά, είχαν περάσει ένα σκληρό σχολείο πέντε χρόνων, αγώνων, ελπίδων, απογοητεύσεων και ριζοσπαστικοποίησης. 

Από μια άποψη η Ισπανική Επανάσταση ξεκίνησε το 1931. Στις 14 Απρίλη εκείνης της χρονιάς ο βασιλιάς Αλφόνσο 13ος αναγκάστηκε να φύγει από τη χώρα ύστερα από τη σαρωτική νίκη της αντιμοναρχικής συμμαχίας στους δήμους. Ήταν οι πρώτες, σχετικά ελεύθερες, εκλογές που είχαν γίνει από το 1923 όταν o αριστοκράτης στρατηγός Μιγκέλ Πρίμο ντε Ριβέρα επέβαλε δικτατορία με τη στήριξη της μοναρχίας. Στη συνέχεια ανακηρύχτηκε η αβασίλευτη Δημοκρατία (τυπικά η Δεύτερη) και το δημοκρατικό Σύνταγμα του 1931 γράφτηκε με πρότυπο το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στην Γερμανία, το πιο προοδευτικό στον καπιταλιστικό κόσμο. 

Ο πρώτος υπουργός Εργασίας, ο σοσιαλιστής Λάργκο Καμπαλέρο που ήταν και πρόεδρος του σοσιαλιστικού συνδικάτου UGT, νομοθέτησε κάποια μέτρα ανακούφισης για τους εξαθλιωμένους και σκληρά καταπιεσμένους εργάτες γης. Το αποτέλεσμα ήταν το συνδικάτο τους, η FNTT, να φτάσει σε λίγους μήνες το μισό εκατομμύριο μέλη –που τα διεκδικούσαν όλα: να φύγει η μισητή Γκουάρντια Σιβίλ (η χωροφυλακή), υψηλότερα μεροκάματα και γη. Όμως, η αγροτική μεταρρύθμιση που έκανε η κυβέρνηση ήταν τόσο δειλή που το 1935, μόλις 12.000 αγροτικές οικογένειες είχαν πάρει κλήρο.

Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που τα επόμενα χρόνια σημαδεύτηκαν από ένα κύμα απεργιών και καταλήψεων γης στην ύπαιθρο. Η μαχητικότητα δεν ήταν προνόμιο της υπαίθρου, απεργιακά κύματα άρχισαν να ξεσπάνε και στις πόλεις. Το 1933 οι «χαμένες» ώρες δουλειάς λόγω απεργιών είχαν τριπλασιαστεί σε σύγκριση με το 1931 και δεκαπλασιαστεί σε σύγκριση με το 1928. Για να έχουμε ένα διεθνές μέτρο σύγκρισης: στην Ιταλία του 1920, δηλαδή στην κορύφωση της «Κόκκινης Διετίας», καταγράφηκαν 170 απεργοί ανά 1.000 εργαζόμενους. Στην Ισπανία του 1933 η αναλογία ήταν 150 ανά 1.000. 

Οι καπιταλιστές δεν έβρισκαν την πολυπόθητη σταθερότητα. Έβλεπαν με φόβο και απέχθεια τις «σκοτεινές» και «αδαείς» μάζες να σηκώνουν κεφάλι. Όλη η άρχουσα τάξη και κομμάτια της «μεσαίας τάξης» στρεφόταν στην αναζήτηση «δυναμικών λύσεων». Στις εκλογές του Δεκέμβρη του 1933, τα κυβερνητικά κόμματα ηττήθηκαν. Πρώτο κόμμα αναδείχτηκε η CEDA. Αρχικά, αυτή δεν μπήκε στη νέα κυβέρνηση που σχημάτισε το «Ριζοσπαστικό» κόμμα -της έδινε ψήφο ανοχής. Αλλά η άνοδός της σήμανε συναγερμό στο στρατόπεδο της εργατικής τάξης. Η CEDA με δυσκολία έκρυβε την περιφρόνηση στη δημοκρατία, και τις συμπάθειές της στα «ισχυρά καθεστώτα» του Μουσολίνι και του Χίτλερ. 

Η νέα κυβέρνηση έκανε τα χατίρια της ακροδεξιάς. Ο υπουργός Εσωτερικών δήλωσε ότι οι απεργίες είναι «ζήτημα δημόσιας τάξης». Τον Ιούνη οι εργάτες γης στο νότο της Ισπανίας κατέβηκαν σε απεργία, για να διαμαρτυρηθούν για την πτώση των μεροκάματων. Η απεργία, κακο-οργανωμένη είναι αλήθεια, συντρίφτηκε. 

Στις αρχές του Οκτώβρη ήρθε η μεγαλύτερη πρόκληση. Η CEDA μπήκε στην κυβέρνηση. Τη διάθεση που επικρατούσε στην πλειοψηφία της εργατικής τάξης τη δείχνει ένα σύνθημα που λανσάρισε η Σοσιαλιστική Νεολαία: «Κάλλιο Βιέννη παρά Βερολίνο!». Τον Φλεβάρη του 1934 οι σοσιαλιστές εργάτες στη Βιέννη είχαν αντισταθεί ένοπλα στην επίθεση της ακροδεξιάς κυβέρνησης. 

Ακόμα και η πιο δεξιά πτέρυγα της ηγεσίας του PSOE ψήφισε υπέρ της γενικής απεργίας και της ένοπλης εξέγερσης που πρότεινε ο Λάργκο Καμπαλέρο ο οποίος πλέον, έχοντας κάνει στροφή 180ο, προβαλλόταν ως ο «Ισπανός Λένιν». Αλλά όπως συνήθως αυτά ήταν λόγια. Η απεργία απέτυχε, και η ένοπλη εξέγερση απλά δεν έγινε.

Υπήρχε μια εξαίρεση. Οι Αστούριες, η περιοχή των ανθρακωρυχείων στη βορειοδυτική Ισπανία. Εκεί οι τοπικές οργανώσεις των σοσιαλιστών, των κομμουνιστών και των αναρχικών σχημάτισαν μια Εργατική Επιτροπή και χιλιάδες ανθρακωρύχοι με λιγοστά τουφέκια και μπόλικο δυναμίτη κατέλαβαν το Οβιέδο, την πρωτεύουσα της επαρχίας. 

Αστούριες

Η «Κομμούνα των Αστουριών» κράτησε δυο βδομάδες και πνίγηκε στο αίμα από το στρατό και τη Λεγεώνα των Ξένων. Εκατοντάδες εργάτες δολοφονήθηκαν μετά την παράδοσή τους. Ένας σοσιαλιστής βουλευτής που δεν συμμετείχε στην εξέγερση βασανίστηκε τόσο άγρια που έχασε τα λογικά του. Αυτό δεν εμπόδισε το δικαστήριο να τον καταδικάσει σε θάνατο. Το κύμα της καταστολής απλώθηκε σε όλη την Ισπανία. Στα τέλη του χρόνου, 30 με 40 χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι σάπιζαν στις φυλακές.

Ο Οκτώβρης του 1934 ήταν μια ήττα για την εργατική τάξη, η χειρότερη της «μαύρης διετίας». Όμως, δεν ήταν και αποφασιστική νίκη της άρχουσας τάξης. Η καταστολή έμοιαζε με ένα καπάκι που σκέπαζε ένα δοχείο που έβραζε. Η πίεση συσσωρευόταν και θα έφερνε την έκρηξη. 

Συνήθως, οι στατιστικές χάνουν τις διεργασίες στη συνείδηση και τις ιδέες των «από κάτω». Για τον Καμπαλέρο και τους άλλους ηγέτες της αριστερής πτέρυγας των Σοσιαλιστών οι πύρινοι όρκοι στην «προλεταριακή επανάσταση» ήταν εν πολλοίς ακόμα μια φραστική στροφή με ορίζοντα τις εκλογές. Για τη Σοσιαλιστική Νεολαία που συγκρούονταν καθημερινά -και ένοπλα- με τους φασίστες σε πανεπιστήμια και δρόμους ήταν συνειδητός στόχος.

Υπήρχαν διεργασίες που τις υποτιμούν ακόμα και σήμερα οι ιστορικοί. Όταν ρώτησαν τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα γιατί ο θίασος Μπαράκα δεν προγραμμάτιζε παραστάσεις για τον Νοέμβρη του 1934, απάντησε «είναι δυνατόν με τόσες χήρες στην Ισπανία;». 

Ο θίασος ήταν ενσάρκωση αυτού που ο Λόρκα θα όριζε σε μια περίφημη ομιλία του την επόμενη χρονιά ως «θέατρο κοινωνικής δράσης». Ξεκίνησε στα πλαίσια ενός εκπαιδευτικού προγράμματος στο οποίο φοιτητές/τριες και καλλιτέχνες περιόδευαν στα χωριά και τις κωμοπόλεις, προβάλλοντας ταινίες, έργα ζωγραφικής, ανεβάζοντας θεατρικές παραστάσεις. Ας σκεφτούμε τι σήμαινε να ανεβαίνει στην πλατεία του χωριού η διασκευή του Φουέντε Οβεχούνα που μιλάει για μια εξέγερση χωρικών στη μεσαιωνική Ισπανία. Ή ποιες σιωπηλές αλλά εκρηκτικές σκέψεις προκαλούσε μια παράσταση της Γέρμα στις γυναίκες. Για την «καλή κοινωνία» αγρότες ήταν υποζύγια και οι γυναίκες δυο φορές υποζύγια. 

Όσο κυλούσε το 1935, το σύνθημα των Αστουριών «Αδέλφια Προλετάριοι Ενωθείτε!» με τα αρχικά των λέξεων UHP αγκάλιαζε την εργατική τάξη. Να ενωθούμε, για να λευτερωθούν οι φυλακισμένοι αγωνιστές, να γυρίσουν οι απολυμένοι στις δουλειές τους, να φράξουμε το δρόμο στο φασισμό. 

Αλλά πώς να ενωθούμε; Ποιοι και με ποιους, για να κάνουμε τι; Ο Αθάνια, πρώην πρωθυπουργός και ηγέτης τώρα ενός μικρού κόμματος με τίτλο «Δημοκρατική Αριστερά», είχε δει τη δημοτικότητά του να ανεβαίνει ξανά, μιας και είχε γίνει στόχος της δεξιάς. Η πρότασή του ήταν απλή: επιστροφή στις «ηλιόλουστες» μέρες του 1931, με ένα εκλογικό συνασπισμό δημοκρατικών και σοσιαλιστών. 

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας υιοθέτησε με ενθουσιασμό την πρόταση. Είχε λιγότερα από 10 χιλιάδες μέλη, μια μικροσκοπική δύναμη σε σχέση με τα εκατομμύρια των σοσιαλιστικών και αναρχικών συνδικάτων. Όμως, μπορούσε να δείξει τις επιτυχίες του «αδελφού» κόμματος στην Γαλλία. Εκεί το Λαϊκό Μέτωπο είχε συμπεριλάβει το «δημοκρατικό» αστικό κόμμα, τους Ριζοσπάστες. Είχε κερδίσει στις τοπικές εκλογές, κι έβαζε πλώρη για την κυβέρνηση. Το ίδιο έπρεπε να γίνει στην Ισπανία. 

Το αποτέλεσμα ήταν μια συμμαχία που συγκέντρωνε τις ελπίδες της εργατικής τάξης που πήγαινε ολοταχώς αριστερά, αλλά ταυτόχρονα αποτελούσε ένα «γιγάντιο φρένο» σε αυτή την πορεία, όπως έγραφε ο Τρότσκι τον Απρίλη του 1936. Κι όχι μόνο αυτό. Στη Γαλλία η συμμαχία με το Ριζοσπαστικό Κόμμα ήταν ταξική συνεργασία με ένα μεγάλο κόμμα της άρχουσας τάξης. Το Ισπανικό Λαϊκό Μέτωπο, έγραφε ο Τρότσκι δεν ήταν καν αυτό: «τη θέση της αστικής τάξης την έχει καταλάβει η σκιά της». Οι «δημοκράτες αστοί σύμμαχοι» δεν αντιπροσώπευαν καμιά πραγματική κοινωνική δύναμη. 

Ο Τρότσκι συνόψισε το γιατί: «Ο αστός είναι δημοκράτης όσο η δημοκρατία προστατεύει την ατομική ιδιοκτησία. Κι ο εργάτης αξιοποιεί την Δημοκρατία για να ανατρέψει την ατομική ιδιοκτησία. Με άλλα λόγια: η Δημοκρατία χάνει κάθε αξία για τον αστό τη στιγμή που αποκτάει αξία για τους εργάτες». Η κοινωνική έκρηξη που ακολούθησε τις εκλογές του Φλεβάρη επιβεβαίωσε τον Τρότσκι.