Ιστορία
Ιράν 1979: Η επανάσταση που γκρέμισε τον Σάχη

8 Μάρτη 1979, Διαδήλωση γυναικών στην Τεχεράνη

Στις 8 Μάρτη του 1979 δεκάδες χιλιάδες γυναίκες διαδήλωσαν στο κέντρο της Τεχεράνης της πρωτεύουσας του Ιράν. Οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν και τις επόμενες δυο μέρες. Φοιτήτριες, νοσοκόμες, νοικοκυρές, μαθήτριες, με “μοντέρνο” ντύσιμο ή φορώντας την ισλαμική μαντήλα φώναζαν “Δεν κάναμε την επανάσταση για να γυρίσουμε πίσω”. Ένα μήνα πριν, στις 9 με 11 Φλεβάρη, η επανάσταση είχε σαρώσει τα τελευταία απομεινάρια του σημαντικότερου συμμάχου των ΗΠΑ στην περιοχή μετά το Ισραήλ.

Το καθεστώς του Σάχη (αυτοκράτορα) Μοχάμεντ Ρεζά Παχλεβί, έμοιαζε ακλόνητο. O Τζίμι Κάρτερ, πρόεδρος των ΗΠΑ, έκανε επίσημη επίσκεψη στη Τεχεράνη τα Χριστούγεννα του 1977 και δήλωσε ότι το Ιράν ήταν: “νησί σταθερότητας” στην περιοχή. Γι’ αυτό άλλωστε φιλοξενούσε το μεγαλύτερο “σταθμό” της CIA στον κόσμο.

Τον Σάχη είχαν φέρει στην εξουσία το 1953 οι ΗΠΑ και η Βρετανία με ένα πραξικόπημα που ανέτρεψε τον πρωθυπουργό Μοσαντέκ. Είχε τολμήσει να εθνικοποιήσει τη πετρελαϊκή βιομηχανία. Την «τάξη» την εξασφάλιζε η SAVAK μια από τις πιο άγριες μυστικές αστυνομίες. Λειτουργούσε ένα ψευτοκοινοβούλιο, με δυο κόμματα που και τα δυο τα είχε ιδρύσει ο Σάχης. Αυτή η αιματοβαμμένη δικτατορία περνούσε νόμους που απαγόρευαν στις γυναίκες να φοράνε τις παραδοσιακές ισλαμικές μαντήλες στις δημόσιες υπηρεσίες στο όνομα της προόδου και των δικαιωμάτων. Το 1967 τους είχε παραχωρήσει και το δικαίωμα ψήφου.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 οι πάντες ήταν πια δυσαρεστημένοι με το καθεστώς του Σάχη. Οι φοιτητές στα πανεπιστήμια, οι φτωχοί στις παραγκουπόλεις, οι μικροί και μεγάλοι επιχειρηματίες του «μπαζάαρ» που στριμώχνονταν από τους κολλητούς του Σάχη και τις μεγάλες δυτικές επιχειρήσεις, οι εργάτες που έβλεπαν τον πληθωρισμό να εξανεμίζει τους μισθούς. Οι πιο διαφορετικές ιδέες και οι συνδυασμοί τους αναπτύσσονταν. Το κομμουνιστικό κόμμα, το «Τουντέχ», επανεμφανίστηκε μετά από δεκαετίες. Οι Φενταγίν, μια ένοπλη οργάνωση που ήθελε να εφαρμόσει τη στρατηγική του Τσε Γκεβάρα μεγάλωναν.

Οι Μοτζαχεντίν, μια άλλη αντάρτικη οργάνωση, συζητούσαν πόσο μπορούν να συνυπάρχουν μαρξισμός και ισλάμ. Οι διαλέξεις του δρ. Αλί Σαριατί συγκέντρωναν χιλιάδες νέους και μεγαλύτερους θρησκευόμενους που τον άκουγαν ενθουσιασμένοι να κηρύττει ότι η Σιιτική εκδοχή του ισλάμ δεν είναι απλά “θρησκεία αλλά η υπόσχεση μιας αταξικής ουτοπίας”. Ο “αγιατολάχ” Χομεϊνί που είχε αυτοεξοριστεί, ήταν για εκατομμύρια το σύμβολο της ανυποχώρητης αντίστασης στο καθεστώς.

Δρόμοι 

Το καλοκαίρι του 1977 το καθεστώς έστειλε τις μπουλντόζες να γκρεμίσουν μια παραγκούπολη στην Τεχεράνη. Είχαν ξεφυτρώσει σαν μανιτάρια γεμάτες από αγρότες που είχαν παρατήσει τα χωράφια για να βρουν δουλειά στη μεγάλη πόλη και ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Οι κάτοικοι αντιστάθηκαν, ο στρατός άνοιξε πυρ. Όμως, η δυσαρέσκεια συνέχισε να ξεχύνεται στους δρόμους.

Τον Γενάρη του 1978 οι ιεροσπουδαστές στη πόλη Κομ, παραδοσιακό κέντρο του σιιτικού ισλάμ, διαδήλωσαν για ένα προσβλητικό άρθρο στο Χομεϊνί. Ο στρατός άνοιξε πάλι πυρ δολοφονώντας διαδηλωτές. Τα μνημόσυνα των νεκρών, κάθε σαράντα μέρες, γίνονταν το “ραντεβού” για νέες διαδηλώσεις και συγκρούσεις. Τα κοινωνικά δίκτυα που έλεγχαν τα τζαμιά -φιλανθρωπίες, σχολεία, περιοδικά- γίνονταν όχημα για το σιιτικο κλήρο να οργανώσει την αντιπολίτευση στο Σαχη και ταυτόχρονα να κινητοποιεί ένα μεγάλο τμήμα των φτωχών.

Στις 7 Σεπτέμβρη το καθεστώς κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, απαγορεύοντας οποιαδήποτε “συνάθροιση”. Την επόμενη μέρα δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές/τριες αψήφησαν την απαγόρευση. Πύρινα οδοφράγματα υψώθηκαν στις εργατογειτονιές της νότιας Τεχεράνης. Ελικόπτερα άρχισαν να γαζώνουν με πολυβόλα αυτή την περιοχή. Στην ανατολική πλευρά της πόλης, στη πλατεία Ζαλέχ μερικές χιλιάδες διαδηλωτές έκαναν καθιστική διαμαρτυρία. Τα πολυβόλα άρχισαν να κροταλίζουν και εκεί. Μέσα σε λίγη ώρα εκατοντάδες άνθρωποι δολοφονήθηκαν. 

Η 8 Σεπτέμβρη 1978 έμεινε γνωστή σαν “Μαύρη Παρασκευή” και το “σημείο χωρίς επιστροφή”. Κάθε γέφυρα συμβιβασμού με το καθεστώς του Σάχη είχε γκρεμιστεί.

Απεργίες

Την επόμενη μέρα, 700 εργάτες στα διυλιστήρια της Τεχεράνης κατέβηκαν σε απεργία. Μέσα σε λίγες μέρες η απεργία είχε παραλύσει όλες τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις του Ιράν. Στους επόμενους δυο μήνες, το απεργιακό κύμα είχε παραλύσει τα πάντα: τράπεζες, βαριές βιομηχανίες, σιδηροδρόμους, ηλεκτρική ενέργεια, τηλεοράσεις. 

Στα μέσα Σεπτέμβρη οι εργαζόμενοι της Κεντρικής Τράπεζας δημοσίευσαν ένα κατάλογο με 118 ονόματα “επιφανών” προσωπικοτήτων που είχαν φυγαδεύσει ήδη 2 δις δολάρια στο εξωτερικό. Ανάμεσά τους ο πρωθυπουργός, ο στρατηγός Οβέισι που είχε διατάξει τη σφαγή της 8ης Σεπτέμβρη. Η απεργία παρέλυσε το τραπεζικό σύστημα και έκοψε με το μαχαίρι κάθε προσπάθεια φυγάδευσης κεφαλαίων.

Ακόμα και να μην γινόταν απεργία η Κεντρική Τράπεζα δεν μπορούσε να τυπώσει χαρτονομίσματα γιατί τα ειδικά μελάνια που χρειάζονταν γι’ αυτό τον σκοπό ήταν μπλοκαρισμένα από τους υπάλληλους των τελωνείων. Το ίδιο ίσχυε και για όλα τα προϊόντα που οι απεργοί δεν θεωρούσαν είδη πρώτης ανάγκης.

Τον Δεκέμβρη οι εργαζόμενοι στα διυλιστήρια περιόρισαν την παραγωγή μόνο σε 250 χιλιάδες βαρέλια πετρελαίου την ημέρα που εκτιμούσαν ότι καλύπτουν τις βασικές ανάγκες του πληθυσμού. Οι εξαγωγές διακόπηκαν ολοκληρωτικά και μαζί ο πακτωλός χρημάτων που κατέληγε στον “Αλί Μπαμπά και τους σαράντα κλέφτες”, όπως ονόμαζαν το Σάχη και το καθεστώς του. Ενας ηγέτης της απεργίας δήλωσε ότι: “οι εξαγωγές θα ξεκινήσουν αφού πρώτα εξάγουμε τον Σάχη και τους στρατηγούς”. 

Οι «οικονομικές» απεργίες μετατράπηκαν σε πολιτικές. Πρώτο στη λίστα των αιτημάτων έμπαινε η άρση του στρατιωτικού νόμου, η διάλυση της SAVAK κι η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων. Στη συνέχεια προστέθηκαν κι άλλα αιτήματα: η κατάργηση της μοναρχίας, η δήμευση της περιουσίας του Σάχη και των αυλικών του, η εθνικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων.

Ο Σάχης βρέθηκε σε αδιέξοδο. Ο στρατός κατέρρεε. Ο Σάχης διόρισε έναν παλιό οπαδό του Μοσαντέκ πρωθυπουργό, τον Μπακτιάρ. Ο ελιγμός δεν έπιασε. Η νέα κυβέρνηση δεν έλεγχε την κατάσταση και απέναντί της είχε την «προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση» που είχε διορίσει ο Χομεϊνί. Στις 16 Γενάρη του 1979 ο Σάχης εγκατέλειψε το Ιράν.

Ανατροπή

Στις 9 Φλεβάρη σε μια στρατιωτική βάση της Τεχεράνης οι σμηνίτες και οι υπαξιωματικοί της αεροπορίας πέταξαν έξω τους άνδρες της «Αυτοκρατορικής Φρουράς» -της ελίτ του στρατού που ήταν εξοπλισμένοι με τα πιο σύγχρονα όπλα. Οι «Αθάνατοι», όπως είχε βαφτίσει τους πραιτοριανούς του ο Σάχης, επέστρεψαν για να καταστείλουν την ανταρσία. Ξέσπασαν ένοπλες συγκρούσεις.

Οι Φενταγίν και οι Μοτζαχεντίν έβγαλαν τα όπλα τους από τις κρύπτες και έσπευσαν σε βοήθεια. Και μαζί τους ενώθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές, υψώνοντας οδοφράγματα, ρίχνοντας μολότοφ, αντιμετωπίζοντας με γυμνά χέρια τα τανκς των «Αθανάτων». Όλη η Τεχεράνη μετατράπηκε σε πεδίο μάχης, ολόκληρες μονάδες στρατού, με ή χωρίς τους αξιωματικούς τους, περνούσαν με τη μεριά των εξεγερμένων. Δυο μέρες μετά, οι στρατηγοί ύψωσαν «λευκή σημαία». Ο μισητός Σάχης και οι μαριονέτες τους είχαν φύγει. 

Για τα εκατομμύρια που έκαναν την επανάσταση αυτή η περίοδος ήταν η “άνοιξη της ελευθερίας” όπως την περιέγραφαν οι εφημερίδες. Οι εθνικές μειονότητες -Κούρδοι και Αζέροι στα βόρεια- ξεσηκώθηκαν. Οι γυναίκες που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των διαδηλώσεων και των μαχών ζητούσαν ισότητα. Η εργατική τάξη κλιμάκωνε τους αγώνες της.

Σε εκατοντάδες επιχειρήσεις και βιομηχανικά συγκροτήματα οι “σόρας” (εργατικές επιτροπές ή συμβούλια) αναλάμβαναν τη διοίκηση για να τα ξαναβάλουν μπροστά με τους δικούς τους όρους. Παλιοί διευθυντές και προϊστάμενοι, έφευγαν κλωτσηδόν όταν οι εργάτες άνοιγαν τα βιβλία και έβλεπαν τις κλεψιές τους ή επιβεβαίωναν τη συνεργασία τους με την αστυνομία και τη SAVAK. Η εργατική τάξη του Ιράν ανακάλυπτε, μέσα από τη δράση της, την παράδοση του εργατικού ελέγχου και των συμβουλίων.

Προοπτική

Οι σόρας μπορούσαν να γίνουν το αντίστοιχο των σοβιέτ στην Ρωσική Επανάσταση. Ήταν μια προοπτική που ήθελε εξαρχής να την ακυρώσει το ρεύμα -αργότερα το κόμμα- γύρω από τον Χομεϊνί και τους κληρικούς του. Γι’ αυτούς η “ισλαμική δημοκρατία” σήμαινε ένα ισχυρό κράτος που θα εξασφάλιζε την ανεξαρτησία του ιρανικού καπιταλισμού, ακόμα και αν αυτό σήμαινε σύγκρουση με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.

Γι’ αυτό τους επόμενους μήνες το νέο καθεστώς άρχισε να στρέφεται όλο και πιο ανοιχτά ενάντια στις σόρας και τις ανεξάρτητες οργανώσεις της εργατικής τάξης όπως και στην Αριστερά. Όμως, ξεκίνησε την επίθεση με μια ιδεολογική εκστρατεία: στις αρχές του Μάρτη κυκλοφόρησαν φήμες ότι το καθεστώς θα κάνει υποχρεωτική παντού την ισλαμική ενδυμασία -και το κάλυμμα του κεφαλιού- για τις γυναίκες.

Οι διαδηλώσεις της 8 Μάρτη το υποχρέωσαν σε προσωρινή υποχώρηση. Το κίνημα μπορούσε να πάει μπροστά και να αποσπάσει τις μάζες της φτωχολογιάς από την επιρροή του Χομεινί. Όμως, δυο παράγοντες εμπόδισαν αυτή την εξέλιξη.

Η ιρανική αριστερά παρά τον ηρωισμό της είχε λάθος στρατηγική. Καμιά από τις δυνάμεις της δεν πίστευε ότι η εργατική τάξη μπορούσε να ανατρέψει τον καπιταλισμό και να πάρει την εξουσία. Για τις ένοπλες οργανώσεις τα καλάσνικοφ συνέχισαν να έχουν μεγαλύτερη σημασία από τις απεργίες και τα εργατικά συμβούλια. Το Τουντέχ γινόταν ουρά ενός καθεστώτος που το θεωρούσε αντιιμπεριαλιστικό.

Ο άλλος παράγοντας ήταν η επέμβαση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού που τρομοκρατήθηκε από την ανατροπή του μαντρόσκυλού του. Το 1980 και τα επόμενα χρόνια στήριξε τον Σαντάμ Χουσεΐν, τον δικτάτορα του Ιράκ, σε ένα φρικτό πόλεμο ενάντια στο Ιράν. Το καθεστώς του Χομεινί εδραίωσε την κυριαρχία του κερδίζοντας αυτόν τον πόλεμο που έσωσε τον ιρανικό καπιταλισμό.