Σύντροφοι, Πριν ένα μήνα η αγωνίστρια του ΣΕΚ και σύντροφός μου ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΟΥΣΤΑΚΑ άφησε την τελευταία της πνοή, δίνοντας σε όλους μας ένα μάθημα δύναμης, θάρρους και στωικότητας στον αγώνα για τη ζωή της.
Στην -πολιτική- κηδεία της δώσατε το αγωνιστικό σας παρόν και τη χαιρετήσατε επάξια. Θέλω να σας ευχαριστήσω γι’ αυτό, καθώς και για το πολύστηλο αφιέρωμα στην ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ της 14.05.2014. Εγώ και η οικογένειά μου θα είμαστε πάντα συμπαραστάτες στους δίκαιους αγώνες σας - αυτό θά θελε κι εκείνη.
Γιατί η ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ θα είναι δίπλα μας, όσο θα μας εμπνέει με το παράδειγμά της, με την προσήλωσή της στον αγώνα, με την ακούραστη ψυχή της.
Στη μνήμη της θα ήθελα να αφιερώσω ένα κείμενό μου, που αυτή μου ενέπνευσε και νομίζω απεικονίζει πολύ καλά το πνεύμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την καταπίεση που δεχόμαστε και τους λαϊκούς αγώνες.
Εύχομαι καλή συνέχεια στους αγώνες του ΣΕΚ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μέχρι την τελική ανατροπή.
Με θερμούς συντροφικούς χαιρετισμούς
Κωνσταντίνος Μουστάκας
Ο άνδρας των ΜΑΤ της περνούσε χειροπέδες, όταν ο Αλέξης τούδωσε μια δυνατή σπρωξιά και την άρπαξε να φύγουν. Εκείνος παραπάτησε, μα πρόλαβε να του δώσει μια γερή με το πτυσσόμενο ρόπαλο. Πήδησαν πάνω από ένα φλεγόμενο κάδο σκουπιδιών και κέρδισαν χρόνο. «Από δω…» τούπε κι έφυγε μπρος. Ήταν λαχανιασμένη, μα γρήγορη κι ευέλικτη.
Την ακολούθησε τυφλά στα στενά των Εξαρχείων με το σάκο στην πλάτη να τον δυσκολεύει. Ξοπίσω τους ερχόταν τώρα ολόκληρη διμοιρία μοιράζοντας ξυλιές και σπρωξιές σ’ όσους τολμούσαν να κοντοσταθούν, να διαμαρτυρηθούν, να πολεμήσουν. Μα η κοπέλα ήξερε καλά τα κατατόπια. Πήδησαν μια-δυο μάντρες, πέρασαν ένα ακάλυπτο και βρέθηκαν πλέον μόνοι κι αθέατοι, κάπου ψηλά προς το Λυκαβηττό.
Πόσο ήρεμα και ειρηνικά είχαν ξεκινήσει όλα! Ο νεανικός ενθουσιασμός, τα συνθήματα, η παρέλαση στη μέση του δρόμου πιασμένοι όλοι χέρι-χέρι… ήταν ένα πανηγύρι, ένας θρίαμβος της δημοκρατίας! Κι όμως… μέσα σε δέκα λεπτά είχαν όλα τελειώσει. Η μαχητική διαδήλωση με τις ντουντούκες, τα πλακάτ, τις σημαίες, την οχλοβοή, τον παλμό της αντίστασης ενάντια στην ολέθρια κυβερνητική πολιτική, η πορεία που προετοίμασαν με τόσο κόπο, είχε διαλυθεί σαν ένας πύργος από τραπουλόχαρτα, πνιγμένη από τα δακρυγόνα, ακρωτηριασμένη από τα χτυπήματα των ροπαλοφόρων σιδηρόφρακτων αστυνομικών δυνάμεων καταστολής.
Την πρόλαβε.
«Στάσου» της είπε, «δεν σε ξέρω, μα μου φαίνεται πως σήμερα με έσωσες από κάμποσο ξύλο».
Κοντοστάθηκε, γύρισε και τα κόκκινα σγουρά μαλλιά της ανέμισαν σα χαίτη, τώρα έβλεπε πόσο όμορφη ήταν! Ήταν ξαναμμένη, τα μάτια της έλαμπαν, η φωνή της ήταν ξέπνοη μα σταθερή.
«Με λένε Αμαλία» είπε «και σου χρωστάω κι εγώ, ήταν πολύ γενναίο αυτό που έκανες! Είμαι από τον τομέα Εξαρχείων. Εσύ όμως δεν ξέρεις τα μέρη… δεν θάσαι από εδώ». Τον κοίταξε από πάνω ως κάτω, το βλέμμα της τον μαγνήτιζε. «Μας την πέσανε πολύ ξαφνικά και μπαμπέσικα, έτσι;» συνέχισε. Κατέβασε το φερμουάρ της για να ξεφουντώσει, αποκαλύπτοντας ένα λεπτό μα γυμνασμένο κορμί.
«Έχεις δίκιο και στα δύο» χαμογέλασε αυτός πιάνοντας το κεφάλι του κάτω απ’ το κοτσάκι του πούχε μισολυθεί. «Με λένε Αλέξη κι είμαι από Θεσσαλονίκη, μα βρέθηκα Αθήνα και διαδήλωνα μαζί σας. Πολύ μοβόρικα είναι τα ΜΑΤ σας, έφαγα μια εδώ!». Κι έδειξε πίσω από τ’ αυτί μ’ ένα μορφασμό πόνου.
Έσκυψε λίγο, κι αυτή εξέτασε με προσοχή το σημείο. Του χαμογέλασε. Μ’ όλο τον πόνο του, σκέφτηκε πως ήταν το πιο γλυκό χαμόγελο πούχε ποτέ δει.
«Λοιπόν, έχεις ένα μικρό καρούμπαλο» αποφάνθηκε, «μα δεν φαίνεται σοβαρό, δεν τρέχει αίμα. Πρόβλημα έχω κι εγώ ένα, να, εδώ» κι έδειξε τη χειροπέδη που κρεμόταν από το αριστερό της χέρι. «Αφού είσαι φιλοξενούμενος κερνάω καφέ». Και μ’ ένα μαγικό ζιγκ-ζαγκ τον έβγαλε σε μια καφετέρια, όπου ήταν γνωστοί της. Ζήτησε δυο καφέδες βερεσέ και «κανένα εργαλείο».
«..Ή προτιμάς μπουγάτσα;» του είπε.
Γέλασε με τη σειρά του και τίναξε τις σκόνες απ’ το τζην του με προσοχή που έδειχνε καλή ανατροφή.
«Έχεις δίκιο να μου κάνεις πλάκα, όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου αστεία εδώ!»
Ήλθαν οι καφέδες με ένα κατσαβίδι και μια πένσα. Μαζί και η κουβέντα. Παλεύοντας να βγάλει τις χειροπέδες της είπε πως είχε κατέβει Αθήνα για την κηδεία του πατέρα του, που είχε αυτοκτονήσει πνιγμένος στα χρέη και τους φόρους. Κι αυτή του διηγήθηκε πώς απέλυσαν την καλύτερή της φίλη που της χρωστούσαν έξη μηνιάτικα…, για την τρομοκρατία που επικρατούσε στη δουλειά της και για το σπιτονοικοκύρη που την απειλούσε με έξωση. Μέχρι το σούρουπο η κρίση και μια φυσική νεανική έλξη τους είχε φέρει πολύ κοντά… σα να γνωρίζονταν χρόνια. Όταν σηκώθηκαν είχε βγει η αλυσίδα με το ένα βραχιόλι, μα το άλλο έμενε στο χέρι της. Κράτησε και ένα κρίκο της αλυσίδας σαν ενθύμιο.
«Ασορτί με το βραχιόλι» είπε απλά και το φόρεσε δαχτυλίδι.
Είχε κιόλας σουρουπώσει, Γενάρης μήνας. Προσφέρθηκε να την πάει σπίτι και αυτή δέχτηκε πρόθυμα.
«Εδώ πιο πάνω είναι» του είπε «Εσύ πού μένεις;».
«Δεν έκλεισα ακόμα σε ξενοδοχείο» απάντησε αυτός ελπίζοντας.
«Έλα σε μένα, είναι μικρό μα έχει χώρο και για τους δυο σας» έκανε αυθόρμητα, δείχνοντας τον ταξιδιωτικό του σάκο. Κι ήταν τόσο ανοιχτή, τόσο φιλική που τον έκανε να ντρέπεται που της είχε πει ψέματα.
Σκαρφάλωσαν μιαν ανηφόρα κι έφτασαν μπροστά στην πολυκατοικία της, μα και σε μια δυσάρεστη έκπληξη. Δυο μπόγοι με ρούχα και μερικά σκεύη ήταν αραδιασμένα απ’ έξω. Ένα εξώδικο της κοινοποιούσε την έξωση. Ήταν πλέον άστεγη!
Έκπληξη και μετά οργή φλόγισαν το πρόσωπό της. Μετά κρύφτηκε στην αγκαλιά του κι έκλαψε. Προσπάθησε να την παρηγορήσει, κι ήταν ένας ρόλος που του άρεσε!
Ξάφνου σταμάτησε, το όμορφο πρόσωπό της ξαστέρωσε, ένα πείσμα ζωγραφίστηκε στα ολόδροσα χείλη της.
«Δεν το βάζω κάτω, εγώ είμαι Μανιάτισσα» είπε. «Πάμε».
Πήραν τον κατήφορο ζαλωμένοι τους μπόγους και τ’ αστέρια στον ουρανό έλαμπαν μόνο γι αυτούς. Πέρασαν την πλατεία Εξαρχείων, που βρωμούσε ακόμα δακρυγόνα, και την Πατησίων. Φτάνοντας στην Αχαρνών πήγε δεξιά, το πρόσωπό της είχε τώρα μια λάμψη που τον θάμπωνε, ένοιωθε πως ακολουθούσε τη μοίρα του, και του άρεσε τόσο!
Έφτασαν μπρος σε ένα παλιό νεοκλασικό κτίριο πούμοιαζε εγκαταλελειμμένο.
«Βίλλα Αμαλία» διάβασε. «Έχεις σπίτι λοιπόν, και μάλιστα βίλλα!»
Μπαίνοντας είδε ένα σύντροφο από την πορεία.
«Κι εσύ εδώ;»
Η βίλλα είχε ένα σωρό ενοίκους, άστεγους όλους, Έλληνες και μετανάστες. Η κρίση δεν έκανε διακρίσεις. Ο γνωστός τους, τους ξενάγησε στο ημίφως:
«Εδώ έχει κουβάδες με νερό. Μπορείτε να ξεπλυθείτε. Εκεί είναι η τουαλέτα. Βρείτε να κοιμηθείτε όπου θέλετε, μόνο να μαζεύετε τα σκουπίδια σας».
Η Αμαλία βρήκε μια γωνιά στον δεύτερο όροφο κι ο Αλέξης τη βοήθησε στο ημίφως να καθαρίσουν. Τακτοποίησαν τα λιγοστά υπάρχοντά της όσο μπορούσαν καλύτερα.
«Τώρα θα γευτείς την Αθηναϊκή φιλοξενία!» αστειεύτηκε. Το κέφι είχε γυρίσει στο βλέμμα της.
Την κοίταξε παράξενα.
«Έρχομαι σε λίγο, είπε» κι εξαφανίστηκε.
Γύρισε σε λίγα λεπτά με μια μπουκάλα νερό, κάμποσες μπουγάτσες κι ένα κουτί ντεπόν.
«Αυτή είναι η Θεσσαλονικιά φιλοξενία» της ανταπέδωσε και μοίρασε τις μπουγάτσες. Κράτησε το ντεπόν για τον εαυτό του και πήρε δυο χάπια. «Έχω πονοκέφαλο» δικαιολογήθηκε.
Οι ετερόκλητοι ένοικοι ενώθηκαν κάτω από την απροσδόκητη δωρεά σ’ ένα κοινό δείπνο. Ήταν όλοι υποσιτισμένοι. Αυθόρμητα αδελφώθηκαν και μαζεύτηκαν γύρω από ένα μαγκάλι προσπαθώντας να ζεσταθούν. Κάποιος είχε λίγο ρακί, ένας άλλος μια κιθάρα, έτσι πέρασαν ένα αξέχαστο βράδυ σιγοτραγουδώντας «Αβάντι πόπολο» και τέτοια.
Όταν πέρασε η ώρα αποσύρθηκαν καθένας στη γωνιά του, ο Αλέξης με την Αμαλία μαζί. Πλύθηκαν όπως-όπως κι έφτιαξαν με τα σεντόνια και τις κουβέρτες της ένα κρεβάτι διπλό. Κάθισε πρώτη επάνω του και πήρε τη στάση του λωτού: «Έλα εδώ» τούπε γλυκά. Ο Αλέξης πήρε άλλα δυο ντεπόν και παραπονέθηκε για τον πονοκέφαλο. Είχε πυρετό.
Ξάπλωσαν με τα ρούχα που φορούσαν. Παγωμένα τα σκεπάσματα!
Κούρνιασε κοντά του κι ένοιωσε το κορμί της σ’ όλο το μήκος του, ήταν λες όλα πια στη φυσική τους θέση.
«Εσύ πονάς κι εγώ τουρτουρίζω» του είπε. «Ζέστανέ με!».
Και χώθηκε στην αγκαλιά του σαν γατούλα.
Αποκοιμήθηκαν έτσι μαζί, αποκαμωμένοι, σφιχταγκαλιασμένοι, σε ένα ύπνο που διάρκεσε μια ζωή. Κι αν τα χείλη τους ενώθηκαν για λίγο, ήταν ένα γλυκύτατο ποίημα, παράταιρο με την κατάσταση, το θλιβερό περιβάλλον, την πίκρα γύρω τους.
Ήταν πριν τα χαράματα όταν ακούστηκαν ποδοβολητά. Οι προβολείς φώτισαν άπλετα τα ανοίγματα του κτιρίου που έχασκαν μισοδιαλυμένα. Οι ντουντούκες προειδοποιούσαν να μην προβάλει κανείς αντίσταση.
Οι λιγοστοί ένοικοι, όσοι πήραν πρώτοι είδηση, προσπαθούσαν να διαφύγουν, μάταια, όλες οι έξοδοι ήταν μπλοκαρισμένες, ομάδες κρούσης περίμεναν παντού, ούτε ένας δεν ξέφυγε.
Οι άνδρες της αστυνομίας όρμησαν και στο δωμάτιο με το ζευγάρι οπλισμένοι σαν αστακοί, τα όπλα προτεταμένα! Η κοπέλα ξεγλίστρησε από τα χέρια του νεαρού που έμενε ακίνητος και ανασηκώθηκε αργά σκιάζοντας τα μάτια της με το χέρι. Τα φώτα έξω ήταν εκτυφλωτικά. Ένας αστυνομικός την άρπαξε απ’ το χέρι κι ένοιωσε το χαλκά της χειροπέδης κάτω απ’ το μανίκι της. Το σήκωσε κι είδε τί ήταν.
«Για δέστε εδώ» είπε. Έχουμε ένα κελεπούρι!»
Σκούντησαν με το πόδι τον Αλέξη, μα δεν κουνήθηκε.
«Αλέξηηη!» έσκουξε η κοπέλα.
Ένας άνδρας έσκυψε επάνω του και τον ψηλάφησε.
«Χαπακωμένος θάναι» είπε ένας άλλος. «Έχει όπλο;»
«Όχι, έχει όμως ένα άσχημο καρούμπαλο στο κεφάλι και δεν φαίνεται να αναπνέει» είπε σοβαρά ο σκυμμένος. «Φωνάξτε ασθενοφόρο».
«Αλέξηηηηηηη!» ούρλιασε τώρα η Αμαλία, κι όπως την κρατούσαν σπαρταρούσε το κορμί της απ’ τα αναφιλητά. Τεντώθηκε, απλώνοντας το ελεύθερο χέρι της προς τον ξαπλωμένο.
«Έλα τώρα» της είπε αυτός που την είχε συλλάβει και την κράτησε πιο σφιχτά να μην χυθεί στον ξαπλωμένο σύντροφό της. «Τί σου ήταν, φιλαράκος;»
Η κοπέλα γαλήνεψε και τον κοίταξε με μάτια πληγωμένου ζώου. Ο κόσμος είχε σταματήσει γύρω της, ξαφνικά τίποτα πια δεν είχε σημασία, ήταν όλα χαμένα.
Κοίταξε στο απλωμένο χέρι της, στο τρίτο δάχτυλο ήταν ακόμα περασμένος ο κρίκος από την αλυσίδα της χειροπέδης κι έλαμπε στο φως των προβολέων. Σε δεύτερο πλάνο, ανάμεσα στα δάχτυλά της το σώμα του Αλέξη ακίνητο, συσπασμένο, το χέρι που πάγωνε σιγά σιγά απλωμένο προς τα εκεί που πριν βρισκόταν το κορμί της, με μια έκφραση ανείπωτης ευτυχίας και γαλήνης στο σοβαρό του πρόσωπο, το πρόσωπο που δεν θα ξεχνούσε ποτέ.
Γύρισε και κοίταξε τον αστυνομικό. Το πρόσωπό της ήταν τώρα παγωμένο απ’ το μίσος, η φωνή της όμως παλλόταν από πάθος.
«Άντρας μου ΕΙΝΑΙ!» είπε, και τούδειξε το χέρι της!

