Ο ίδιος ο Παπαδήμος δηλώνει στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς (16 Μάρτη) ότι η έλλειψη συνέχειας ανάμεσα στις κυβερνήσεις στην Ελλάδα είναι κομμάτι του προβλήματος. “Ένα μέρος του προσωπικού, ιδιαίτερα αυτοί που συμμετέχουν στην επιτήρηση των μέτρων, πρέπει να είναι μόνιμο και να μην αλλάζει από καιρού εις καιρό, όταν έρχεται στην εξουσία μια νέας κυβέρνηση”. Μας λέει δηλαδή ότι δεν θέλει να είναι μόνιμοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά να είναι μόνιμοι οι υπουργοί. Παρόλα αυτά, αναγκάζονται να πάνε σε εκλογές.
Το παραμύθι της “κυβέρνησης ειδικού σκοπού” δεν το πίστευε ούτε ο Σαμαράς που το προπαγάνδιζε φανατικότερα. Τώρα οι ίδιοι τους οι κονδυλοφόροι παραδέχονται πως βλέπουν τις εκλογές σαν έναν ακόμα παράγοντα αποσταθεροποίησης. Γράφει για παράδειγμα το Βήμα: “Το σίγουρο είναι ότι η χώρα εισήλθε σε άτυπη προεκλογική περίοδο σε κλίμα έντασης και αντιπαράθεσης. Το οποίο μπορεί να ενταθεί όταν θα γνωστοποιηθεί ο κατάλογος των μέτρων και των ρυθμίσεων που θα χρειασθεί να λάβει η επόμενη κυβέρνηση τον προσεχή Ιούνιο. Κάτι που ήδη προπαρασκευάζεται από τις υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών. Στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους δεν κρύβουν ότι... θα χρειασθεί να υπάρξει γενναία παρέμβαση στο σκέλος των δημοσίων δαπανών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα μεγάλα ανελαστικά κονδύλια των συντάξεων και των πληρωμών του Δημοσίου.”
Όπως γίνεται ξεκάθαρο σε όποιον έχει ρίξει έστω και μια ματιά στο 2ο μνημόνιο, το PSI δεν ήταν παρά ο πρόλογος. Το πρόγραμμα πτώχευσης συνεχίζει με επιθέσεις που μετριούνται ανά τρίμηνο του 2012, του 2013 και του 2014. Ο Πολ Τόμσεν, ο κύριος ΔΝΤ της Τρόικας, ήδη έχει αρχίσει να προαναγγέλλει την τελική κατάργηση της μονιμότητας στο Δημόσιο, την ακόμα μεγαλύτερη περικοπή μισθών και αυτό που ήδη θεωρείται σίγουρο, τη μείωση των συντάξεων.
Συνέχεια
Η προϊσταμένη του, Κριστίν Λαγκάρντ λέει πως “η αισιοδοξία δεν πρέπει να μας παρασύρει σε μια εσφαλμένη αίσθηση ασφάλειας. Υπάρχουν ακόμη μεγάλες οικονομικές και χρηματοοικονομικές αδυναμίες που πρέπει να αντιμετωπίσουμε”. Αν αυτά τα λένε την περίοδο που έχουν και το άγχος να βοηθήσουν τα κόμματά τους να μην καταρρεύσουν στις εκλογές, μπορούμε να φανταστούμε τι θα ακολουθήσει στη συνέχεια.
Το μεγαλύτερο πολιτικό στοίχημα της κυβέρνησης Παπαδήμου δεν ήταν αν θα κατάφερνε να πείσει τους δανειστές να έμπλακούν στο PSI. Αυτό θα μπορούσε να το είχε κάνει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο η κυβέρνηση του ΓΑΠ. Το μεγάλο ζήτημα ήταν αν η υποτιθέμενη “συναίνεση” που εξασφάλιζε μέσω της συμμετοχής των τριών κομμάτων στα υπουργεία, θα ήταν ικανή να δημιουργήσει ασφυξία πάνω στο εργατικό κίνημα ώστε να μπλοκάρουν οι αντιστάσεις.
Η Τρόικα είχε απαυδήσει με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ γιατί την είχε δει να αποδεικνύεται ανίκανη να βάλει φρένο στο σερί των πανεργατικών απεργιών, να απομονώσει τους μαχητικούς συνδικαλιστές και να δημιουργήσει τους όρους με τους οποίους η επίθεση στον ιδιωτικό τομέα θα προχωρούσε ανενόχλητη. Η κυβέρνηση Παπαδήμου όμως δεν μπόρεσε να αλλάξει το κλίμα, ίσα ίσα έβαλε και τη ΝΔ και το ΛΑΟΣ στον στρόβιλο της πολιτικής κρίσης.
Η μεγαλύτερη απόδειξη για το εύθραυστο του πειράματος ήταν η αποχώρηση του ΛΑΟΣ στη διάρκεια της ψηφοφορίας του δεύτερου μνημονίου. Ένα κόμμα που προβαλλόταν από τις εφημερίδες του συστήματος ως η πιο αξιόπιστη αστική αντιπολίτευση, μιας και είχε ψηφίσει με συνέπεια το πρώτο μνημόνιο και όλους τους μνημονιακούς νόμους, κατέληξε να είναι αυτό που έβαλε σε πολιτική δοκιμασία το μπλοκ τους.
Όμως πίσω από την πολιτική αυτή κατάρρευση βρισκόταν η αποτυχία της κυβέρνησης να ισοπεδώσει τις αντιστάσεις. Σε όλα τα μέτωπα, οι ρυθμοί με τους οποίους προχώρησε ο Παπαδήμος ήταν μικρότεροι από αυτούς που είχαν σχεδιάσει, αφήνοντας έτσι ακόμα περισσότερα κρατούμενα για τη συνέχεια. Οι ιδιωτικοποιήσεις, η κατάργηση οργανισμών, οι απολύσεις, ακόμα και το άνοιγμα των επαγγελμάτων βρέθηκαν στις ίδιες συμπληγάδες που βρέθηκαν και επί ΓΑΠ.
Το δικό μας καθήκον είναι να διασφαλίσουμε ότι αυτές οι συμπληγάδες θα γίνουν ακόμα στενότερες για την κυβέρνηση που θα έρθει μετά τις εκλογές. Συνεχίζοντας τις απεργίες και τον συντονισμό των αγώνων πριν και μετά τις εκλογές. Και δίνοντας το δυνατότερο πολιτικό στήριγμα στους εργάτες και τις εργάτριες που θα συνεχίσουν τις μάχες, ενισχύοντας την ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

