Τα δεσμά του διαβόλου

Η ταινία «Τα δεσμά του διαβόλου» παρακολουθεί τα γεγονότα μετά την ανακάλυψη, όταν η τοπική αστυνομία πολύ γρήγορα και εύκολα έθαψε κάθε σοβαρή έρευνα και στοχοποίησε τρεις περιθωριακούς νεαρούς, που υποτίθεται ότι εκτός από χεβιμεταλάδες ήταν και σατανιστές. Ο ένας απ’αυτούς, διανοητικά άρρωστος, «έδωσε» τους άλλους δύο και το σκηνικό στήθηκε στο πι και φι.

Η δίκη – παρωδία καταδίκασε σε θάνατο τον «εγκέφαλο» Ντέμιαν Εκολς και σε μακροχρόνια φυλάκιση τους άλλους δύο. Το 2007, ο φάκελος ξανάνοιξε με εφεση, το κατηγορητήριο κατέρρευσε και μετά από διαπραγμάτευση οι «τρεις του Μέμφις» αφέθηκαν ελεύθεροι! Πάνω στην υπόθεση έχουν γυριστεί 3 ντοκιμαντέρ, άπειρες δημοσιεύσεις έχουν γίνει και τραγούδια και μουσικά άλμπουμ αφιερώθηκαν για την υποστήριξη των τριών καταδικασθέντων.

Κλειστή κοινωνία

Τι έχει να προσφέρει ένα δικαστικό δράμα γυρισμένο το 2014; Ο Καναδοαρμένιος σκηνοθέτης Ατομ Εγκογιάν, γνωστός από τις ταινίες «Εξότικα» και «Το ταξίδι της Φελίσια», ορθά επικέντρωσε στο νοσηρό κλίμα της μικρής, κλειστής κοινωνίας που ψάχνει τον εύκολο αποδιοπομπαίο τράγο για να κρύψει ουσιαστικά τα δικά της χάλια.

Οι θρησκευόμενοι «νοικοκυραίοι» με τους μεγαλόσταυρους στο στήθος και τα ρητά του Ιησού Χριστού κολλημένα στα καπώ των πελώριων αυτοκινήτων τους πίεσαν αφόρητα να βρεθεί κάποιος ένοχος με οποιαδήποτε διαδικασία και το Αμερικανικό κράτος έσπευσε να ανταποκριθεί.

Η ταινία έχει τηλεοπτικό ύφος αφήγησης και εστιάζει σε δυο χαρακτήρες: Τον ιδιωτικό ντετέκτιβ που ερευνούσε για λογαριασμό των κατηγορουμένων και τη μητέρα του ενός από τα τρία θύματα, η οποία αποτελεί την αποκάλυψη του έργου.

Μια απλή αλλά καθόλου αφελής εργάτρια φαστ-φουντ, που αν και τσακισμένη από την απώλεια, δεν καταπίνει το παραμύθι του δικαστηρίου, σταδιακά αποξενώνεται από το κλίμα εκδίκησης και αντί να ανακουφιστεί από τις καταδίκες, κάνει την επανάστασή της: Εγκαταλείπει τον άντρα της, τον οποίο επιπλέον υποπτεύεται σαν ύποπτο για τη θηριωδία! Το έργο αξίζει να ιδωθεί για τον χαρακτήρα που ενσαρκώνει η εξαιρετική Ρις Γουίδερσπουν, αλλά όχι μόνο γι’αυτό.