Η συμμαχία Συντηρητικών-Φιλελευθέρων που κυβερνάει την Βρετανία βρίσκεται σε χοντρή κρίση -και αυτό δεν κατάφερε κανένα από τα κομματικά τους συνέδρια να το κρύψει.
Ο ίδιος ο λόγος ύπαρξης αυτής της συμμαχίας ήταν να μειώσει -για την ακρίβεια να μηδενίσει, σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο του Τζορτζ Όζμπορν (Υπουργός Οικονομικών)- το έλλειμμα του προϋπολογισμού. Όλες οι προβλέψεις, όμως, δείχνουν τώρα ότι η κυβέρνηση αδυνατεί να εκπληρώσει τους στόχους της. Ο βασικός λόγος για αυτή την αποτυχία είναι η συρρίκνωση της οικονομίας. Αυτή η συρρίκνωση μειώνει από τη μια τα δημόσια έσοδα και από την άλλη -μια και οι στόχοι αναφέρονται στο έλλειμμα σαν ποσοστό του ΑΕΠ- κάνει την επίτευξη αυτών των στόχων ακόμα πιο δύσκολη.
Πρόκειται για μια πρώιμη εκδοχή του θανάσιμου φαύλου κύκλου στον οποίο έχει βυθιστεί η Ελλάδα, όπου οι περικοπές στις δαπάνες οδηγούν σε μεγαλύτερη ύφεση, σπρώχνοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο να ζητάνε περισσότερες περικοπές, περικοπές που οδηγούν με την σειρά τους σε ακόμα μεγαλύτερη ύφεση... και όλα αυτά με ένα τρομαχτικό κοινωνικό κόστος. (Το ότι οι πλακατζήδες Νορβηγοί βουλευτές που έδωσαν το Νόμπελ Ειρήνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ολοκλήρωσαν το αστείο τους, μοιραζόντας το βραβείο ανάμεσα στην ΕΕ και το ΔΝΤ ήταν πραγματικά μια έκπληξη).
Η εικόνα, όμως, είναι εξίσου σκοτεινή και στο παγκόσμιο επίπεδο. Το τελευταίο άρθρο των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς για την παγκόσμια οικονομία έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο “Οι ελπίδες μετατρέπονται σε φόβο και αβεβαιότητα”. Το χρηματοπιστωτικό κραχ κατακρήμνισε το 2008-9 τον παγκόσμιο καπιταλισμό στην χειρότερη ύφεση στην μεταπολεμική του ιστορία.
Η ύφεση αυτή όμως ακολουθήθηκε -κύρια χάρη στα τεράστια ποσά που έριξαν οι κυβερνήσεις στην οικονομία για να εμποδίσουν μια κατάρρευση σαν της δεκαετίας του 1930- από μια απότομη ανάκαμψη το 2010. Αυτό που σήμερα γίνεται φανερό είναι ότι η ανάκαμψη αυτή έχει πια εξαντλήσει την δυναμική της. Η τελευταία έκθεση του ΔΝΤ για την παγκόσμια οικονομία (World Economic Outlook) προβλέπει για την ερχόμενη χρονιά ρυθμούς ανάπτυξης 1,5% για τις αναπτυγμένες οικονομίες και 5,6% για τις αναπτυσσόμενες.
Για τις ΗΠΑ, την ΕΕ και την Ιαπωνία οι προβλέψεις αυτές σημαίνουν ότι οι οικονομίες τους θα συνεχίσουν να λιμνάζουν -όπως έκαναν τα δυο τελευταία χρόνια. Τα νούμερα μοιάζουν κάπως καλύτερα για τις ονομαζόμενες “αναδυόμενες οικονομίες της αγοράς”. Παρόλα αυτά, όμως, αποτελούν οπισθοχώρηση.
Η βασική “αναδυόμενη οικονομία” είναι φυσικά η Κίνα. Η κυβέρνηση του Πεκίνου αντέδρασε στην ύφεση με ένα γιγάντιο πρόγραμμα επενδύσεων ύψους 640 δισεκατομυρίων ευρώ χρηματοδοτημένο από τις δημόσιες τράπεζες. Το αποτέλεσμα ήταν μια γρήγορη ανάκαμψη που τράβηξε μαζί της τις οικονομίες που τροφοδοτούν την Κίνα με πρώτες ύλες (μεγάλα τμήματα της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής) και σύνθετα βιομηχανικά αγαθά (για παράδειγμα την Γερμανία και τη Νότια Κορέα).
Η κινεζική οικονομία, όμως, τώρα επιβραδύνεται. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα φτάσει στο 7,7% το επόμενο έτος -ένα νούμερο μεγάλο για τα δεδομένα των αναπτυγμένων χωρών που είναι, όμως, 30% μικρότερο από τους ρυθμούς ανάπτυξης που γνώριζε η Κίνα πριν από το 2008 και η χειρότερη επίδοση της από το 1999. Η ύφεση του βορρά έχει χτυπήσει την οικονομία της που εξαρτάται καίρια από τις εξαγωγές και οι οικονομολόγοι υποπτεύονται ότι οι επενδύσεις -που αντιστοιχούν σήμερα στο 50% της παραγωγής- δεν μπορούν πλέον να τραβήξουν την ανάπτυξη μπροστά.
Ετσι λοιπόν, όλες αυτές οι φιλολογίες για τις μεγάλες “αναδυόμενες οικονομίες της αγοράς”, τις BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική) που υποτίθεται ότι είχαν “απεμπλακεί” από τις ΗΠΑ και την ΕΕ και θα μπορούσαν, έτσι, να σύρουν την παγκόσμια οικονομία με τις δικές τους δυνάμεις αποδείχτηκαν ακριβώς αυτό -σκέτες φιλολογίες. Και οι υπόλοιπες “μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες της αγοράς” βρίσκονται, όπως και η Κίνα, σε καθοδική πορεία.
Εμπόδιο
Το πιο εμφανές εμπόδιο για την ανάκαμψη είναι η πολιτική αντίληψη που κυριαρχεί στις ΗΠΑ και την ΕΕ η οποία λέει ότι η προτεραιότητα είναι σήμερα ο περιορισμός του δανεισμού των κυβερνήσεων, που έχει διογκωθεί από τις προσπάθειες να καταπολεμηθεί η ύφεση.
'Ενα από τα επικίνδυνα μαύρα σύννεφα στον ορίζοντα είναι αυτό που ονομάζεται “δημοσιονομικός γκρεμός” στις ΗΠΑ -ένας συνδυασμός φορολογικών αυξήσεων και περικοπών στις δαπάνες που θα αρχίσει να εφαρμόζεται στο τέλος της χρονιάς. Το πακέτο αυτό -αποτέλεσμα του συμβιβασμού για την μείωση του δημόσιου χρέους ανάμεσα στο ελεγχόμενο από τους Ρεπουμπλικάνους Κογκρέσο και τον Μπαράκ Ομπάμα τον Ιούλη του 2011- υπολογίζεται ότι θα κόψει έως και 4% από το ΑΕΠ των ΗΠΑ.
Οι κεντρικοί τραπεζίτες προσπαθούν να καλύψουν το κενό που δημιουργεί η εμμονή της πολιτικής ελίτ στη δημοσιονομική λιτότητα, εφευρίσκοντας διάφορα τεχνάσματα για να πρεσάρουν νέο χρήμα (10 τρις δολάρια μέχρι σήμερα) στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αλλά μέσα σε μια κρίση που ξεκίνησε με μια τεράστια συσσώρευση ιδιωτικού χρέους, αυτό το νέο χρήμα ενδέχεται να μην μπορέσει να αξιοποιηθεί. Οι τράπεζες που συνεχίζουν να έχουν τα βιβλία τους γεμάτα από τεράστιες ποσότητες “κακών” (μη εξυπηρετούμενων δηλαδή) δανείων, δεν έχουν καμιά διάθεση να δανείσουν ενώ οι υπερχρεωμένες επιχειρήσεις και τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά διστάζουν να πάρουν νέα δάνεια.
Ο Ολιβιέ Μπλανσάρ, ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, λέει ότι φοβάται “μια χαμένη δεκαετία”. Ο μαρξιστής οικονομολόγος Μάικλ Ρόμπερτς το εκφράζει διαφορετικά: “η παγκόσμια οικονομία παραμένει φυλακισμένη σε μια Μακρά Ύφεση”.

