Ιστορία
Κάρολ Μοτζελέφσκι 1937-2019

Στις 28 Απρίλη πέθανε ο  Κάρολ Μοτζελέφσκι. Tα ονόματα του Κάρολ Μοτζελέφσκι και του  Γιάσεκ Κουρόν, τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 έγιναν σύμβολα της πιο ριζοσπαστικής μαρξιστικής κριτικής του σταλινισμού και επηρέασαν χιλιάδες αγωνιστές μέσα στην έκρηξη του «παγκόσμιου Μάη» του 1968 και τα χρόνια που ακολούθησαν.

Ο Μοτζελέφσκι (όπως και ο Κουρόν) ήταν μέλος της νεολαίας του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος (του Πολωνικού Ενιαίου Εργατικού Κόμματος, όπως λεγόταν επίσημα) στην Πολωνία. Είχε γεννηθεί στη Μόσχα το 1937 και ο πατέρας του είχε εξοριστεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο ίδιος βρέθηκε στην Πολωνία το 1945 και εκεί μεγάλωσε και έγινε φοιτητής αρχικά και βοηθός στη συνέχεια στο Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστήμιου της Βαρσοβίας. 

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, επηρεασμένοι και από τις εργατικές εξεγέρσεις του 1956 σε Ουγγαρία και Πολωνία και την καταστολή που ακολούθησε, άρχισαν να εκφράζουν τις διαφωνίες τους. Στήριξαν τους φοιτητές αρχικά και στη συνέχεια τους εργάτες οργανώνοντας την ομάδα συμπαράστασης προς τους εξεγερμένους, το KOR.  Καρπός της δράσης τους, ήταν η «Ανοικτή Επιστολή στο ΠΕΕΚ» που έγραψαν και δημοσίευσαν το 1964. 

Η «Ανοικτή Επιστολή» ήταν μια μαρξιστική ανάλυση της σύγχρονης πολωνικής κοινωνίας. Διαπίστωνε ότι, παρά την επίσημη κρατική προπαγάνδα, στην πραγματική κοινωνία υπήρχαν τεράστιες ταξικές διαφορές. Στην κορυφή βρισκόταν μια «Κομμουνιστική» κρατική γραφειοκρατία που έπαιζε ένα ρόλο αντίστοιχο με αυτόν μιας καπιταλιστικής άρχουσας τάξης και αποσπούσε υπεραξία από την εργατική τάξη, ενώ οι εργάτες δεν είχαν κανένα έλεγχο, ούτε στην παραγωγική διαδικασία, ούτε στο προϊόν της δουλειάς τους. Το 1965 φυλακίστηκαν και οι δυο τους με την κατηγορία της «προβοκάτσιας κατά του σοσιαλισμού», όμως η Ανοικτή Επιστολή τους σύντομα διέσχισε τα πολωνικά σύνορα και βρήκε ακροατήριο και στις δυο πλευρές του αποκαλούμενου «Σιδηρού Παραπετάσματος».

Ο λόγος που η Ανοικτή Επιστολή είχε τέτοια ανταπόκριση σε πολλούς αριστερούς αγωνιστές που είχαν αρχίσει να αμφισβητούν τη σταλινική ορθοδοξία σε Ανατολή και Δύση, ήταν ότι αποκαθιστούσε τη γνήσια μαρξιστική θεωρία από τους σφετεριστές της –πολύ περισσότερο, αφού ήταν και μια κριτική που ερχόταν «από τα μέσα». Από τις πρώτες παραγράφους της, ο Κουρόν κι ο Μοτζελέφσκι εκθέτουν το χάσμα ανάμεσα στο κυβερνών Κομμουνιστικό Κόμμα και την εργατική τάξη της Πολωνίας:

«Στο σύστημά μας, η κομματική ελίτ… είναι επίσης και η κρατική ελίτ. Έχει στη διάθεσή της όλα τα εθνικοποιημένα μέσα παραγωγής. Αποφασίζει το μέγεθος της συσσώρευσης και της κατανάλωσης, των επενδύσεων, της κατανομής του εθνικού εισοδήματος ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές ομάδες… Το κάνει χωρίς κανένα έλεγχο από την πλευρά της εργατικής τάξης… Οι εργάτες δεν έχουν κανένα τρόπο να επηρεάσουν τις αποφάσεις, ούτε καν τα απλά κομματικά μέλη. Αυτήν την κομματική-κρατική ελίτ εξουσίας… θα την αποκαλούμε στο εξής κεντρική πολιτική γραφειοκρατία».

Παρακάτω εξηγούν γιατί η κυρίαρχη γραφειοκρατία «είναι μια άρχουσα τάξη»:

«Έχει τον απόλυτο έλεγχο των μέσων παραγωγής. Λέγεται ότι δεν μπορεί να αποτελεί τάξη γιατί τα ατομικά εισοδήματα των μελών της ούτε καν πλησιάζουν τα ατομικά εισοδήματα των καπιταλιστών… Αυτό είναι εντελώς λάθος… Η ιδιοκτησία της γραφειοκρατίας δεν είναι ατομικής φύσης, αλλά συνθέτει τη συλλογική ιδιοκτησία μιας ελίτ που ταυτίζεται με το κράτος… Ο ταξικός της χαρακτήρας εξαρτάται μόνο από τη σχέση της –σαν ομάδα– προς τα μέσα παραγωγής». 

Σαν συνέπεια της ανάλυσής τους προβλέπουν ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες είναι αναπόφευκτη η ανάπτυξη ενός μαζικού επαναστατικού εργατικού κινήματος και επικαλούνται τα εργατικά συμβούλια που δημιούργησε η, εξεγερμένη ενάντια στα σταλινικά καθεστώτα, εργατική τάξη το 1956 στην Ουγγαρία και σε μικρότερη κλίμακα στην Πολωνία. Υποστηρίζουν ότι το δίδαγμα του 1956 είναι ότι τα εργατικά συμβούλια είναι αναγκασμένα να συγκρουστούν με το κράτος: «Η εργατική αυτοδιαχείριση δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια επιχείρηση, απαιτεί πλήρη εργατική δημοκρατία στο κράτος… Αυτό σηματοδοτεί την ανατροπή της υπάρχουσας παραγωγής και των κοινωνικών σχέσεων και, μαζί μ’ αυτά, της ταξικής κυριαρχίας της γραφειοκρατίας».

Δίδαγμα

Το άλλο δίδαγμα από την ήττα των εργατικών εξεγέρσεων του 1956 είναι η ανάγκη ύπαρξης «μιας οργανωμένης αντιπολίτευσης, ξεχωριστής από το γενικό αντισταλινικό μέτωπο, που να έχει στο κέντρο της το προλεταριακό κίνημα, να διαμορφώνει το δικό της πολιτικό πρόγραμμα, να το προπαγανδίζει με οργανωμένο τρόπο, να χτίζει ένα κόμμα».

Είναι εντυπωσιακό το πώς ο Μοτζελέφσκι και ο Κουρόν στην Πολωνία έφτασαν σε συμπεράσματα που είναι χτυπητά παρόμοια με τη θεωρία του κρατικού καπιταλισμού που διατύπωσε δεκαπέντε χρόνια πριν από αυτούς ο Τόνι Κλιφ (ο ιδρυτής της Διεθνιστικής Σοσιαλιστικής Τάσης στην οποία ανήκει το ΣΕΚ) για τη σταλινική Ρωσία. Ο Κλιφ, στο βιβλίο του «Κρατικός Καπιταλισμός στη Ρωσία», υποστηρίζει ότι η ραγδαία εκβιομηχάνιση του Στάλιν στη Ρωσία τη δεκαετία του ’30, όχι μόνο παγίωσε την προσωπική του δικτατορία, αλλά και ότι η κρατική γραφειοκρατία σαν σύνολο μετατράπηκε σε «μια ακραία και αμιγή προσωποποίηση του κεφάλαιου». Το γεγονός ότι αυτήν την ανάλυση έρχονταν να την υποστηρίξουν, ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες, δυο νεαροί κομμουνιστές διανοούμενοι που ζούσαν «από τα μέσα» την εμπειρία ενός σταλινικού καθεστώτος, ήταν μια επιβεβαίωση για τη θεωρία του κρατικού καπιταλισμού.

Στην παγκόσμια έκρηξη του 1968 η Ανοικτή Επιστολή έγινε όπλο στα χέρια των χιλιάδων αγωνιστών και αγωνιστριών που αναζητούσαν δρόμους πέρα και σε σύγκρουση με τη σταλινική παράδοση βάζοντας τα θεμέλια μιας νέας επαναστατικής αριστεράς. Δεν είναι τυχαίο πως όταν ζητήθηκε από έναν από τους ηγέτες του γαλλικού Μάη που δικαζόταν στο Παρίσι για «διατάραξη της δημόσιας τάξης» να δώσει το όνομά του, αυτός απάντησε: «Κουρόν-Μοτζελέφσκι»! Η Ανοικτή Επιστολή μεταφράστηκε σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες, ακόμα και στα ιαπωνικά (στην Ελλάδα, λόγω της δικτατορίας, κυκλοφόρησε το 1975 από τις εκδόσεις Εξάντας).

Αλληλεγγύη

Στην ίδια την Πολωνία, το «μαζικό κίνημα» που προέβλεπε η Ανοικτή Επιστολή ήρθε πολύ γρήγορα: αρχικά με φοιτητικές διαδηλώσεις και καταλήψεις το 1968, και μετά με εργατικές απεργίες που έγιναν το 1970 και ξανά το 1976.  Όταν ξέσπασε το μεγάλο απεργιακό κίνημα της Αλληλεγγύης και αγκάλιασε δέκα εκατομμύρια εργάτες σε όλη την Πολωνία τον Αύγουστο του 1980, ο Μοτζελέφσκι ήταν από τους πρωταγωνιστές. Λέγεται ότι αυτός έδωσε το όνομα Αλληλεγγύη σε εκείνο το κίνημα και σίγουρα λειτούργησε ως εκπρόσωπος τύπου στην αρχική φάση. Είχε, όμως, εγκαταλείψει τον επαναστατικό προσανατολισμό της “Ανοιχτής Επιστολής” και υιοθέτησε τη ρεφορμιστική στρατηγική της “αυτο-περιοριζόμενης επανάστασης”  Η συλλογιστική της ήταν ο συμβιβασμός με το καθεστώς για να αποφύγουν μια εισβολή από τη Ρωσία όπως είχε γίνει στην Πράγα το 1968. Αποδείχθηκε λάθος. Το 1981 φυλακίστηκε ξανά μετά το πραξικόπημα του στρατηγού Γιαρουζέλσκι. Αποφυλακίστηκε με την αμνηστία του 1984.

 Το 1989, ο στρατιωτικός νόμος που είχε επιβάλλει ο στρατηγός Γιαρουζέλσκι από το Δεκέμβρη του 1981 για να πνίξει το κίνημα της Αλληλεγγύης, κατέρρευσε κάτω από το βάρος νέων εργατικών κινητοποιήσεων. Ο διάλογος ανάμεσα στο καθεστώς και στους παλιούς εκπροσώπους της Αλληλεγγύης κατέληξε σε εκλογές και μια μεταπολίτευση που αποδείχθηκε απαρχή ευρύτερων εξελίξεων. Την Πολωνία ακολούθησε το ντόμινο της κατάρρευσης των σταλινικών καθεστώτων σε όλη την Ανατολική Ευρώπη και την ΕΣΣΔ. Όμως πλέον πρωταγωνιστές δεν ήταν οι εξεγερμένοι εργάτες αλλά “εκσυγχρονισμένοι” γραφειοκράτες που από δηλωμένοι “κομμουνιστές” μετατράπηκαν σε νεοφιλελεύθερους υποστηρικτές της “ελεύθερης αγοράς” και προχώρησαν σε πολιτικές “θεραπείας-σοκ” σε βάρος των εργατών. Ο Μοτζελέφσκι κράτησε αποστάσεις και αντιτάχθηκε στις πολιτικές της “θεραπείας-σοκ”. Έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας όπου ασχολήθηκε με ιστορικές μελέτες.