Ιστορία
Ολυμπιάδα 1968: “Μαύροι Πάνθηρες” στο βάθρο

Το πρωί της 16ης Οκτώβρη του 1968 δυο Αφροαμερικάνοι κι ένας Αυστραλός ήταν οι τρεις πρώτοι που έκοβαν το νήμα της κούρσας των 200 μέτρων στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικό. Ο Τόμι Σμιθ ερχόταν πρώτος πραγματοποιώντας μάλιστα παγκόσμιο ρεκόρ που θα έμενε ακατάρριπτο για πολλά χρόνια. Δεύτερος ήταν ο Αυστραλός Πίτερ Νόρμαν και τρίτος για κλάσματα του δευτερολέπτου ερχόταν ο Τζον Κάρλος από το Χάρλεμ. Αυτά μικρή σημασία είχαν σε σχέση με αυτό που ακολούθησε λίγο αργότερα.

Οι τρεις αθλητές ανεβαίνοντας στο βάθρο θα δημιουργούσαν μια από τις πιο αξιομνημόνευτες εικόνες στην ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων – σίγουρα την πιο αξιομνημόνευτη από τους συγκεκριμένους Ολυμπιακούς Αγώνες. Μια εικόνα σύμβολο στην ιστορία του αντιρατσιστικού κινήματος, αλλά και στη σχέση αθλητισμού και πολιτικής. Ήταν το 1968. Η Ευρώπη φλεγόταν από το Παρίσι μέχρι την Πράγα κι από το Βερολίνο μέχρι το Λονδίνο. Οι ΗΠΑ ξεσηκώνονταν απ' άκρη σ'άκρη με τα πανεπιστήμια να καταλαμβάνονται και τους δρόμους να γεμίζουν με αντιπολεμικούς κι αντιρατσιστές ακτιβιστές. Οι Μαύροι Πάνθηρες ήταν στην κορύφωση της δράσης τους με χιλιάδες ενεργά μέλη, αλλά και συντρόφους που φυλακίζονταν και δολοφονούνταν.

Το ίδιο το Μεξικό, ο οικοδεσπότης των Ολυμπιακών Αγώνων, συγκλονιζόταν από ένα μεγάλο πολύμηνο φοιτητικό κίνημα που θα σφαγιαζόταν στην πλατεία Τλατελόλκο δέκα μέρες πριν την έναρξη των Αγώνων.

Ο Τόμι, ο Τζον κι ο Πίτερ δεν ήταν έξω από το κίνημα. Ήταν κι επίσημα οι πιο γρήγοροι άνθρωποι του κόσμου, αλλά κατά βάση ήταν ακτιβιστές. Ο Τόμι Σμιθ κι ο Τζον Κάρλος ήταν μέλη του Ολυμπιακού Πρότζεκτ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (OPHR), μιας οργάνωσης που είχε ιδρυθεί τον Οκτώβρη της περασμένης χρονιάς. Η οργάνωση είχε την στήριξη και την επιρροή του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Αρχικός στόχος της οργάνωσης ήταν ένα μαζικό μποϋκοτάζ των Ολυμπιακών Αγώνων του Μεξικό από τη μεριά των αφροαμερικάνων κι όποιων επέλεγαν να σταθούν στο πλευρό τους. Ο ΜΛΚ που συμμετείχε και στο ιδρυτικό μάζεμα πρότεινε μάλιστα παράλληλα με το μποϋκοτάζ να οργανωθούν διαδηλώσεις από τους μαύρους αθλητές στην πόλη του Μεξικού. Βασικές διεκδικήσεις ήταν ο αποκλεισμός από τους Αγώνες των ρατσιστικών καθεστώτων της Νοτίου Αφρικής και της Ροδεσίας (σημερινή Ζιμπάμπουε), να επιστραφεί ο τίτλος που είχε αφαιρεθεί από τον Μοχάμεντ Άλι επειδή αρνήθηκε να πολεμήσει στο Βιετνάμ, να προσληφθούν περισσότεροι μαύροι προπονητές και να καθαιρεθεί ο πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής Έιβερι Μπρίντατζ. Επρόκειτο για έναν ακροδεξιό ρατσιστή, τον ίδιο που είχε παίξει τον καθοριστικό ρόλο προκειμένου να διοργανωθούν οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1936 στη ναζιστική Γερμανία. Το μποϋκοτάζ τελικά δεν θα πετύχαινε. Παρά τις τεράστιες προσπάθειες των αθλητών του OPHR να πείσουν τους συναθλητές τους, μόνο μια μικρή μειοψηφία είχε πειστεί για την καμπάνια. Η δολοφονία του ΜΛΚ λίγους μήνες πριν, ο αποκλεισμός τελικά της Νοτίου Αφρικής αλλά και η εναντίωση στο μποϋκοτάζ θρυλικών μορφών όπως του Τζέσε Όουενς (του μαύρου δρομέα που ρεζίλεψε το Χίτλερ κερδίζοντας το χρυσό στους Ολυμπιακούς του 1936) θα έπαιζαν το δικό τους ρόλο.

Οι ακτιβιστές αθλητές βρίσκονταν μπροστά στην επιλογή να κάτσουν οι ίδιοι σπίτι τους – όπως π.χ έκανε ο μετέπειτα διάσημος μπασκετμπολίστας και μέλος του OPHR Καρίμ Αμπντούλ Τζαμπάρ - ή να χρησιμοποιήσουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες για να προβάλλουν τις διεκδικήσεις τους. Οι Σμιθ και Κάρλος έκαναν το δεύτερο.

Τα κατάφεραν. Οι δυο αθλητές εκμεταλλεύτηκαν την παρουσία τους στο βάθρο για να κάνουν τις αναφορές που ήθελαν. Είχαν βγάλει τα παπούτσια τους για συμβολίσουν τη φτώχεια, οι μαύρες κάλτσες που φόραγαν ήταν εδώ και καιρό σύμβολο των αθλητών που στήριζαν ή ήταν κομμάτι του αντιρατσιστικού κινήματος, ο Κάρλος φόρεσε αλυσίδα στο λαιμό κι ο Σμιθ ένα μαύρο μαντήλι για να συμβολίσουν τα αδέρφια τους που είχαν λιντσαριστεί και κρεμαστεί. Το τζάκετ του Κάρλος ήταν ανοιχτό, παραβιάζοντας το πρωτόκολο, ως αναφορά “στην εργατική τάξη μαύρη και λευκή που έπρεπε να ματώνουν τα χέρια τους κάθε μέρα” θα γράψει στην αυτοβιογραφία του. “Το μαύρο μπλουζάκι που φόρεσα από μέσα κρύβοντας το USA, συμβόλιζε την ντροπή που ένιωθα που η χώρα μου ταξίδευε τόσο μακριά για να κάνει κάτι που κανείς καλός άνθρωπος δεν θα έκανε” υπογραμμίζοντας την αντίθεσή του στον πόλεμο του Βιετνάμ. Κι όταν άρχισε η ανάκρουση του εθνικού ύμνου των ΗΠΑ τα δυο κεφάλια χαμήλωσαν και υψώθηκαν δυο γροθιές που φορούσαν μαύρα γάντια. Στο πλευρό τους είχαν τον Πίτερ Νόρμαν, ο οποίος στάθηκε στο δεύτερο σκαλί του βάθρου φορώντας με περηφάνια στο πέτο του την κονκάρδα του OPHR. Οι Σμιθ και Κάρλος είχαν μοιραστεί τα σχέδιά τους με τον Νόρμαν μετά την κούρσα του τελικού. Ήταν κι ο ίδιος καταγγελτικός απέναντι στη ρατσιστική πολιτική της χώρας του, την πολιτική της Λευκής Αυστραλίας.

Και οι τρεις θα είχαν πολύ σκληρή αντιμετώπιση. Αμέσως αποβλήθηκαν από το Ολυμπιακό Χωριό κι εκδιώχθηκαν από το Μεξικό, παρά τις αντιδράσεις των συναθλητών τους. Τα ΜΜΕ οργίασαν βρίζοντάς τους εν χορώ. Για χρόνια θα συνέχιζαν να έχουν την ίδια αντιμετώπιση. Ωστόσο δεν κατάφεραν να τους σβήσουν από την ιστορία. 50 χρόνια μετά οι τρεις αποτελούν έμπνευση για εκατομμύρια. Και στα βήματά τους πατάνε αθλητές όπως ο αφροαμερικάνος Κόλιν Κέπερνικ, που δεν δίστασε να θυσιάσει μια πολλά υποσχόμενη καριέρα στο αμερικάνικο ποδόσφαιρο, γονατίζοντας στην ανάκρουση του εθνικού ύμνου, για να δηλώσει ότι “Black Lives Matter”.


 

Μια συνέντευξη του Τζον Κάρλος

Ο Τζον Κάρλος επισκέφτηκε τη Βρετανία το 2012 και συμμετείχε σε εκδήλωση με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου. Τίτλος της εκδήλωσης ήταν “Αντίσταση – Το καλύτερο Ολυμπιακό Πνεύμα”. Στο πλαίσιο της επίσκεψής του είχε μιλήσει στην αδερφή εφημερίδα της Εργατικής Αλληλεγγύης στη Μ.Βρετανία, Socialist Worker. Με αφορμή την επέτειο των 50 χρόνων από την ιστορική κίνηση με τις μαύρες υψωμένες γροθιές πάνω στο βάθρο, μεταφράσαμε κι αναδημοσιεύουμε εκείνη τη συνέντευξη:

Η εικόνα του Τόμι Σμιθ και του Τζον Κάρλος είναι διάσημη σε όλο τον κόσμο. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1968 οι δύο μαύροι αθλητές κέρδισαν το χρυσό και το χάλκινο μετάλλιο στα 200 μέτρα. Την ώρα που παιζόταν ο εθνικός ύμνος των ΗΠΑ, κατέβασαν το κεφάλι και ύψωσαν τις γροθιές τους φορώντας δυο μαύρα γάντια. Ο Τζον είπε ότι ποτέ στη ζωή του δεν τον ενδιέφερε να κερδίσει μετάλλια και θεωρεί τον εαυτό του “μαχητή της ελευθερίας”. Ο Τζον ήταν ακτιβιστής. “Για δυόμιση χρόνια παλεύαμε για μποϋκοτάζ στους Ολυμπιακούς Αγώνες”, είπε στην εφημερίδα Socialist Worker. 

“Πολλοί όμως δεν ήταν διατεθειμένοι να θυσιάσουν τα 15 λεπτά της δόξας. Έγινε ψηφοφορία στο Ολυμπιακό Πρότζεκτ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (ΟPHR) και το αποτέλεσμα έλεγε να πάμε στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Δεν μου άρεσε το αποτέλεσμα και αρχικά έλεγα να κάτσω στο σπίτι. Μετά σκέφτηκα, αν κάτσω σπίτι κάποιος άλλος θα πάει και θα κερδίσει το μετάλλιο και δεν θα εκπροσωπηθούν οι απόψεις που πίστευα ότι έπρεπε να εκπροσωπηθούν. Παρά το θυμό, είχα ακόμα στο νου μου ότι έπρεπε να γίνει κάτι που θα αναδείκνυε το κοινωνικό κι ανθρωπιστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζαμε. Έπρεπε να σηκώσουμε το κεφάλι και να αναμετρηθούμε με το ζήτημα. Πήγα λοιπόν στον Τόμι και του είπα, ‘είμαι απογοητευμένος που δεν θα γίνει το μποϋκοτάζ και θέλω να δηλώσω αυτά που πιστεύω. Τι λες εσύ;' Και μου είπε: ‘Μαν, κι εγώ το ίδιο θέλω'.

“Είχαμε να κάνουμε ένα βήμα ακόμα” θυμάται ο Τζον. “Έπρεπε να κερδίσουμε για να μπορέσουμε να ανέβουμε στο βάθρο. Περάσαμε δια πυρός και σιδήρου για να προκριθούμε στον τελικό και μετά έπρεπε να είμαστε στους τρεις πρώτους. Μετά τον αγώνα είχαμε περίπου 25 λεπτά για να αξιολογήσουμε τί θα κάνουμε. Πώς θα χρησιμοποιούσαμε τα γάντια, τι θα συμβόλιζε το μαντήλι στο λαιμό του Σμιθ και γιατί θα φόραγα τη μαύρη μπλούζα πάνω από την επίσημη εμφάνιση των ΗΠΑ”. 

Κι εξηγεί: “Το μαντήλι ήταν για αυτούς που λιντσαρίστηκαν και δολοφονήθηκαν χωρίς κανείς να πει μια προσευχή για πάρτη τους. Για τους κρεμασμένους. Ήταν για αυτούς που πετάχτηκαν από τα καράβια στη μέση της διαδρομής. Όλα αυτά ήταν στο μυαλό μου”. 

Σήμερα η εικόνα του Τζον και του Τόμι να διαμαρτύρονται πάνω στο βάθρο είναι κοινά αποδεκτή. Αλλά τότε οι αξιωματούχοι των Ολυμπιακών Αγώνων τους έστειλαν σπίτι τους και οι αθλητές δέχτηκαν επιθέσεις από τα ΜΜΕ. Δέχτηκαν ακόμα κι απειλές για τη ζωή τους. Ο πρόεδρος της Ολυμπιακής Επιτροπής Άβερι Μπρίντατζ τους κατηγόρησε ότι έφεραν την πολιτική στον αθλητισμό. Αυτό ακόμα εξοργίζει τον Τζον. “Ο αθλητισμός και η πολιτική είναι αλληλένδετα” λέει. “Ήταν πολιτική πράξη όταν πήγαν τους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Βερολίνο το 1936. Ήταν πολιτική πράξη όταν αποφάσισαν να αφήσουν εκτός ομάδας τους Εβραίους αθλητές για να μην προσβάλουν τον Χίτλερ. Όλος ο κόσμος με είχε δει να τρέχω έχοντας γραμμένο στο στήθος το USA. Θεωρούσαν ότι αυτό σήμαινε πως όλα είναι ΟΚ για τους έγχρωμους στις ΗΠΑ. Κι όταν αποφάσισα να μιλήσω για τα κοινωνικά προβλήματα που είχαμε να αντιμετωπίσουμε έγινα ξαφνικά ‘το κακό παιδί'.

Οι Ολυμπιακοί του 1968 έλαβαν χώρα εν μέσω διαδηλώσεων, δολοφονιών και απίστευτης κρατικής καταστολής. Ο Τζον δεν γνώριζε για τις σφαγές όταν ανέβηκε στο βάθρο. Όπως λέει “ξέραμε ότι υπήρχε φοιτητικό κίνημα και είχαμε έρθει σε επαφή με τους ηγέτες του, αλλά δεν γνωρίζαμε για όλους αυτούς τους νέους φοιτητές που έχασαν τη ζωή τους. Αν οι άνθρωποι σήμερα έχουν πάθος για το λαό τους όπως εγώ, θα πρέπει να ξεσηκωθούν και να πουν την αλήθεια. Χρειάζεται κότσια για να το κάνεις”.

Ο Τζον αποθεώθηκε στην εκδήλωση όταν είπε στο κοινό ότι ένα πράγμα μπορούν να μάθουν από αυτόν: “Ότι δεν φοβάμαι να αντισταθώ στον καταπιεστή μου”.