Στις 12 Οκτώβρη 1944 οι τελευταίες γερμανικές μονάδες αποχωρούν από την Αθήνα. Τριάμισι χρόνια σκληρής κατοχής είχαν τελειώσει –χρόνια που σημάδεψαν οι φρικτές εμπειρίες του θανατικού που έσπειρε ο λιμός του χειμώνα 1941-2 στις εργατικές και προσφυγικές συνοικίες, οι μεγάλοι εργατικοί αγώνες και διαδηλώσεις του 1943, η φασιστική τρομοκρατία και τα μπλόκα του 1944.
Οι φωτογραφίες, τα φιλμ, οι εκθέσεις και τα ημερολόγια της εποχής καταγράφουν το πανηγυρικό κλίμα που επικρατούσε στους δρόμους. Την έκρηξη ενθουσιασμού και προσδοκίας για ένα καλύτερο αύριο. Όμως, το κλίμα δεν ήταν μόνο πανηγυρικό. Ήταν και εκρηκτικό. Είναι αλήθεια ότι γιόρταζε όλη η Αθήνα.
Όμως, στην πραγματικότητα υπήρχαν δυο Αθήνες. Η Αθήνα των συνοικιών, των εργοστασίων, των πεινασμένων και η Αθήνα του Κολωνακίου και της Κυψέλης. Η Αθήνα της δεξιάς και της αριστεράς, του ΕΑΜ και των εθνικιστικών οργανώσεων.
Ο συγγραφέας Γ. Θεοτοκάς σχολίαζε στο ημερολόγιό του μετά τις δυο μεγάλες διαδηλώσεις του ΕΑΜ και των «εθνικών οργανώσεων», ότι: «Είναι η πρώτη φορά αυτές τις μέρες που ένιωσα στην Ελλάδα τόσο έντονα, τόσο ξεκάθαρα κι απόλυτα τον κοινωνικό διχασμό, την ατμόσφαιρα του ταξικού πολέμου. Αυτή είναι πια στο εξής η “ελληνική πραγματικότητα”».
Με άλλα λόγια η 12 Οκτώβρη είναι η αρχή της αντίστροφης μέτρησης των διεργασιών και των γεγονότων που οδήγησαν στη 3η Δεκέμβρη του 1944, την ένοπλη σύγκρουση του κινήματος με την αστική τάξη και τον βρετανικό ιμπεριαλισμό, τον «Κόκκινο Δεκέμβρη».
Δύναμη
Όταν η Αθήνα απελευθερωνόταν δεν υπήρχε καμιά δύναμη ικανή να εμποδίσει τις δυνάμεις του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ να πάρουν την εξουσία. Ήδη την ασκούσαν, έστω στο όνομα της κυβέρνησης «Εθνικής Ενώσεως» του Γ. Παπανδρέου, στο μεγαλύτερο τμήμα της χώρας, όχι μόνο σε βουνά και χωριά αλλά και σε πόλεις και πεδιάδες.
Ο ΕΛΑΣ είχε απελευθερώσει τον Έβρο στις 4 Σεπτέμβρη και στη συνέχεια ακολουθούσαν η μια περιοχή μετά την άλλη. Στις 26 Οκτώβρη, θα ερχόταν η σειρά της Θεσσαλονίκης, που θα έμενε στα χέρια του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ ακόμα και μετά τον Δεκέμβρη.
Όσο για την Αθήνα χαρακτηριστικό είναι το εξής επεισόδιο. Τις πρωινές ώρες της 12 Οκτώβρη τοιχοκολλήθηκε στους δρόμους μια διαταγή που είχε την υπογραφή του Π. Σπηλιωτόπουλου, που είχε ορίσει στρατιωτικό διοικητή η κυβέρνηση Παπανδρέου στα μέσα Αυγούστου. Ανέφερε αυστηρά και τσεκουράτα:
«Απαγορεύω κάθε κίνησιν πεζών και τροχοφόρων άνευ αδείας. Οι μη συμμορφούμενοι θα φυλακίζονται αμέσως. Επιτρέπεται η κίνησις μόνο είς τους εφοδιασμένους δ’ ειδικής αδείας της αστυνομίας, θεωρημένη υπό της στρατιωτικής διοικήσεως ως και στους υπηρετούντας εις την παθητικήν αεράμυναν. Απαγορεύω πάσαν συγκέντρωσιν και απόπειρα διαδηλώσεων. Η διάλυσις θα γίνει διά των όπλων».
Μόνο που ο Σπηλιωτόπουλος δεν διέθετε το παραμικρό κύρος αλλά και την ένοπλη ισχύ για να επιβάλλει μια τέτοια διαταγή. Οι «δυναμικές εθνικές οργανώσεις» ήθελαν αλλά δεν μπορούσαν να παίξουν αυτό το ρόλο. Ο ίδιος ο Σπηλιωτόπουλος, τις εφοδίαζε από τον Σεπτέμβρη με οπλισμό που έφερναν βρετανικά υποβρύχια σε -τότε- απόμερες ακτές της Ανατολικής Αττικής. Ο βιομήχανος του Πειραιά Χ. Ζαλοκώστας μαζί με τον Σπ. Μαρκεζίνη, σύμβουλο τότε του βασιλιά και «πρωθυπουργό» της χούντας το 1973, είχαν συγκροτήσει ήδη από τον Γενάρη του 1943 μια «Οικονομική Επιτροπή» βιομηχάνων με τη βοήθεια του Αντώνη Μπενάκη, για τη χρηματοδότηση των «εθνικών οργανώσεων».
Όμως, παρόλες αυτές τις προσπάθειες, η μαχητική ικανότητα των συμμοριών της Χ του Γρίβα, του «ΕΔΕΣ Αθήνας» ή άλλων μικροομάδων ήταν πολύ περιορισμένη. Και υπήρχαν και πολιτικά όρια.
Όχι μόνο για τη χρησιμοποίηση των Ταγμάτων Ασφαλείας της δοσιλογικής κυβέρνησης του Ράλλη που είχαν αιματοκυλήσει τις συνοικίες της Αθήνας στα μπλόκα του 1944, και είχαν κηρυχτεί επίσημα «προδοτικοί σχηματισμοί». Η μόνη έμπιστη και εμπειροπόλεμη μονάδα που διέθετε ο Γ. Παπανδρέου και οι Βρετανοί ιμπεριαλιστές, ήταν η περίφημη «Ταξιαρχία του Ρίμινι» (3η Ορεινή Ταξιαρχία). Αλλά δεν στάλθηκε στην Αθήνα. Η Ταξιαρχία ήταν ανοιχτά φιλομοναρχική. Οι συνέπειες της αποστολής της στην Αθήνα τον Οκτώβρη θα ήταν «απρόβλεπτες» όπως ανέφερε μια έκθεση Βρετανών διπλωματών.
Έτσι ο Άγγελος Έβερτ, ο διοικητής της Αστυνομίας Πόλεων που στις 3 Δεκέμβρη θα διέταζε τους άνδρες του να ανοίξουν πυρ στους διαδηλωτές στο Σύνταγμα, αναγκάστηκε να πιει το πικρό ποτήρι και να δεχτεί να μοιράζεται την «τήρηση της τάξεως» στην πρωτεύουσα με τον Α. Τσαπόγα, διοικητή της Εθνικής Πολιτοφυλακής που δεν ήταν άλλη από την ΟΠΛΑ.
Δεν υπήρχε περισσότερο ευνοϊκή στιγμή για την κατάληψη της εξουσίας από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ από τις αρχές του Οκτώβρη του 1944. Αυτή την ευκαιρία την πέταξε η ηγεσία της Αριστεράς και συγκεκριμένα του ΚΚΕ. Αυτή την επιλογή δεν την έκανε εκείνες τις μέρες βασισμένη σε μια λάθος εκτίμηση των συσχετισμών δύναμης. Η επιλογή είχε γίνει πολύ πιο πριν.
Η στρατηγική του ΚΚΕ είχε στο κέντρο της δυο στοιχεία. Το πρώτο, η σταθερή επιδίωξη να γίνει εταίρος σε μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», δηλαδή συνεργασίας με τα αστικά κόμματα και τους «Μεγάλους Συμμάχους». Αυτό το δρόμο τον βάδιζαν ήδη τα μεγάλα Κομμουνιστικά Κόμματα στην Γαλλία και την Ιταλία. Πίστευε ότι έτσι θα εξασφάλιζε ίσως και την πλειοψηφία στις εκλογές που θα γίνονταν μεταπολεμικά.
Επιλογή
Αυτή η μεγάλη επιλογή, κοινοβουλευτικός δρόμος και όχι επαναστατικός, έφερνε τον ένα συμβιβασμό μετά τον άλλο. Από την ένταξη του ΕΛΑΣ στο Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, μέχρι την αποκήρυξη του κινήματος των φαντάρων και των ναυτών στη Μ. Ανατολή και την υπογραφή της Συμφωνίας του Λιβάνου την άνοιξη του ’44 και της Καζέρτας, τον Σεπτέμβρη.
Το δεύτερο στοιχείο της στρατηγικής ήταν η διαρκής προσπάθεια να χρησιμοποιήσει το κίνημα σαν μέσο πίεσης για να πετύχει αυτή την «ισότιμη» συμμετοχή σε μια κυβέρνηση. Η συγκρότηση της ΠΕΕΑ την άνοιξη του 1944 ήταν μια τέτοια κίνηση. Έτσι, τη μια στιγμή η ηγεσία προχωρούσε στη θεσμοθέτηση της εξουσίας που ήδη είχε διαμορφωθεί στα βουνά, προκαλώντας ενθουσιασμό στον κόσμο που πάλευε και την άλλη έστελνε την αντιπροσωπεία στο Λίβανο με την εντολή «το 50% των θέσεων στην κυβέρνηση, πίσω από εκεί δεν πάμε» σύμφωνα με τα λόγια του Γ. Σιάντου, γραμματέα του ΚΚΕ. Τελικά πήγαν πολύ πιο πίσω.
Όμως, η ηγεσία κάθε άλλο ήταν απαλλαγμένη από τις πιέσεις της βάσης της. Αυτές οι πιέσεις δεν εκδηλώθηκαν ως κεραυνός εν αιθρία στην μεθυστική ατμόσφαιρα της Απελευθέρωσης, υπήρχαν από πριν. Μέσα στην Κατοχή και την Αντίσταση χιλιάδες «ανώνυμοι» εργάτες και αγρότες είχαν πάρει μια γεύση της δύναμής τους. Γι’ αυτούς δεν υπήρχε αμφιβολία ότι αυτό στο οποίο συμμετείχαν ήταν μια επανάσταση.
Όταν στα τέλη του 1942 νομικοί και κατώτερα στελέχη του ΚΚΕ διατύπωναν το πρώτο κώδικα Λαϊκής Αυτοδιοίκησης στην ελεύθερη Ευρυτανία, συνειδητά επέλεγαν ως πρότυπό τους τα Σοβιέτ της Ρώσικης Επανάστασης. Μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, οι αγωνιστές που βρίσκονταν στο κέντρο του κινήματος των φαντάρων στη Μέση Ανατολή την άνοιξη του 1944 θεωρούσαν ότι η ΠΕΕΑ είναι ο ένας πόλος της «δυαδικής εξουσίας» και έπρεπε να στηριχτεί με όλα τα μέσα «τώρα που όπως λεν, το ατσάλι κολλάει στη βράση του».
Η συμμετοχή της ηγεσίας της Αριστεράς στην κυβέρνηση την έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση σε όλα τα μέτωπα. Για παράδειγμα, η «νομισματική σταθεροποίηση» του Νοέμβρη 1944 προκάλεσε μια έκρηξη αγανάκτησης, τόσο στους δημόσιους υπάλληλους που τα ημερομίσθιά τους καθορίστηκαν στο απαράδεκτα χαμηλό επίπεδο των 125 δραχμών όσο και στους εργάτες του ιδιωτικού τομέα. Υπουργός Οικονομικών ήταν ο Αλ. Σβώλος του ΕΑΜ και υπουργός Εργασίας ο Μ. Πορφυρογένης, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ.
Ο δεύτερος πέρασε νόμο που έδινε τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να θέτουν σε διαθεσιμότητα χωρίς μισθό το «πλεονάζον προσωπικό». Για μια παρόμοια απόπειρα ο Ν. Καλύβας υφυπουργός Εργασίας του Ράλλη είχε εκτελεστεί από την ΟΠΛΑ στο Κολωνάκι στις αρχές του 1944. Την ίδια περίοδο σε μια σειρά εργοστάσια, όπως την Εριουργική ή τα λιγνιτωρυχεία της Καλογρέζας, οι εργάτες προχωρούσαν στην επαναλειτουργία τους υπό τον έλεγχο επιτροπών τους. Τα μεροκάματα και η ανεργία ήταν πολιτικά ζητήματα άμεσα δεμένα με τα ζητήματα της εξουσίας.
Στους δυο περίπου μήνες που ακολούθησαν την Απελευθέρωση της Αθήνας, συσσωρεύτηκαν τα υλικά που οδήγησαν στην «έκρηξη» του Δεκέμβρη. Ο κόσμος που δεχόταν να υποδεχτεί τον Γ. Παπανδρέου στην Αθήνα στις 18 του Οκτώβρη ζητώντας του «λαοκρατία» στην πλατεία Συντάγματος, διαδήλωνε στην ίδια πλατεία φωνάζοντας «Παπανδρέου παπατζή χίτης ήσουνα και συ». Οι φωτογραφίες των ημερών που ακολούθησαν την απελευθέρωση δείχνουν πανό του Εργατικού ΕΑΜ με το σύνθημα Welcome our Allies. Τον Δεκέμβρη ο ίδιος κόσμος πολεμούσε στα οδοφράγματα τα βρετανικά τανκς και τους αλεξιπτωτιστές.
Το πρόβλημα ήταν η στρατηγική που παρέλυσε το κίνημα εκείνη την κρίσιμη περίοδο. Η εγκατάλειψη της σοσιαλιστικής επανάστασης στο όνομα του «αστικοδημοκρατικού» σταδίου στα μέσα της δεκαετίας του ’30 ήταν το καθοριστικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής. Η πολιτική της «εθνικής ενότητας από το βασιλιά ως τον Ζεύγο» είχε τις ρίζες της εκεί, το ίδιο και οι συμβιβασμοί με τους ιμπεριαλιστές.
Στην Ελλάδα του Σεπτέμβρη-Οκτώβρη 1944 υπήρχε κατάσταση «δυαδικής εξουσίας». Τα πάντα θα κρίνονταν στην Αθήνα, το πολιτικό και οικονομικό κέντρο της άρχουσας τάξης και της καρδιάς του κινήματος της εργατικής τάξης. Εκεί η ηγεσία του κινήματος «πάτησε φρένο» – όχι μονομιάς, στις 12 Οκτώβρη, αλλά καιρό πριν. Οι συνέπειες θα φαίνονταν τον Δεκέμβρη του 1944.

