Ο Ράσελ (Κρίστιαν Μπέιλ) δουλεύει στο εργοστάσιο ώρες πολλές, ανιαρές και κουραστικές, που όμως του εξασφαλίζουν το ενοίκιο του σπιτιού που μένει με την όμορφη κοπέλα του, τη στήριξη του κατάκοιτου πατέρα του και επίσης του μικρού «τρελαμένου» αδερφού του Ρόντνι (Κέισι Άφλεκ). Ο Ρόντνι είναι παλαίμαχος του πολέμου στο Ιράκ, δεν τον χωρεί ο τόπος κι όλο μπλέκει σε κακές παρέες. Το παρακμιακό μπαρ της περιοχής που το τρέχει ένας διεφθαρμένος στοιχηματατζής (Γουίλεμ Νταφόε) και μια συμμορία ναρκοεμπόρων από το Νιου Τζερσι συμπληρώνουν το κάδρο.
Τα «καλά παιδιά»
Υπέροχα; Κι όμως γίνονται ακόμη χειρότερα. Ο Ράσελ θα βρεθεί στη φυλακή για τροχαίο και θα χάσει ακόμη και αυτή τη μίζερη πραγματικότητα που με τόσο κόπο έχει χτίσει. Όταν αποφυλακίζεται, ο πατέρας έχει πεθάνει, η κοπέλα του συζεί με τον αρχι-μπάτσο της πόλης κι ο Ρόντνι φυσικά έχει μπλέξει με αυτό που ξέρει: Με παράνομους αγώνες πάλης και με τα «καλά παιδιά» της συμμορίας. Βρισκόμαστε στο 2008.
Στις οθόνες των τηλεοράσεων, ο Τεντ Κένεντι προπαγανδίζει τον επερχόμενο νικητή Μπαράκ Ομπάμα μιλώντας για «ελπίδα και αλλαγή». Όμως καμιά ελπίδα και καμιά αλλαγή δεν επίκειται για τους κατοίκους του Μπράντοκ, εκτός ίσως από το κλείσιμο της χαλυβουργίας που δεν αντέχει τον Κινέζικο ανταγωνισμό. «Έδωσα σ’αυτή τη χώρα τα πάντα! Και τι πήρα; Σκατά», αναφωνεί ο Ρόντνι σε ανύποπτη στιγμή. Όπου φτωχός κι η μοίρα του; Ο Ράσελ δεν θα το αποδεχτεί και θα κάνει την υπέρβαση, παίρνοντας πάνω του την απονομή αυτού που θεωρεί δικαιοσύνη. Η ρεαλιστική απεικόνιση του Σκοτ Κούπερ που φέρνει στο νου τον «Ελαφοκυνηγό» ανατρέπεται σε ένα αιματηρό -αν και προβλέψιμο- φινάλε.
Μια εξαιρετικά απλή –χιλιοειπωμένη ίσως- ιστορία ανθρώπων της εργατικής τάξης αποκτά ψυχή με τους λιτούς διαλόγους, τα μουντά, βρώμικα τοπία, τις εξαιρετικές ερμηνείες και φυσικά την υποβλητική μουσική των Περλ Τζαμ. This is America.

