Ιστορία
Πασαλιμάνι, Αύγουστος 1923: O φονικός τρόμος των αστών μπροστά στην ανερχόμενη εργατική τάξη

Δεν περνάει μέρα που τα κυρίαρχα ΜΜΕ να μην αξιώνουν την “καταδίκη της βίας”, απευθυνόμενα πάντοτε στις οργανωσεις της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος. Είτε πρόκειται για μια απεργιακή φρουρά στο λιμάνι της COSCO είτε για μια διαμαρτυρία ενάντια σε κάποιον πλειστηριασμό πρώτης κατοικίας, η επωδός είναι πάντοτε η ίδια: “Καταδικάζετε τη βία;”. Και αν όχι, ακολουθούν ποταμοί μελάνης για τον ολοκληρωτισμό της Αριστεράς.

Πρόκειται για εφαρμογή της κλασικής παροιμίας “Φωνάζει ο κλέφτης για να φοβηθεί ο νοικοκύρης”. Η ελληνική άρχουσα τάξη δεν έχει διστάσει στη μακρά ιστορία της να αιματοκυλίσει τους εργάτες και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, κάθε φορά που αυτοί διεκδίκησαν με μαζικότητα και οργάνωση τα αιτήματά τους για μια καλύτερη ζωή. 

Μια από τις πιο εμβληματικές περιπτώσεις είναι η γενική απεργία του Αυγούστου του 1923 και η αιματηρή καταστολή της. Σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής, έντεκα άνθρωποι έπεσαν νεκροί, ανάμεσά τους και ένα ανήλικο προσφυγόπουλο από τη Μικρασία, που είχε επιζήσει την προέλαση του τουρκικού στρατού, αλλά βρήκε τελικά τον θάνατο από ελληνικά όπλα που στόχευσαν την απεργιακή συγκέντρωση στις 22/8/1923 στο Πασαλιμάνι. 

Αν και αποσιωπημένη ως γεγονός στα επίσημα βιβλία ιστορίας, η απεργία προκάλεσε τρόμο στην άρχουσα τάξη και στο πολιτικό της προσωπικό (όπως για παράδειγμα αποδεικνύεται από το Ημερολόγιο του μετέπειτα δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά). Μέσα σε λίγες ημέρες και μετά το κάλεσμα της ΓΣΕΕ, στην οποία τότε πλειοψηφούσαν οι συνδικαλιστές του ΣΕΚΕ(Κ), ο Πειραιάς – το κέντρο της βιομηχανικής και εμπορικής δραστηριότητας στην τότε ελληνική επικράτεια – είχε παραλύσει. 

Μυλεργάτες

Το έναυσμα της κινητοποίησης είχαν δώσει οι μυλεργάτες με το 24ωρο τελεσίγραφο που επέδωσαν στους αλευροβιομήχανους στις 9 Αυγούστου. 

Ζητούσαν να μην ισχύσει η μείωση 35% στα εισοδήματά τους, να πληρωθούν τα περικομμένα ημερομίσθια, να επαναπροσληφθούν οι απολυμένοι συνάδελφοι τους και να αποζημιωθούν οι τυχόν μη επανερχόμενοι. Τα νέα της απεργίας προκάλεσαν αλυσιδωτές εξελίξεις σε όλους τους κλάδους που δέχονταν την ίδια εργοδοτική επίθεση: τα σωματεία του επισιτισμού στις υπόλοιπες πόλεις προχώρησαν και αυτά σε απεργία, όπως και ολόκληρη η Ομοσπονδία Επισιτισμού. Το Εργατικό Κέντρο Πειραιά και η ΓΣΕΕ κάλεσαν σε υλική συμπαράσταση στους απεργούς. Οι ναυτεργάτες θα πάρουν πρώτοι την απεργιακή σκυτάλη από τις 17 Αυγούστου, με αποτέλεσμα να μην αποπλεύσουν τα πλοία. Το ίδιο απόγευμα, οι φορτοεκφορτωτές και οι θερμαστές μπαίνουν στην απεργία, γεγονός που σημαίνει ότι πολλά εργοστάσια οινοπνευματοποιίας, χαρτοποιίας και μακαρονοποιίας δεν μπορούν να λειτουργήσουν, το ίδιο και οι κυλινδρόμυλοι. 

Στις 20 Αυγούστου, όπως γράφουν χαρακτηριστκά οι εφημερίδες της εποχής, «ο Πειραιεύς παρουσιάζει από πρωίας ασυνήθη όψιν». Η Ομοσπονδία Ηλεκτρισμού ακολουθεί το απεργιακό κάλεσμα της ΓΣΕΕ και το τραμ παραλύει. Η σιδηροδρομική σύνδεση Αθήνα - Πειραιά διακόπτεται και γίνεται προσπάθεια για αποκατάστασή της από το ανώτερο προσωπικό. Τα πληρώματα των πλοίων που καταπλέουν στον Πειραιά δηλώνουν την υποστήριξη τους στην απεργία, με αποτέλεσμα να αποκλείονται πάνω σε αυτά και να παρεμποδίζεται η έξοδος τους από στρατιωτικές φρουρές. Οι εργάτες του τελωνείου Πειραιά ακολουθούν. Εν τω μεταξύ, η Καπνεργατική Ομοσπονδία κηρύσσει από τις 20 Αυγούστου πανελλαδική απεργία. Το πρωί της 21ης, οι πρωινές εφημερίδες δεν κυκλοφορούν λόγω συμμετοχής στην απεργία των τυπογράφων και της Ομοσπονδίας Τύπου. 

Τι φοβήθηκαν οι αστοί;

Η υστερία των αστικών εφημερίδων και η απαίτηση των εργοδοτικών οργανώσεων για τσάκισμα της απεργίας βρήκαν ευήκοα ώτα στο “επαναστατικό” στρατιωτικό καθεστώς του Στυλιανού Γονατά και του Νικόλαου Πλαστήρα. 

Πολυβόλα στήθηκαν από νωρίς στην πλατεία στο Πασαλιμάνι όπου θα συγκεντρώνονταν οι απεργοί εργάτες. Την επόμενη μέρα, το καθεστώς διέδιδε ότι οι απεργοί επιχείρησαν να αφοπλίσουν τους στρατιώτες: επρόκειτο για χυδαία ψέματα. Ο τουφεκισμός των απεργών έγινε εν ψυχρώ. Κάτω από το βάρος της καταστολής και αξιοποιώντας διαιρέσεις στο εσωτερικό του εργατικού στρατοπέδου (πχ την αποχή των σιδηροδρομικών υπαλλήλων από την απεργία), η κυβέρνηση ανάγκασε τα σωματεία να εξαγγείλουν και επίσημα στις 25/8/1923 τη λήξη της απεργίας.

Οι πηχυαίοι τίτλοι για “κομμουνιστικό πραξικόπημα” που δήθεν επιχείρησαν οι απεργοί κυριάρχησαν για πολλές μέρες και βδομάδες μετά την καταστολή στο Πασαλιμάνι. Βέβαια αυτοί που έγραφαν αυτούς τους τίτλους ήξεραν ότι ψεύδονται. Δεν χρειάστηκαν ούτε όπλα ούτε σφαίρες στα χέρια των εργατών: η καταστολή είχε σχεδόν προαναγγελθεί τις προηγούμενες μέρες από δηλώσεις πολιτικών όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο (μεγαλοβιομήχανος υπουργός) Ανδρέας Χατζηκυριάκος. Άλλο ήταν αυτό που φόβισε τους αστούς και χρειάστηκε να κινηθούν αστραπιαία για να το καταστείλουν.

Το πρώτο ήταν η επέκταση της συνδικαλιστικής οργάνωσης. Ο Αύγουστος του 1923 δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός ούτε ένα αυθόρμητο ξέσπασμα της “φτωχολογιάς των πόλεων”: ήταν μια κίνηση συνδικαλιστικά οργανωμένη, αποτέλεσμα της δημιουργίας νέων σωματείων και της επαναλειτουργίας των ήδη υπαρχόντων, διεργασίες που εντατικοποιήθηκαν το καλοκαίρι του 1923 κάτω από την αιγίδα των Εργατικών Κέντρων και της Γενικής Συνομοσπονδίας. Από τη μελέτη των εφημερίδων της εποχής, του εργατικού τύπου και των αρχείων των εργατικών οργάνωσεων προκύπτει μια πύκνωση τόσο της εσωτερικής ζωής των σωματείων όσο και της εργατικής κινητοποίησης – χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μεγάλη εργατική συγκέντρωση του Ιούλη στον Πειραιά που έστρωσε το δρόμο για την απεργία του Αυγούστου. 

Για την αστική τάξη, η εξέλιξη αυτή σήμανε καμπανάκι: βασικός παράγοντας της κερδοφορίας του ελληνικού κεφαλαίου και της μεσοπολεμικής ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού ήταν τα χαμηλά μεροκάματα. Η συνδικαλιστική οργάνωση και η προβολή εργατικών διεκδικήσεων για αυξήσεις μισθών, μείωση του ωραρίου, περιορισμό των απολύσεων, κλπ, ήταν άμμος στα γρανάζια του συστήματος. Τα αιτήματα αυτά και οι εργατικές κινητοποιήσεις που τα προέβαλλαν έσπαγαν μάλιστα μια εικόνα που είχε φιλοτεχνήσει η ελληνική άρχουσα τάξη για τον έλληνα εργάτη ως δήθεν “φύσει λιτοδιαίτο” λόγω “μεσογειακού κλίματος”! Κι αυτά λέγονταν σε μια περίοδο που εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ζούσαν με φυματίωση εξαιτίας της ελλιπούς διατροφής και του ανεπαρκούς εξαερισμού των χαμόσπιτων στα οποία μένανε οι εργατικές οικογένειες. Όταν οι άνθρωποι αυτοί αποφάσισαν να οργανωθούν σε σωματεία και να διεκδικήσουν μια καλύτερη ζωή, η αστική τάξη απάντησε με το κροτάλισμα των πολυβόλων.

Το δεύτερο που φόβισε την αστική τάξη το καλοκαίρι του 1923 ήταν η αυξανόμενη παρέμβαση των επαναστατών στο ανερχόμενο συνδικαλιστικό κίνημα. Βέβαια, η σχετική αρθρογραφία μιλούσε για “αιμοδιψείς μπολσεβίκους” που ονειρεύονταν να επαναλάβουν τα ποτάμια αίματος “του Λενίν και του Μπέλα Κουν” στους δρόμους της Αθήνας. Ο Πουλιόπουλος, ο Μάξιμος, ο Νίκολης και οι υπόλοιποι νεαροί ηγέτες του ΣΕΚΕ-ΚΚΕ μετά την Μικρασιατική Καταστροφή δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν σε επαναστατική στοχοπροσήλωση από τους συντρόφους τους στη Ρωσία ή την Ουγγαρία. Αυτό όμως που πραγματικά ανησυχούσε το ελληνικό κράτος ήταν η ικανότητα της νέας ηγεσίας του ΣΕΚΕ (Κ) να επικοινωνεί τα μηνύματά της σε πλατιές εργατικές μάζες. 

Το εργαλείο για αυτόν τον σκοπό ήταν η πολιτική του Ενιαίου Μετώπου, που είχε ήδη συζητηθεί και αποφασιστεί στα διεθνή Συνέδρια της Κομμουνιστικής (Τρίτης) Διεθνούς και που η νέα ηγεσία προσπάθησε δημιουργικά να εφαρμόσει. Ο Σεραφείμ Μάξιμος, υπεύθυνος της συνδικαλιστικής δουλειάς του ΣΕΚΕ-ΚΚΕ, πρωτοστάτησε το 1923 στη δημιουργία των “Επιτροπών Αμύνης”, που έθεταν ως στόχο την κοινή δράση όλων των συνδικαλιστικών οργανώσεων, ανεξαρτήτως πολιτικού προσανατολισμού, για την ικανοποίηση των ζωτικών αιτημάτων της εργατικής τάξης. 

Κοινή δράση

Με τον τρόπο αυτό, το ΣΕΚΕ-ΚΚΕ προσπάθησε να συνενώσει εργατικές δυνάμεις με πολιτική αναφορά τόσο στο βενιζελισμό (όπως ήταν για παράδειγμα οι σιδηροδρομικοί) όσο και στον αντιβενιζελισμό (φορτοεκφορτωτές, λιμενεργάτες, κλπ) στην κοινή δράση. 

Αναγκάζοντας τις εργατικές ηγεσίες να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι, οι επαναστάτες βρήκαν τον τρόπο να απευθυνθούν – και τελικά να ηγηθούν – σε πλατιές εργατικές μάζες που δεν αναγνώριζαν ακόμα το ΣΕΚΕ-ΚΚΕ ως το “δικό τους” κόμμα. Με την τακτική αυτή, οι σοσιαλιστές συνδικαλιστές κατόρθωσαν ακόμα να εισχωρήσουν σε σωματεία με ισχυρό τοπικιστικό και συντεχνιακό χαρακτήρα, μετασχηματίζοντάς τα σε πραγματικά όργανα μάχης των μελών τους, ως κομμάτι της ευρύτερης κοινωνικής και πολιτικής μάχης της εργατικής τάξης.

Η αστική τάξη διείδε τον κίνδυνο να εξελιχθεί η εργατική τάξη σε αυτόνομο κοινωνικό και πολιτικό παίχτη. Γι' αυτό και εκτός από τον τουφεκισμό των εργατών, διέλυσε πλήθος σωματείων και ψήφισε νομοθεσία που απαγόρευε την παρέμβαση των επαναστατών σε αυτά. Κορύφωση της σχετικής νομοθεσίας θα είναι το 1929 η ψήφιση του “ιδιώνυμου” εγκλήματος (που ποινικοποιούσε ανατρεπτικές ιδέες κατά του “κρατούντος κοινωνικού συστήματος”) από την κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Πάνω στα φέρετρα των νεκρών εργατών του Πασαλιμανιού, η ελληνική αστική τάξη έχτισε την πολιτική της σταθερότητα και το “οικονομικό θαύμα” της Ελλάδας του Μεσοπολέμου. Όμως, η προσπάθεια να καταπνιγεί η ανεξάρτητη κοινωνική και πολιτική δυναμική του εργατικού κινήματος απέτυχε. Η συνδικαλιστική οργάνωση στους χώρους δουλειάς και η ανεξάρτητη παρέμβαση των επαναστατών ήταν και είναι πάντοτε τα αγκωνάρια κάθε νίκης της δικής μας πλευράς.