Ο Φρίντριχ Ένγκελς αναφέρεται συνήθως ως ο «αχώριστος φίλος και συνεργάτης» του Καρλ Μαρξ. Ήταν βέβαια και τα δυο. Από το 1842 που πρωτογνωρίστηκαν στο Παρίσι μέχρι το θάνατο του Μαρξ το 1883, η φιλία τους όχι μόνο διατηρήθηκε αλλά και δυνάμωσε όπως και η συνεργασία τους που ήταν σχεδόν καθημερινή.
Ο ίδιος ο Ένγκελς επέμενε μέχρι το θάνατό του ότι «έπαιζε το δεύτερο βιολί» σε αυτή την σχέση. Όμως, από πολλές απόψεις αδικούσε τον εαυτό του. Κάθε έργο του Μαρξ, ακόμα και αυτά που έγραψε μόνος του, έχει ενσωματωμένο ένα κομμάτι από τον Ένγκελς, τις παρατηρήσεις, τις ιδέες του. Ο Μαρξ, για παράδειγμα, πρόλαβε να δημοσιεύσει σε ολοκληρωμένη μορφή μόνο τον Πρώτο Τόμο του Κεφαλαίου. Όταν πέθανε άφησε πίσω του ένα βουνό από σημειώσεις, προσχέδια και υλικό που προοριζόταν για τους επόμενους τόμους. Ο Ένγκελς δημοσίευσε τον Δεύτερο Τόμο το 1885 και τον Τρίτο το 1894. Δεν έκανε μια απλή επιμέλεια, ήταν από πολλές απόψεις μια τιτάνια δουλειά. Χωρίς τον Ένγκελς δεν θα είχαμε σήμερα το έργο που αναλύει τους νόμους κίνησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Ο Φραντς Μέρινγκ, Γερμανός σοσιαλιστής που έγραψε την πρώτη βιογραφία του Μαρξ, αναφέρει ότι όσον αφορά την οικονομία: «το γεγονός παραμένει, παρά τις σεμνές διαψεύσεις του Ένγκελς, ότι αρχικά ήταν αυτός που έδωσε και ο Μαρξ αυτός που πήρε σε αυτό το πεδίο όπου σε τελευταία ανάλυση θα δοθεί η αποφασιστική μάχη» ανάμεσα στους καπιταλιστές και τους εργάτες. Πράγματι, ήταν ο Ένγκελς που έγραψε στα τέλη του 1843 το Περίγραμμα της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, ένα κείμενο που κέντρισε τον Μαρξ να αρχίσει τις δικές του οικονομικές μελέτες.
Ήδη εκείνη την εποχή είχε ξεκινήσει η πολιτική και πνευματική του συνεργασία –και φιλία με τον Μαρξ. Ο 27χρονος Μαρξ και ο 25χρονος Ένγκελς είχαν γράψει από κοινού δυο βιβλία την Αγία Οικογένεια (1845) και την Γερμανική Ιδεολογία (1846), ήταν σύντροφοι στις Επιτροπές Κομμουνιστικής Αλληλογραφίας που το 1847 θα έδιναν τη θέση τους στη θρυλική Ένωση των Κομμουνιστών, και είχαν τις πρώτες «γνωριμίες» με την αστυνομία δυο τριών χωρών.
Επαναστάτης
Ο Ένγκελς δεν έγινε επαναστάτης λόγω της φιλίας του με τον Μαρξ. Φτάσανε και οι δυο στις απόψεις που σήμερα αποτελούν τη μαρξιστική κληρονομιά μέσα από παράλληλες αλλά διαφορετικές πορείες. Για τον Ένγκελς, γιο μιας οικογένειας θρήσκων βιομηχάνων από το Μπάρμεν-Εμπερφελντ (σήμερα Βούπερταλ), η πορεία αυτή περιλάμβανε από νωρίς τη ρήξη με την οικογένειά του και την τάξη του, και μεγάλες ιδεολογικές αλλαγές.
Όταν έφτασε στο Βερολίνο το 1841 για να υπηρετήσει τη θητεία του ως λοχαγός πυροβολικού του πρωσικού στρατού, ήταν ένας ρομαντικός Γερμανός φιλελεύθερος που απεχθανόταν την πρωσική απολυταρχία. Στο Βερολίνο παρακολούθησε διαλέξεις στα πανεπιστήμια και εντάχτηκε στους κύκλους των «αριστερών χεγκελιανών». Οι διανοούμενοι που τους αποτελούσαν αξιοποίησαν την διδασκαλία του μεγάλου φιλοσόφου Χέγκελ (είχε πεθάνει το 1831) για να κάνουν μια κριτική της θρησκείας και του πρωσικού πολιτικού συστήματος.
Όταν έφτασε στο Μάντσεστερ το 1843, για να δουλέψει σε μια από τις επιχειρήσεις που ήταν μέτοχος ο πατέρας του, συνάντησε την σύγχρονη εργατική τάξη και τα κινήματά της. Το Μάντσεστερ ήταν από τις λίγες βιομηχανικές μεγαλουπόλεις στο κόσμο εκείνη την εποχή. Όμως, οι πρώτες του συμπάθειες δεν ήταν κάποιοι φλογεροί επαναστάτες, αλλά το ρεύμα που υποστήριζε τις ιδέες του Ρόμπερτ Οουεν, ενός από τους πιο λαμπρούς εκπροσώπους αυτού που ο Ένγκελς θα αποκαλούσε χρόνια μετά «ουτοπικό σοσιαλισμό». Ο κοινός παρανομαστής όλων των «ουτοπικών σοσιαλιστών» ήταν ο ελιτισμός. Μια δικαιότερη κοινωνία ήταν αναγκαία, αλλά θα έρθει από «τα πάνω», από την εφαρμογή των συνταγών που διατύπωναν οι εμπνευστές τους.
Αν σταματούσε εκεί ο Ένγκελς θα παρέμενε ένας αστός φιλάνθρωπος με κάποιες συγκεχυμένες ιδέες περί «κομμουνισμού». Όμως, δεν έμεινε. Το κίνημα των Χαρτιστών είχε ήδη συγκλονίσει την Βρετανία τα προηγούμενα χρόνια. Ήταν το πρώτο καθαρά πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης. Ο Ένγκελς άρχισε να συνεργάζεται μαζί τους και να αλλάζει τις ιδέες του. Η αποφασιστική στροφή έρχεται το 1845, παράλληλα με την συνεργασία με τον Μαρξ στην συγγραφή της Γερμανικής Ιδεολογίας. Σε ένα άρθρο του στην εφημερίδα των Χαρτιστών υποστηρίζει ότι δεν έχουν να περιμένουν τίποτα από τις «καλές προθέσεις» των από πάνω: «Στην Γερμανία, η επαναστατική δράση θα ξεκινήσει από τους ίδιους τους εργαζόμενους ανθρώπους… Ευτυχώς, δεν στηριζόμαστε καθόλου στις μεσαίες τάξεις».
Η ιδέα ότι η απελευθέρωση της εργατικής τάξης θα είναι έργο της ίδιας, κι όχι κάποιων σωτήρων που θα την πάνε στον παράδεισο, είναι το κόκκινο νήμα που διαπέρασε τη ζωή και τη δράση του Μαρξ και του Ένγκελς από τότε μέχρι το θάνατό τους.
Συνέδρια και οδοφράγματα
Ο Ένγκελς μαζί με τον Μαρξ συμμετείχαν στα συνέδρια της Ένωσης των Κομμουνιστών τον Ιούνη και τον Νοέμβρη-Δεκέμβρη του 1847. Ο Ένγκελς εκλέχτηκε στην Κεντρική Επιτροπή της οργάνωσης που τον Ιούλη του 1847 του ανέθεσε να γράψει μια «κατήχηση» - ένα προγραμματικό κείμενο σε απλή γλώσσα. Η δεύτερη απόπειρα σε αυτή την προσπάθεια, ένα κείμενο με τίτλο Οι “Αρχές του Κομμουνισμού”, έγιναν η βάση για το Κομμουνιστικό Μανιφέστο που δημοσιεύτηκε το 1848. Ακόμα και ο τίτλος ήταν ιδέα του Ένγκελς, παρόλο που, όπως έκανε συνήθως, αργότερα απέδωσε «το βασικό σκεπτικό… αποκλειστικά στον Μαρξ».
Η δημοσίευση του Μανιφέστου συνέπεσε με την «άνοιξη των λαών» το κύμα των επαναστάσεων που συγκλόνισαν την Ευρώπη το 1848, ξεκινώντας τον Φλεβάρη από το Παρίσι. Το 1848 ήταν από μια άποψη συνέχεια της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης: η αστική τάξη διεκδικούσε την πολιτική εξουσία στηριγμένη στο μαζικό κίνημα στους δρόμους. Όμως, ήταν και κάτι παραπάνω: για πρώτη φορά η εργατική τάξη μπήκε στην αρένα της πολιτικής πάλης με τα δικά της αιτήματα και οράματα. Τον Ιούνη του 1848 οι εργάτες του Παρισιού σφαγιάστηκαν από τους δημοκράτες αστούς.
Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς ρίχτηκαν στη φωτιά της πολιτικής δράσης στην επαναστατημένη Γερμανία. Με όργανο τη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου, τάχτηκαν στην άκρα αριστερά του δημοκρατικού κινήματος. Μέσα από τις σελίδες αυτής της εφημερίδας ξεσκεπαζόταν η υποκρισία και τα σχέδια της πρωσικής απολυταρχίας και καυτηριάζονταν η δειλία και η υποχωρητικότητα των φιλελεύθερων αστών.
Το απόγειο της επιρροής της αριστεράς στο «γερμανικό 1848» ήταν το φθινόπωρο, όταν η κυβέρνηση πέρασε στην αντεπίθεση προσπαθώντας να πνίξει τις κατακτήσεις των προηγούμενων μηνών. Τον Σεπτέμβρη, για παράδειγμα, ο Ένγκελς ήταν ομιλητής σε μια γιγάντια συγκέντρωση λίγο έξω από την Κολονία, με τις κόκκινες σημαίες να ανεμίζουν και χιλιάδες αντίτυπα των Αιτημάτων του Κομμουνιστικού Κόμματος, να μοιράζονται. Όμως, ένα δεκαπενθήμερο μετά ο πρωσικός στρατός μπήκε στην Κολονία και ο Ένγκελς ήταν πλέον καταζητούμενος.
Αυτό δεν τον εμπόδισε να βρεθεί στην πρώτη γραμμή όταν την άνοιξη του 1849 η επανάσταση γνώρισε την τελευταία της αναλαμπή στη Γερμανία. Τον Μάη εκείνης της χρονιάς πήγε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Εμπερφελντ, κουβαλώντας και δυο κάσες φυσίγγια για τον εξοπλισμό της πολιτοφυλακής. Τον Ιούνη κατατάχτηκε σε ένα εθελοντικό σώμα που πολέμησε για τις δημοκρατικές κυβερνήσεις της Βάδης και του Παλατινάτου. Βετεράνος τεσσάρων μαχών ο Ένγκελς μαζί με τους τελευταίους συντρόφους πέρασε στην Ελβετία μετά την ήττα του επαναστατικού στρατού.
Σε ένα κείμενο που έγραψε το 1850 για εκείνη τη φάση του αγώνα, βλέπουμε πάλι το πάθος του Ένγκελς και την πίστη του στην απελευθερωτική δύναμη της εργατικής τάξης. Τα λόγια του προκαλούν συγκίνηση και σήμερα:
«…καμιά φωνή δεν υψώνεται για λογαριασμό των εκατοντάδων και χιλιάδων εργατών που έδωσαν τις μάχες, που έπεσαν στο πεδίο της τιμής, που σάπισαν ζωντανοί στα κελιά του φρουρίου του Ράστατ… Η εκμετάλλευση των εργατών είναι μια παλιά ιστορία, πολύ γνωστή στους επίσημους ‘δημοκράτες’ μας για να τους αντιμετωπίσουν σαν κάτι περισσότερο από πρώτη ύλη για προπαγάνδα, για να τους εκμεταλλεύονται σαν κρέας για τα κανόνια. Οι ‘δημοκράτες’ είναι υπερβολικά αμαθείς και αστοί για να κατανοήσουν την επαναστατική θέση του προλεταριάτου, το μέλλον της εργατικής τάξης. Για αυτό μισούν τους αυθεντικούς προλεταριακούς χαρακτήρες… που παρόλα αυτά είναι πάντα εκεί, με το όπλο στο χέρι όταν πρόκειται για την ανατροπή της κατεστημένης εξουσίας και που σε κάθε επαναστατικό κίνημα εκπροσωπούν το κόμμα του προλεταριάτου. Αλλά αν δεν συμφέρει τους λεγόμενους δημοκράτες να αναγνωρίζουν αυτούς τους εργάτες, το καθήκον του προλεταριακού κόμματος είναι να τους τιμά όπως τους αξίζει».
«Στρατηγός»
Από τότε και μέχρι το θάνατό του ο Ένγκελς απόκτησε ένα παρατσούκλι: οι σύντροφοι και στενοί φίλοι τον αποκαλούσαν στρατηγό. Αυτό είχε να κάνει καταρχήν με τις στρατιωτικές του γνώσεις που φρόντιζε να ανανεώνει συνεχώς. To 1870-71 στη διάρκεια του Γαλλο-Πρωσικού Πολέμου δημοσίευσε, ανώνυμα, μια σειρά άρθρων στην εφημερίδα Παλ Μαλ Γκαζέτ, με εκτιμήσεις για τη πορεία του πολέμου και αναλύσεις των μαχών και εκστρατειών. Επεσε τόσο μέσα στις εκτιμήσεις του, που κάμποσοι «ειδικοί» της εποχής νόμιζαν ότι είναι γραμμένα από κάποιον πολύ κοντά στο πρωσικό γενικό επιτελείο.
Όμως, το παρατσούκλι αφορούσε κάτι πολύ ευρύτερο. Ο Ένγκελς ήταν ο «στρατηγός» της επανάστασης. Υπεράσπισε και ανέπτυξε τη θεωρία που είχε αναπτύξει μαζί με τον Μαρξ και την επαναστατική στρατηγική που πηγάζει από αυτήν. Το έκανε αυτό με τα βιβλία του, με την δράση του στην Πρώτη Διεθνή στο πλευρό του Μαρξ, αλλά και με τις πολιτικές παρεμβάσεις του στο σοσιαλιστικό κίνημα της εποχής του και ιδιαίτερα στο γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.
Ο Ένγκελς υπεράσπισε ξανά και ξανά αυτό που ονόμαζε με τον Μαρξ «υλιστική αντίληψη της ιστορίας» -ιστορικό υλισμό. Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει την πολιτική, κοινωνική και πνευματική πορεία της ζωής γενικά. Ο άνθρωπος είναι γέννημα και κομμάτι του φυσικού κόσμου, και αντεπιδρά πάνω του με την συλλογική του εργασία για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Σε αυτή τη διαδικασία οι άνθρωποι έρχονται σε σχέσεις μεταξύ τους, σχέσεις παραγωγής που πάνω τους υψώνεται ένα ολόκληρο οικοδόμημα ιδεών και θεσμών για να τις διατηρήσει. Ο χωρισμός της κοινωνίας σε τάξεις, η εμφάνιση του κράτους, η ίδια η «πυρηνική» οικογένεια είναι ιστορικά προϊόντα, δεν είναι η «φυσική τάξη πραγμάτων». Όπως έγραφε στην μπροσούρα Σοσιαλισμός, Ουτοπικός και Επιστημονικός:
«Και τότε διαπιστώθηκε πως όλη η ως τα τώρα ιστορία, με εξαίρεση τα πρωτόγονα στάδια, είναι ιστορία ταξικών αγώνων και πως οι αντιμαχόμενες αυτές κοινωνικές τάξεις αποτελούν κάθε φορά το προϊόν των σχέσεων παραγωγής και ανταλλαγής, με μια λέξη των οικονομικών σχέσεων κάθε εποχής. Κατά συνέπεια, η οικονομική δομή της κοινωνίας αποτελεί κάθε φορά την πραγματική βάση, από την οποία μπορούμε να εξηγήσουμε ολόκληρο το εποικοδόμημα από τους νομικούς και πολιτικούς θεσμούς, καθώς και τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές και τις διάφορες άλλες ιδέες της δεδομένης ιστορικής περιόδου».
Ο Ένγκελς υπέβαλε ξανά και ξανά αυτά τα συμπεράσματα στη δοκιμασία της ιστορικής έρευνας. Κεντρικός άξονας της ενασχόλησης του με την επιστήμη υπήρξε η συγκέντρωση ιδεών από τα πιο προχωρημένα επιστημονικά επιτεύγματα της εποχής του προκειμένου να ελέγχει και ν' αναπτύσσει τόσο τη θεωρία που επεξεργάσθηκαν από κοινού με τον Μαρξ, την υλιστική προσέγγιση της πραγματικότητας, όσο και τη μέθοδό τους, τη διαλεκτική.
Στις μελέτες του, ο Ένγκελς χρησιμοποιεί δεδομένα από τη φυσική, την κοσμολογία, τη γεωλογία και τη βιολογία -δηλαδή, η πραγματικότητα της φύσης- ώστε να δείξει ότι δεν έβρισκαν την πληρέστερη και καλύτερη εξήγησή τους όσο θεωρούνταν φαινόμενα που έχουν τις ρίζες τους «στους ουρανούς ή τα βάθη της ελεύθερης βούλησης και όχι μέσα στην ίδια την αντικειμενική πραγματικότητα, στη φύση», κατά την χαρακτηριστική διατύπωση του Τρότσκι. Αυτή είναι η υλιστική αντίληψη της πραγματικότητας.
Το κλασσικό πλέον βιβλίο του Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους (1884) έχει δεχτεί κατά καιρούς διάφορες, συνήθως άδικες, επικρίσεις. Κι όμως, στηρίχτηκε στα πιο σύγχρονα δεδομένα της ανθρωπολογίας και ιστορίας για να το γράψει. Κι αν κάτι διακρίνει το βιβλίο είναι το πάθος με το οποίο ο Ένγκελς στιγματίζει την γυναικεία καταπίεση –από μόνη της μια πρωτοποριακή θέση στην εποχή του.
Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά, ο Λένιν γύρισε πίσω και σε αυτό το βιβλίο για να αποκαταστήσει την μαρξιστική κληρονομιά για το κράτος στο βιβλίο του Κράτος και Επανάσταση.
Τόσο ο Μαρξ όσο και ο Ένγκελς έδωσαν μάχες, ιδεολογικές και πολιτικές, ενάντια στην επιρροή των διάφορων ρεφορμιστικών ρευμάτων στην γερμανική σοσιαλδημοκρατία, το κόμμα που βοήθησαν να ιδρυθεί και ήταν μέλη του. Από την Κριτική του Προγράμματος της Γκότα (1875) που έγραψαν από κοινού μέχρι την κριτική του Ένγκελς στο «μαρξιστικό» Πρόγραμμα της Ερφούρτης του 1891, είχε μόνιμο μέτωπο ενάντια στη τάση της κομματικής ηγεσίας να υποκύπτει στο «ρεαλισμό» του συμβιβασμού με το κράτος και την άρχουσα τάξη. Η «θυσία του μέλλοντος του κινήματος στο όνομα του παρόντος, μπορεί να έχει ‘τίμια κίνητρα, αλλά είναι και παραμένει οπορτουνισμός, και ο ΄τίμιος’ οπορτουνισμός είναι ίσως ο πιο επικίνδυνος από όλους!» έγραφε.
Το 1871, όταν τον κατηγόρησαν επειδή υποστήριξε την πρώτη εργατική κυβέρνηση, την Κομμούνα του Παρισιού, ο Ένγκελς έγραψε στη μητέρα του:
«Γνωρίζεις ότι οι θέσεις μου δεν έχουν αλλάξει για σχεδόν 30 χρόνια. Δεν μπορεί να σε εξέπληξε ότι, όταν τα γεγονότα με αναγκάζουν, όχι μόνο πρέπει να μένω πιστός σ’ αυτές αλλά και να κάνω το καθήκον μου με άλλους τρόπους. Αν δεν το έκανα, αυτό θα ήταν λόγος να ντραπείς για μένα. Κι αν ο Μαρξ δεν ήταν εδώ, ακόμη κι αν δεν υπήρχε καν, τίποτα δεν θα άλλαζε ως προς αυτό».
Ο Ενγκελς πέθανε στις στις 5 Αυγούστου του 1895, έχοντας κάνει κάτι παραπάνω από το καθήκον του. Μας έχει αφήσει μια πολύτιμη κληρονομιά, έναν «οδηγό για δράση» για τις μάχες που έχουμε να δώσουμε σήμερα.

