
Είκοσι χρόνια πριν, τέτοιες μέρες, η κυβέρνηση του Σημίτη με υπουργό Εξωτερικών τον Πάγκαλο παρέδιδε στα χέρια των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ηγέτη του ΡΚΚ, του αντάρτικου κινήματος των Κούρδων της Τουρκίας. To ελληνικό κράτος παρίστανε το φίλο των Κούρδων και των αγώνων τους. Με κυνικό τρόπο απέδειξε πόσο υποκριτική ήταν αυτή η στήριξη.
Ο Οτσαλάν προσπάθησε να βρει καταφύγιο στην Αθήνα στις 29 Γενάρη 1999, αλλά παραδόθηκε στο αεροδρόμιο του Ναϊρόμπι της Κένυας στις 15 Φλεβάρη. Η προδοσία πυροδότησε ένα τεράστιο κύμα αγανάκτησης στους εργαζόμενους και τη νεολαία. Ενα μαζικό συλλαλητήριο-συναυλία πραγματοποιήθηκε στο κέντρο της Αθήνας την 1η Μάρτη. Και λίγες μέρες μετά, το κύμα οργής συγχωνεύτηκε με την αντιπολεμική έκρηξη ενάντια στους ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς της Σερβίας.
Το κίνημα των Κούρδων έχει βαθιές ρίζες. Μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι περιοχές που ζούσαν -σήμερα φτάνουν περίπου τα σαράντα εκατομμύρια- βρέθηκαν μοιρασμένες ανάμεσα σε τέσσερα κράτη: την Τουρκία, την Συρία, το Ιράκ και το Ιράν. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν οι εξεγέρσεις και οι σφαγές σε όλα αυτά τα κράτη ήταν συχνές.
Οι ρίζες του ΡΚΚ στην Τουρκία βρίσκονται στα μέσα της δεκαετίας του '70. Περίπου 18 εκατομμύρια Κούρδοι ζούνε στα όρια του τουρκικού κράτους που για δεκαετίες τους θεωρούσε απλά “ορεσίβιους Τούρκους”. Η αντάρτικη δράση του άρχισε να παίρνει διαστάσεις στα μέσα της δεκαετίας του '80.
Όσο φούντωνε το αντάρτικο στα βουνά του τουρκικού Κουρδιστάν, τόσο μεγαλύτερη γινόταν η καταστολή. Στη δεκαετία του '90 πήρε τις διαστάσεις ενός κανονικού πολέμου, ενός “βρόμικου πολέμου” με εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του τουρκικού στρατού που εξαφάνιζε ολόκληρα χωριά από το χάρτη και ισοπέδωνε πόλεις.
Απέναντι σε αυτή την πίεση η ηγεσία του ΡΚΚ αναζητούσε διεθνή στηρίγματα. Ο πυρήνας του ΡΚΚ είχε εκπαιδευτεί στρατιωτικά στα τέλη της δεκαετίας του '70 στη κοιλάδα Μπεκάα του Λιβάνου, κάτω από την προστασία του συριακού καθεστώτος του Μπάαθ. Είχε βάσεις στο έδαφος της Συρίας, όπου βρισκόταν και το αρχηγείο του Οτσαλάν.
Στην ιστορία του κουρδικού κινήματος οι ηγεσίες του έκαναν τη φαινομενικά ρεαλιστική επιλογή να αναζητήσουν στήριξη στους “εχθρούς του εχθρού μας”. Κάθε φορά, αυτοί οι ψεύτικοι φίλοι τις εγκατέλειπαν όταν το θεωρούσαν κατάλληλο για τα συνολικότερα συμφέροντά τους.
Έτσι έγινε και με το συριακό καθεστώς. Κι έτσι στις 9 Οκτώβρη του 1998, ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν, εγκατέλειψε με πλαστό διαβατήριο τη Δαμασκό.
Η πτήση είχε ενδιάμεσο σταθμό την Αθήνα, όπου και αποβιβάστηκε ο Οτσαλάν. Η ΕΥΠ τον “υποδέχτηκε” με τον διοικητή της Σταυρακάκη και ένα παλιό γνώριμο του Οτσαλάν, τον ταγματάρχη Καλεντερίδη. Ο Οτσαλάν δεν ήταν καλοδεχούμενος. Στα βιαστικά τον επιβιβάσανε σε μια πτηση για τη Μόσχα. Από τη Μόσχα, ύστερα από μερικές μέρες, πήγε στην Ιταλία. Ομως, και εκεί η “κεντροαριστερή” κυβέρνηση του Ντ' Αλέμα, δεν τολμούσε να δώσει πολιτικό άσυλο στον Οτσαλάν.
Για βδομάδες ο ηγέτης του ΡΚΚ γινόταν μπαλάκι από πρωτεύουσα σε πρωτεύουσα και από υπηρεσία σε υπηρεσία. Οι πόρτες της “δημοκρατικής” ΕΕ ήταν κλειστές παρά τους όρκους πίστης στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες. Ούτε η Ρωσία ήταν διατεθειμένη να δώσει άσυλο. Η κυβέρνηση του Σημίτη, επίσης, αρνιόταν να δώσει άσυλο στον Οτσαλάν: ήταν αποφασισμένη να μη διαταραχθούν οι καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ, με τον πρόεδρο Κλίντον να ζητάει να τελειώνει η ιστορία με τον Οτσαλάν και το “τρομοκρατικό” ΡΚΚ.
Στις 29 Γενάρη του 1999, όμως, ο Οτσαλάν επέστρεψε στην Αθήνα. Αυτός που τον έφερε με ειδικά ναυλωμένο αεροπλάνο ήταν ο Α. Ναξάκης, πλοίαρχος Π.Ν. εν αποστρατεία με μακρά πείρα σε “εθνικές αποστολές”, δηλαδή στις σχέσεις των μυστικών υπηρεσιών με την ηγεσία του ΡΚΚ. Το “πατριωτικό ΠΑΣΟΚ” είχε αγκαλιάσει τον Οτσαλάν από παλιά. Το ίδιο και η “πατριωτική δεξιά”. Το 1997 ήταν η χρονιά ίδρυσης του ξεχασμένου πλέον “Δικτύου 21” που σκοπό είχε την “πατριωτική αφύπνιση των Ελλήνων”. Ο Λαζαρίδης, μυστικοσύμβουλος του Σαμαρά στη συνέχεια, και άλλα λουλούδια ήταν μέλη του. Ανάμεσά τους και ο γνωστός ακροδεξιός Φαήλος Κρανιδιώτης, που ήταν δικηγόρος του Οτσαλάν.
Θηλειά
Στην πραγματικότητα, όλο αυτό το εθνικιστικό κύκλωμα με όλες τις “κατάλληλες” σχέσεις με την ΕΥΠ τον στρατό και την αστυνομία, έγινε η θηλιά που φόρεσε γύρω από το λαιμό του ο Οτσαλάν και η βάση που πάνω της στήθηκε το σχέδιο για την παράδοσή του.
Ηταν ο Μπαντουβάς, βουλευτής του ΠΑΣΟΚ εκείνος που είχε πείσει τον Οτσαλάν να έρθει στην Αθήνα τον Οκτώβρη διαβεβαιώνοντάς τον ότι δεν υπάρχει περίπτωση να μη γίνει δεκτός με ανοιχτές αγκάλες. Του είχε πει ψέματα. Ο Σγουρίδης, αντιπρόεδρος της Βουλής τον είχε συναντήσει στην Ρώμη, με τον Καλεντερίδη να κάνει τον διερμηνέα. Ο Καλεντερίδης έγινε η σκιά του Οτσαλάν που τον συνόδευε στα ταξίδια του.
Η κυβέρνηση του Σημίτη και ο υπουργός Εξωτερικών της ο Πάγκαλος (ο “μαζί τα φάγαμε” των μνημονίων) ήθελε να ξεφορτωθεί μια ώρα αρχύτερα τον Οτσαλάν. Ετσι τον στέλνει στην ...Κένυα, με πρόφαση ότι ετοιμάζει την εγκατάστασή του στη Νότιο Αφρική.
Τον έστειλε συνειδητά στο στόμα του λύκου. Η πόλη ήταν ξεχειλισμένη από πράκτορες των αμερικάνικων -κι όχι μόνο- υπηρεσιών στο κυνήγι τρομοκρατών. Υποτίθεται ότι η άφιξη του Οτσαλάν ήταν “μυστική”, αλλά έξω από την ελληνική πρεσβεία το μόνο που έλειπε ήταν καντίνες για την εξυπηρέτηση των αμέτρητων πρακτόρων και μπάτσων που είχαν κατασκηνώσει.
Πολλά έχουν γραφτεί για τον ερασιτεχνισμό της ΕΥΠ σε αυτή την υποτίθεται “άκρως απόρρητη” επιχείρηση. Πράγματι, η εκτέλεσή της θυμίζει κωμωδία με ατζαμήδες κατασκόπους. Οι επικεφαλής της μιλούσαν χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα του τύπου “Μεγάλος τραγουδιστής” για τον Πάγκαλο, “γριά” για τον Οτσαλάν, “ποδοσφαιρική ομάδα” (για πράκτορες της ΕΥΠ) που δεν ξεγελούσαν ούτε παιδάκι. Μυστηριωδώς τον Καλεντερίδη του απευθύνονταν με το όνομά του.
Αλλά έτσι κι αλλιώς η επιχείρηση ήταν σχεδιασμένη για να είναι φιάσκο. Κι όσο ο Οτσαλάν πείσμωνε κι αρνιόταν να εγκαταλείψει το χώρο της πρεσβείας τόσο εντείνονταν και οι απειλές που έρχονταν από ψηλά: από το “να φύγει, να πάει σαφάρι, ας πάει όπου θέλει, αλλά να φύγει”, στο “κλείστε του ένα ξενοδοχείο, δώστε του ένα χαρτζηλίκι και παρατήστε τον”, στο “βγάλτε τον με το ζόρι ακόμα και σε ένα σεντόνι”. Αυτό το τελευταίο ανέλαβε να το φέρει σε πέρας μια ειδική ομάδα της ΕΥΠ με το κωδικό “θίασος” με επικεφαλής τον αστυνόμο Μπόμπο (όχι ψευδώνυμο). Οι κενυάτικες αρχές τους μάζεψαν από το ξενοδοχείο πριν το προσπαθήσουν.
Αλλά τελικά δεν χρειάστηκε. Ο Οτσαλάν πείστηκε να εγκαταλείψει την πρεσβεία, να μπει μόνος του χωρίς διπλωματική συνοδεία σε ένα αυτοκίνητο, που αποσπάστηκε από το κομβόι και κατέληξε έξω από ένα αεροπλάνο με πράκτορες των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών.
Από τότε βρίσκεται κρατούμενος σε απομόνωση σε φυλακή υψίστης ασφαλείας στο νησάκι Ιμραλί στη Θάλασσα του Μαρμαρά. Οι τουρκοφάγοι εθνικιστές εγκατέλειψαν τον Οτσαλάν και μάλιστα τον κατηγόρησαν για “αχαριστία” όταν αργότερα άρχισε να αποκαλύπτει το ρόλο το δικό τους και των ελληνικών κυβερνήσεων στην παράδοσή του.
Αυτό που χρωμάτισε τις οργισμένες διαδηλώσεις για την παράδοσή του ήταν η αριστερή διάθεση των εργαζόμενων και της νεολαίας που είχαν συγκρουστεί με τις νεοφιλελεύθερες επιθέσεις των κυβερνήσεων του “εκσυγχρονιστικού” ΠΑΣΟΚ και θα συνέχιζαν να το κάνουν, στις αντινατοϊκές διαδηλώσεις, στις απεργίες, στο κίνημα του Σιάτλ και της Γένοβα, στην αντιπολεμική έκρηξη του 2003.
Οι πραγματικοί σύμμαχοι των Κούρδων και κάθε εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, δεν βρίσκονταν ποτέ και δεν βρίσκονται και σήμερα στους ιμπεριαλιστές και στις περιφερειακές δυνάμεις που παριστάνουν φίλους και προστάτες. Βρίσκονται στους αγώνες της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων ενάντια σε άρχουσες τάξεις και ιμπεριαλιστές. Ένα δίδαγμα που γίνεται ξανά επίκαιρο και σήμερα.

