Παραμύθι ή αλήθεια λοιπόν και η ιστορία της ταινίας; Παραμύθι φυσικά. Γιατί τι είναι αλήθεια σ’ αυτόν τον κόσμο; Δεν βρισκόμαστε βέβαια στην αυλή του σουλτάνου, αλλά σ’ ένα μικρό χωριό των χωρών του Μαγρέμπ ή σ’ ένα χωριό της αραβικής χερσονήσου, ή οπουδήποτε αναβλύζει μια πηγή, αλλά η αγάπη ξεραίνεται…
O 54χρονος, εβραϊκής καταγωγής, ρουμάνος σκηνοθέτης, που από το 1980 ζει στην Γαλλία, στην ταινία του αυτή, που συμμετείχε ως μαροκινή ταινία στο τμήμα « Ένα Κάποιο Βλέμμα» του Φεστιβάλ των Καννών το 2011, καταπιάνεται με το ζήτημα της γυναικείας καταπίεσης και χειραφέτησης, ανεξαρτήτως θρησκείας, χρώματος η φυλής, χρησιμοποιώντας ως κεντρική ιδέα την αρχαία ελληνική κωμωδία «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, που γράφτηκε και διδάχθηκε το 411 π.Χ.
Για να αναπτύξει το οικουμενικό του αυτό μήνυμα, τοποθετεί την αφήγηση της ιστορίας του μέσα σ΄ένα μουσουλμανικό περιβάλλον, ασκώντας έτσι κριτική τόσο στην δυτική ισλαμοφοβία, που ανέκαθεν είχε ως στόχο της την καταπίεση και που δυστυχώς παραμένει επίκαιρη, όσο και στον ισλαμικό φονταμενταλισμό, που εν τέλει κι αυτός οδηγεί τα πράγματα σε μεγαλύτερη καταπίεση για τους πληθυσμούς αυτούς.
Αφηγούμενος λοιπόν την ιστορία του εν έτη 2011, ο Ράντου Μιχαλεάνου μας δίνει μια μικρή γεύση με το παράδειγμα του αυτό, της διάσωσης και μεταφοράς κειμένων της αρχαιότητας κατά τη διάρκεια της Ισλαμικής Χρυσής Εποχής και το πέρασμα τους ακολούθως κατά την περίοδο της αναγέννησης, στον δυτικό λεγόμενο κόσμο.
Σ’ ένα μικρό χωριό λοιπόν στους πρόποδες του Άτλαντα, που εδώ και καιρό πλήττεται από την ξηρασία, οι γυναίκες είναι υποχρεωμένες να ζαλώνονται τους κουβάδες προκειμένου να ανεβούν έως την πηγή στο βουνό για να φέρουν νερό. Μια επίπονη και κουραστική εργασία που πολλές φορές εγκυμονεί και σοβαρά ατυχήματα για τις ίδιες.
Με αφορμή ένα τέτοιο ατύχημα λοιπόν, όπου μια έγκυος πέφτει και αποβάλλει, οι πιο δυναμικές στην αρχή και στην συνέχεια η πλειοψηφία των γυναικών του χωριού με πρωτοπόρα την Λεϊλά, αποφασίζουν να αλλάξουν την κατάσταση. Θέλοντας να αναγκάσουν τους άντρες του χωριού να κουβαλάνε αυτοί το νερό από την πηγή, προχωρούν σε αποχή από το σεξ μέχρι να το πετύχουν.
Καταπίεση
Μέσα από των αγώνα τους αυτό, που όσο κι αν ακούγεται «χαριτωμένος» μόνο τέτοιος δεν είναι, ξεδιπλώνεται μπροστά μας μια μικρογραφία μιας κοινωνίας με όλες τις ταξικές, πολιτισμικές και ιδεολογικές της διαβαθμίσεις, όλα της τα προβλήματα, αλλά και όλες της τις προοπτικές.
Οι γυναίκες δεν έχουν να δώσουν έναν εύκολο αγώνα. Ούτε συστρατεύονται όλες σ’ αυτόν. Αλλά και οι άντρες από την άλλη μεριά δεν αντιδρούν το ίδιο. Ο άντρας της Λεϊλά, δάσκαλος στο επάγγελμα, την υποστηρίζει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν του ασκούνται πιέσεις. Στην κίνηση όμως ξεκαθαρίζει ακόμα περισσότερο.
Ο αδερφός από την άλλη και όχι τυχαία, κάθε βράδυ χτυπάει την γυναίκα του. Ο πατέρας τους και πεθερός της Λεϊλά την υποστηρίζει προσπαθώντας να κρατήσει τις αποστάσεις. Η σύζυγος του από την άλλη στέκεται απέναντί της. Έχοντας υποστεί την καταπίεση ως γυναίκα, να παντρευτεί μικρή σε ηλικία, άλλον από αυτόν που αγαπούσε, τώρα αναπαράγει όλα τα ιδεολογήματα αυτής της καταπίεσης. Η χήρα «Μαμά Καραμπίνα» (γιατί τα λόγια της είναι σφαίρες), ρίχνει όλο το ειδικό της βάρος στην προσπάθεια αυτή. Η Λούμπνα ή «Εσμεράλδα» από τις μεξικάνικες σαπουνόπερες, που θέλει να ερωτευθεί, επίσης.
Γυναίκες λοιπόν που αγωνίζονται «γιατί υπάρχουν». Γυναίκες που παλεύουν απέναντι αλλά και μαζί με τους άντρες, γιατί ο αγώνας τους είναι συνολικός ενάντια στην καταπίεση που υφίστανται και οι δύο. Ένας αγώνας που ξεκινάει από το ποιος θα κουβαλάει το νερό από το βουνό και καταλήγει στο ότι το κράτος θα πρέπει να φέρει το νερό με σωλήνες από την πηγή στο χωριό, ώστε να μην περπατάει κανείς.
Όπου μέσα από την επιμονή των γυναικών όλοι αρχίζουν να παραδέχονται ότι πολλά πράγματα δεν λειτουργούνε σωστά, ηθικά και δίκαια στο χωριό. Από την ισότητα των δύο φύλων, έως την επιθυμία όλων για μόρφωση, για υγεία (οι περισσότερες γεννούν τα διπλάσια σχεδόν παιδιά από αυτά που εν τέλει ζουν), μέχρι την δίκαιη κατανομή των λιγοστών οικονομικών πόρων του χωριού ανάμεσα στους κατοίκους του.
Η ανισότητα άλλωστε παράγεται πάντα από την κορυφή της πυραμίδας. Όταν ο δάσκαλος απευθύνεται στις κρατικές υπηρεσίες για να ρωτήσει πώς και τόσα χρόνια δεν έχει γίνει τίποτα για να τους έρθει το νερό στο χωριό, η απάντηση του αξιωματούχου είναι τραγελαφική: «Τι τα θες και τα σκαλίζεις. Εδώ είστε από τους προνομιούχους, γιατί σας βάλαμε κολώνες με καλώδια για ρεύμα και κουδούνια στα σπίτια.» - «Μα δε μας φέρατε όμως ρεύμα!» - «Άλλο αυτό. Άλλωστε, αν σας φέρουμε νερό και ρεύμα όπως ζητάτε, μετά οι γυναίκες σας θα σας ζητήσουν πλυντήρια. Κι άμα δεν πλένουν, θα έχουν πολύ ελεύθερο χρόνο»…

