Ποια είναι η απάντηση στα σκάνδαλα;

Είναι βέβαιο ότι πολύς κόσμος χαίρεται βλέποντας τον Φιλιππίδη και τον Κοντομηνά να αντιμετωπίζουν τη Δικαιοσύνη.

Ο πρώτος είναι γνωστός σαν άνθρωπος του Βαρδινογιάννη από την εποχή που ήταν πρόεδρος της ΠΑΕ Παναθηναϊκός. Με τέτοιες πλάτες προφανώς αναρριχήθηκε στη Διοίκηση του ΤΤ και έγινε διάσημος γιατί τζογάρησε τα λεφτά του πιο λαϊκού αποταμιευτήριου σε δομημένα ομόλογα. Δεν κάθεται στο σκαμνί, όμως, για εκείνο το οικονομικό έγκλημα, αλλά για τα δάνεια προς τον Κοντομηνά.

Ο Κοντομηνάς δεν είναι κάποιος άγνωστος ή «λαθραίος» καπιταλιστής. Πρωταγωνιστεί για χρόνια στο επιχειρηματικό στερέωμα και με τις ασφαλιστικές του εταιρίες και με τα ανοίγματά του στα ΜΜΕ. Τώρα αποκαλύπτεται ότι τα δάνεια που έπαιρνε από το ΤΤ για τις εταιρίες του κατάληγαν σε «επενδύσεις» σε ακίνητα στο Λονδίνο.

Εδώ χρειάζεται να σταθούμε σε μια απλή βασική αλήθεια. Ούτε ο Φιλιππίδης, ούτε ο Κοντομηνάς δεν είναι εξαιρέσεις στο χώρο τους, αντίθετα επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Οι παλιότεροι θυμούνται ότι στην προηγούμενη κρίση των τραπεζών στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1980, υπήρχε ο όρος «θαλασσοδάνεια» για τον τρόπο που οι εφοπλιστές και οι βιομήχανοι έπαιρναν δάνεια με προνομιακούς όρους από τις τράπεζες και τα λεφτά κατέληγαν στην Ελβετία ενώ οι επιχειρήσεις τους γίνονταν «προβληματικές».

Απελευθέρωση αγοράς

Αυτή η πρακτική ποτέ δεν σταμάτησε. Αντίθετα, στη σημερινή εποχή οξύνθηκε χάρη στην απελευθέρωση της κίνησης των κεφαλαίων και της τραπεζικής αγοράς διεθνώς που πέτυχε η νεοφιλελεύθερη εξόρμηση τις τελευταίες δεκαετίες. Το φαινόμενο να υπάρχουν 600 δις δολάρια στην Ελβετία από καταθέσεις ελληνικών συμφερόντων και παράλληλα η ελληνική οικονομία να βουλιάζει σε κρίση χρέους δεν έπεσε από τον ουρανό.

Πριν από το σκάνδαλο Φιλιππίδη-Κοντομηνά, ήταν το σκάνδαλο Λαυρεντιάδη με τη «δική του» τράπεζα. Κάθε μεγαλοκαπιταλιστής ήθελε και μπορούσε να βρίσκει «άκρες» στο τραπεζικό σύστημα και να παίζει τέτοια παιχνίδια. Και προφανώς οι κορυφές των δυο κυβερνητικών κομμάτων, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, επέβλεπαν με το αζημίωτο αυτή τη διαπλοκή. Το σκάνδαλο με τη λίστα Λαγκάρντ είναι η άλλη όψη των σκανδάλων Λαυρεντιάδη-Κοντομηνά-τραπεζών.

Μήπως, όμως, οι τωρινές αποκαλύψεις σημαίνουν ότι αρχίζει μια «κάθαρση», όπως ισχυρίζεται η προπαγάνδα της σημερινής συγκυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ξεκάθαρα όχι για δυο λόγους.

Ο πρώτος λόγος είναι ότι οι σημερινές ηγεσίες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ είναι γέννημα-θρέμμα όλης αυτής της κατάστασης. Και ο Σαμαράς και ο Βενιζέλος αναδείχθηκαν μέσα από μια διαδρομή δεκαετιών στους κόλπους αυτών των μηχανισμών. Χρειάζεται πολύ θράσος για να παριστάνουν ότι αυτοί είναι «αρχάγγελοι της κάθαρσης». Αν τα σκάνδαλα βγαίνουν τώρα στην επιφάνεια, αυτό δεν οφείλεται σε κάποια δική τους «τόλμη», αλλά στην κρίση που συγκλονίζει και την οικονομία και το πολιτικό σύστημα. Αυτό που αποκαλύπτουν οι εξελίξεις είναι την αδυναμία τους.

Ο δεύτερος λόγος είναι η κατεύθυνση που παίρνουν οι αλλαγές στο τραπεζικό σύστημα. Αν υπήρχε μια φορά διαφθορά στις τράπεζες όταν οι κυβερνήσεις είχαν τη δυνατότητα να διορίζουν τους εκλεκτούς των Κοντομηνάδων σαν Διοικητές, το επόμενο διάστημα θα υπάρχει δέκα. Γιατί δίπλα στους παραδοσιακούς τραπεζίτες, τους Λάτσηδες και τους Κωστόπουλους, έρχονται να προστεθούν τα πιο κραυγαλέα αρπακτικά του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κυκλώματος: τα hedge funds και οι κερδοσκόποι επιπέδου Νέας Υόρκης, Λονδίνου και Φρανκφούρτης. Αυτό σημαίνει η λεγόμενη «ανακεφαλαιοποίηση» των ελληνικών τραπεζών κάτω από την εποπτεία της ΕΕ, της «τραπεζικής ενοποίησης» και του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Η οργή που υπάρχει μέσα στον κόσμο για τα σκάνδαλα που έρχονται στην επιφάνεια χρειάζεται να βρει το δρόμο της προς μια εργατική λύση. Να πετάξουμε έξω από το τραπεζικό σύστημα αυτή τη διεφθαρμένη τάξη κρατικοποιώντας τις τράπεζες χωρίς αποζημίωση για τους μεγαλομέτοχους και επιβάλλοντας εργατικό έλεγχο. Για να κατευθύνουν οι εργαζόμενοι τη χρηματοδότηση στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και όχι στα «θαλασσοδάνεια» για τα λαμόγια.

Πάνος Γκαργκάνας


Εξοπλισμοί

Μπορεί ο Τσοχατζόπουλος και οι φίλοι του να είναι στη φυλακή, αλλά οι αποκαλύψεις για τις μίζες από τις προμήθειες εξοπλιστικών προγραμμάτων δεν έχουν τέλος. “Με λάδωναν για να εξασφαλίσουν τη σιωπή μου, για να μη φέρνω αντιρρήσεις, για να υπογράφω χωρίς ερωτήσεις... Δεν τα έπαιρνα μόνο μέσω λογαριασμών, με δωροδοκούσαν και με μετρητά. Μια φορά ένας αντιπρόσωπος όπλων μού έφερε ένα σακβουαγιάζ μέσα στο υπουργείο και τα πήρα”, ανέφερε στην πρόσφατη απολογία του ο προφυλακισμένος, πρώην αναπληρωτής γενικός διευθυντής εξοπλισμών του ΥΕΘΑ, Αντώνης Κάντας, κεντρικό πλέον πρόσωπο στην υπόθεση.

Οσο κι αν η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου προσπαθεί να μας πείσει ότι και οι νέες αποκαλύψεις αφορούν σε μεμονωμένα περιστατικά διαφθοράς, όλα τα στοιχεία την διαψεύδουν. Ο Κάντας ήταν το Νο 3 στις προμήθειες Εξοπλισμών από το 1997 έως το 2002. Στην απολογία του μιλά για “ωφέλιμες πληρωμές” εκατομμυρίων ευρώ από, όχι ένα ούτε δύο, αλλά 10 εξοπλιστικά προγράμματα κατά την περίοδο της θητείας του. Μόνο ο ίδιος φέρεται να είχε λάβει 16 εκατομμύρια ευρώ από μίζες. Ενώ αποκαλύπτει ότι στο κύκλωμα όσων δωροδοκούσαν και δωροδοκούνταν εμπλέκονται δεκάδες άνθρωποι, αντιπρόσωποι εταιριών όπλων, επιχειρηματίες, τραπεζίτες, δικηγόροι, εν ενεργεία στρατιωτικοί και απόστρατοι και μια σειρά ακόμα από “εκλεκτά” πρόσωπα.

Αυτό που βγαίνει στη φόρα είναι ότι οι μίζες που συνόδευαν τα εξοπλιστικά προγράμματα δεν ήταν εξαίρεση κάποιων λίγων διεφθαρμένων, αλλά θεσμός σε κάθε μία πολεμική παραγγελία ώστε να επιλεγεί η “κατάλληλη” εταιρία. Γι' αυτό και το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι απλά τα ποσά των μιζών που πήραν ο Τσοχατζόπουλος, ο Κάντας και οι συνεργάτες τους. Το πραγματικό σκάνδαλο είναι οι ίδιοι οι πολεμικοί εξοπλισμοί και μαζί τους το σύστημα που τους χρησιμοποιεί.

40 χρόνια

Οι πολεμικοί εξοπλισμοί είναι βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού καπιταλισμού τα τελευταία 40 χρόνια.

Από την περίοδο 1977-1981 όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, με υπουργό Εθνικής Άμυνας τον Ευάγγελο Αβέρωφ, υπέγραφε τη συμφωνία αγοράς γερμανικών αρμάτων μάχης Λέοπαρντ 1 και ολλανδικών φρεγατών, μέχρι την περίοδο 1985-1989 όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου αποφάσιζε να συμπεριλάβει στην περίφημη “αγορά του αιώνα” εκτός από τα αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη F-16 και τα γαλλικά Μιράζ 2000. Και από την περίοδο 1990-93 όταν η κυβέρνηση Μητσοτάκη προμηθευόταν από την αμερικανική βιομηχανία επιθετικά ελικόπτερα Απάτσι AH-64A και πολλαπλούς εκτοξευτές πυραύλων M270 μέχρι την περίοδο 2000-2004 όταν ο Παπαντωνίου προχωρούσε στην αγορά των αμερικανικών μαχητικών αεροσκαφών F-16 Block 50. Η Ελλάδα μέχρι σήμερα κατέχει, στην παγκόσμια κατάταξη των δαπανών για εξοπλισμούς, μία από τις υψηλότερες θέσεις.

“Η Ελλάδα, σταθερά τις προηγούμενες δεκαετίες, περιλαμβανόταν στους μεγαλύτερους εισαγωγείς όπλων στον κόσμο, καταλαμβάνοντας θέσεις στην πρώτη δεκάδα της παγκόσμιας κατάταξης. Ειδικά μετά το 1974 διέθεσε, κυρίως σε ΗΠΑ, Γερμανία και Γαλλία, ποσά που μαζί με τους τόκους, σύμφωνα με μετριοπαθείς υπολογισμούς, ξεπερνούν το 50% του δημόσιου χρέους!”, ανέφερε άρθρο του Ριζοσπάστη στις 14/4/12 και συνέχιζε, “Με βάση τα στοιχεία του SIPRI [Διεθνούς Ινστιτούτου Στοκχόλμης για την Ειρήνη και τον Αφοπλισμό], η Ελλάδα για την πενταετία 2001 - 2005 ήταν πρώτη στην παγκόσμια κατάταξη στις εισαγωγές όπλων από τις ΗΠΑ και δέκατη στις εισαγωγές όπλων μεταξύ όλων των χωρών του κόσμου, αγοράζοντας το 4% της παγκόσμιας «πίτας» των εξαγωγών όπλων που γίνονται από όλες τις χώρες... Σύμφωνα με τη νεότερη έκθεση του SIPRI, την πενταετία 2007 - 2011 η Ελλάδα βρισκόταν στη 10η θέση στην παγκόσμια κατάταξη χωρών που εισάγουν όπλα και ταυτόχρονα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας όπλων στην περιοχή”.

Φιλοδοξίες

Βασικό ρόλο σε αυτή την κούρσα των πολεμικών εξοπλισμών έπαιζε πάντα ο ανταγωνισμός με την Τουρκία. Η διαμάχη για το ποιος είναι ο καλύτερος σύμμαχος των ιμπεριαλιστών στην περιοχή ξεκινά από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και κρατάει μέχρι σήμερα.

Το ίδιο και η κόντρα για το ποιος ελέγχει τα Βαλκάνια, με την ελληνική πλευρά να υποστηρίζει το ρόλο της ως το προπύργιο της ελεύθερης-πολιτισμένης Δύσης έναντι της καθυστερημένης Ανατολής. Αυτές οι φιλοδοξίες της ελληνικής άρχουσας τάξης υπαγόρευαν το κυνήγι των εξοπλισμών.

Ολη αυτή η προσπάθεια δικαιολογούνταν από τον υποτιθέμενο “αναπτυξιακό” ρόλο της πολεμικής βιομηχανίας. Η ίδρυση εταιριών όπως η ΕΛΒΟ, η ΕΑΒ, η ΠΥΡΚΑΛ ή τα Ναυπηγεία έντυναν την πολεμοκάπηλη εκστρατεία σαν συμφέρουσα για ολόκληρη την ελληνική οικονομία. Ο μοναδικός κερδισμένος βέβαια από τα δισεκατομμύρια που ξοδεύονταν για τους εξοπλισμούς ήταν τα αφεντικά της βιομηχανίας των όπλων στην Ελλάδα και διεθνώς.

Γι' αυτό και η απάντηση στο σκάνδαλο με τα εξοπλιστικά που σήμερα αποκαλύπτεται δεν είναι απλά να πάνε στη φυλακή όσοι έδιναν ή έπαιρναν τις μίζες. Η απάντηση είναι να κοπούν εδώ και τώρα οι εξοπλισμοί, να σταματήσουν οι κυβερνήσεις να επενδύουν σε μηχανές θανάτου είτε αυτές βαφτίζονται αμυντικές είτε όχι. Οσο για τα εργοστάσια των αμυντικών συστημάτων που αυτή την στιγμή Σαμαράς-Βενιζέλος απειλούν με κλείσιμο, μπορούν να παράγουν χρήσιμα πράγματα για όλη την κοινωνία. Να μετατραπούν σε ειρηνικές βιομηχανίες που θα ενισχύσουν για παράδειγμα τις δημόσιες συγκοινωνίες με πλοία, τρένα και λεωφορεία αντί να φτιάχνουν σφαίρες, υποβρύχια και άλλα φονικά οχήματα και εργαλεία. Για αυτή την προοπτική χρειάζεται να παλέψουν οι εργαζόμενοι και η νεολαία που εξοργίζονται με τα δισεκατομμύρια των εξοπλισμών και τις μίζες που τους συνοδεύουν.

Λένα Βερδέ