Πολιτισμός
Κινηματογράφος: «Γράμματα από την Iβοζίμα» του Κλιντ Ίστγουντ

Αξίζει να σκοτώνεται κανείς για την πατρίδα; Γενικότερα δεν αξίζει κανείς να σκοτώνεται, πόσο μάλλον να σκοτώνεται για την πατρίδα. Αξίζει να δει κανείς την δεύτερη αυτή ταινία του Κλιντ Ίστγουντ μετά τις «Σημαίες των προγόνων μας»; Ναι, αν όμως δεν έχει σίγουρα χάσει την γερμανική ταινία «Οι ζωές των άλλων»!

Υποψήφια για τέσσερα Όσκαρ, η δίδυμη αυτή ταινία του Ίστγουντ, διηγείται τις φοβερές μάχες που γίνανε στο ιαπωνικό νησί της Ίβο Τζίμα το 1945. Αλλά αυτή την φορά όχι από την πλευρά των αμερικανών αλλά από εκείνη των ιαπώνων. Μιλάει πάλι για τον πόλεμο, αλλά από την πλευρά των ηττημένων. Για τους 21.000 γιαπωνέζους που λίγο-πολύ γνώριζαν από την αρχή πως θα κατέληγαν. Κι επιβεβαιώθηκαν γι’ αυτές τους τις προβλέψεις. Είναι τραγικό να βλέπεις όλους αυτούς τους ανθρώπους να συνωστίζονται σ’ ένα μικρό νησί στη μέση του πουθενά, προκειμένου να θυσιάσουν την ζωή τους, για έναν πόλεμο που έχει αν μη τι άλλο, ήδη κριθεί. 

Κι όμως, αυτή ακριβώς την σύγκρουση ανάμεσα στο επιβεβλημένο από τα πάνω «καθήκον» του να πεθάνουνε όλοι υπερασπιζόμενοι την «πατρίδα» και το προσωπικό ένστικτο επιβίωσης και θέλησης για ζωή, διαπραγματεύεται βασικά η ταινία.. Αξιοποιώντας σεναριακά ο σκηνοθέτης, ένα από τα πιο ακραία και γνώριμα χαρακτηριστικά στην γιαπωνέζικη στρατιωτική παράδοση της εποχής, εκείνο της πειθαρχίας, ως στοιχείο από την μία πλευρά, αντιπαραθέτει από την άλλη, το νεαρό της ηλικίας των στρατιωτών, και την απόγνωση που δημιουργεί η επίγνωση της επερχόμενης ήττας και του θανάτου. 

Το «πρέπει» που μας επιβάλλεται απέναντι στο προσωπικό μας «θέλω». Ξεκάθαρη θέση υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης η ταινία, αποφεύγει ή δεν μπορεί να πάρει. Παρ’ όλο που μπορεί  κάποιος να παρατηρήσει ότι δίνεται από τον σκηνοθέτη πολύ μεγάλη βαρύτητα, ακριβώς σ’ αυτό το σημείο. Δηλαδή στο τι είναι ηρωικό και τι όχι. Γι’ αυτό και δεν πετυχαίνει να περάσει ένα ξεκάθαρο αντιπολεμικό μήνυμα. Ναι, ο πόλεμος μπορεί να είναι και λίγο «ύποπτος» σε διάφορες παραμέτρους του, που θιγόντουσαν περισσότερο άλλωστε στην πρώτη ταινία, αλλά το να υπερασπίζεσαι την πατρίδα σου, στην χειρότερη των περιπτώσεων δεν είναι και κακό. Κι ας προκαλεί τόσες απώλειες και δυστυχία. Κι ας είναι ο καθένας «αναλώσιμος», παρά τις πατριωτικές κορώνες περί του αντιθέτου. Τραγικό παράδειγμα, εκτός των άλλων, το γεγονός της αυτοκτονίας των γιαπωνέζων στρατιωτών με τις χειρομβοβίδες, όταν αυτοί διατάζονται να το κάνουν. Να κλάψεις ή να γελάσεις όταν χάνονται ζωές μ΄ αυτόν τον τρόπο στο όνομα του αυτοκράτορα;

Aδυναμίες

Οι δύο ταινίες γυριστήκανε μαζί. Τις διαπερνούν λοιπόν τα ίδια πλεονεκτήματα και οι ίδιες σκηνοθετικές αδυναμίες, παρ’ όλο που η δεύτερη είναι σαφώς καλύτερη. Πολύ πιο «εσωτερική», σκοτεινή και ευαίσθητη, δεν καταφέρνει όμως να γίνει εκείνο το αντιπολεμικό αριστούργημα που θα αποτελέσει γροθιά στο στομάχι του κάθε θεατή που θα το δει. Ίσως γιατί και πάλι η μεγάλη διάρκεια, δεν βοηθάει. Η επιλογή της θεματολογίας από τον Ίστγουντ σίγουρα δεν ήταν τυχαία. Όπως επίσης και πολλές αναφορές μέσα στην ταινία δεν είναι τυχαίες ή ουδέτερες. 

Αλλά αντί να σου αφήνουν μια ξεκάθαρη αντιπολεμική αν μη τι άλλο τοποθέτηση, μένεις και με την απορία μήπως, μέσω της ανάδειξης της γενναιότητας του αντιπάλου, ευλογούμε τα αμερικάνικα γένια μας που καταφέραμε να τους νικήσουμε στο τέλος. Παρελαύνει όλο το φάσμα των αντιδράσεων των αξιωματικών κυρίως, από την γενναιότητα και μια υφέρπουσα κριτική σκέψη του ικανότατου στρατηγού Κουριμπαγιάσι απέναντι στην όλη κατάσταση, μέχρι την αυτοκαταστροφική προσήλωση στην πειθαρχία άλλων, συνήθως κατωτέρων αξιωματικών. Ακόμη και ταξικού χαρακτήρα υπογραμμίσεις συναντάμε πολλές φορές, μέσα από τις διάφορες προσωπικές αφηγήσεις των στρατιωτών αναμεταξύ τους. Όπως μέσα από την προσωπική ιστορία του φαντάρου που παρακολουθούμε περισσότερο κατά την διάρκεια της ταινίας και που ενώ δεν επιβεβαιώνει το στερεότυπο του καλού πολεμιστή – ότι κι αν αυτό σημαίνει τελικά – παρ’ όλα αυτά είναι ένας ήρωας στα μάτια μας, μέσα από την επιτυχημένη προσπάθειά του να επιβιώσει από την κόλαση του μετώπου. Ένας φούρναρης στην πολιτική του ζωή, που κλήθηκε να υπηρετήσει στον ιαπωνικό στρατό με το ζόρι αφού πρώτα του κλείσανε την επιχείρηση και που ορκίστηκε να μην πληρώσει και με την ζωή του επιλογές άλλων, αλλά να γυρίσει πίσω στην οικογένεια του ζωντανός. Η ματαιότητα κι η επικινδυνότητα  του πολέμου είναι ξεκάθαρη για τον νεαρό στρατιώτη. Για τον στρατηγό Κουριμπαγιάσι ( Κεν Γουατανάμπε – Τελευταίος Σαμουράι) και τον αριστοκράτη συνταγματάρχη Νίσι όμως, έξυπνους ανθρώπους και αμερικανοσπουδαγμένους, οι επιλογές τους ταυτίζονται με αυτές της ιαπωνικής άρχουσας τάξης. Κι ας σκοτώνονται κι ίδιοι υπερασπιζόμενοι το νησί Ίβο Τζίμα.

Έτσι λοιπόν, αποδεικνύεται για ακόμη μια φορά, πως και για την ταινία αυτή ως κινηματογραφικό αποτέλεσμα, και για τον σκηνοθέτη της ως οπτική πάνω στα πράγματα, αλλά και για τους ίδιους τους ιστορικούς πρωταγωνιστές αυτής της περιόδου, από όποια θέση και στρατόπεδο κι αν την υπηρετήσανε, ότι και σ’ αυτή την περίπτωση τα γεγονότα είναι πάντα σχετικά ανάλογα με την θέση του παρατηρητή.

Πάνος Kατσαχνιάς