
Το “Μαύρο Γούντστοκ” στο Χάρλεμ.
Πριν από μισό αιώνα, στις 15-18 Αυγούστου του 1969, σε ένα αγρόκτημα στους λόφους Μπέθελ της Πολιτείας της Ν. Υόρκης έγινε το φεστιβάλ του Γούντστοκ. Υπολογίζεται ότι στα τέσσερα μερόνυχτα που διήρκεσε, συμμετείχαν σχεδόν μισό εκατομμύριο άνθρωποι. Από τη σκηνή του πέρασε η αφρόκρεμα της ποπ-ροκ μουσικής.
Την πρώτη μέρα του φεστιβάλ άνοιξε ο μαύρος τραγουδοποιός Ρίτσι Χέιβενς. Η ιστορική, πλέον, εκτέλεση του παραδοσιακού Motherless Child ξεσήκωσε το πλήθος με τον Χέιβενς να κραυγάζει ξανά και ξανά τη λέξη «ελευθερία». Η συντηρητική Αμερική των αρχών του ’60, στο τέλος της δεκαετίας σμπαραλιάζονταν από την εικόνα ενός μαύρου να τραγουδάει μπροστά σε χιλιάδες επαναστατημένους νέους.
Ο Τζο Μακ Ντόναλντ, από τους Country Joe and the Fish, με μια ακουστική κιθάρα ανάγκασε όλο τον κόσμο να σηκωθεί όρθιος και να τραγουδήσει μαζί του στον αντιπολεμικό «Fish Cheer like I am fixin to die»: «Εμπρός στρατηγοί, τρέξτε και κυνηγήστε τούς κόκκινους, καλός κομμουνιστής είν’ ο νεκρός κομμουνιστής, εμπρός Γουόλ Στρητ, μην καθυστερείς, ο πόλεμος είναι πάρτυ, θα βγουν καλά λεφτά από τις στρατιωτικές προμήθειες, εμπρός μητέρες και πατέρες στείλτε τους γιούς σας στο Βιετνάμ και γίνετε οι πρώτοι στη γειτονιά που θα τους παραλάβετε σε πακέτο».
Η Τζόαν Μπαέζ, που ο άντρας της βρίσκονταν στη φυλακή για άρνηση στράτευσης, χλεύασε τον τότε κυβερνήτη της Καλιφόρνια Ρ. Ρήγκαν και τραγούδησε το «Τζο Χιλ», για τον εργάτη συνδικαλιστή και τραγουδοποιό των IWW που δολοφονήθηκε το 1915 από τις αρχές. Η Janis Joplin, oι Gratefull Dead, που αργότερα θα συμμετείχαν στο κίνημα συμπαράστασης στους Μαύρους Πάνθηρες, ο Arlo Guthrie, γιός του μεγάλου αντιφασίστα τραγουδοποιού Woody Guthrie, ο Carlos Santana, εκπροσωπώντας την ισπανόφωνη Αμερική και πόσοι άλλοι ακόμη, έπαιξαν ακούραστα ακόμη και υπό βροχή -με το φεστιβάλ να κλείνει με τον Τζίμι Χέντριξ να «δολοφονεί» ξημερώματα τον αμερικάνικο εθνικό ύμνο με την ηλεκτρική του κιθάρα.
Ο συμβολισμός ήταν προφανής. Το καλοκαίρι του ’69, οι ΗΠΑ σπαράσσονταν από τις εσωτερικές συγκρούσεις, κλείνοντας τρία χρόνια συνεχούς κοινωνικής αναταραχής. Το αντιπολεμικό κίνημα βρίσκονταν σε πλήρη ανάπτυξη ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ με την πλειοψηφία των αμερικάνικων κολλεγίων και πανεπιστημίων να βρίσκονται σε συνεχή κατάληψη και το κράτος να στέλνει την εθνοφρουρά. Στα γκέτο των μεγαλουπόλεων των ΗΠΑ, στο Ντητρόιτ, το Λος Άντζελες, ξεσπάνε εξεγέρσεις των μαύρων, των ισπανόφωνων, αλλά και φτωχών λευκών, στη Νέα Υόρκη γίνεται το Stonewall.
Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό κλίμα γίνεται το Γούντστοκ ξεκινώντας όχι σαν κινηματικό γεγονός, αλλά σαν …επένδυση. «Αποφασίσαμε να δώσουμε στο φεστιβάλ τον τίτλο ‘Τρεις μέρες ειρήνης και μουσικής’, θέλοντας από τη μια να τονίσουμε τη σχέση με το κίνημα ειρήνης, αλλά ταυτόχρονα να δώσουμε το μήνυμα ότι δεν θέλαμε να ξεσπάσουν ταραχές», αναφέρει ένας από τους διοργανωτές του. Το φεστιβάλ το διοργάνωσε μια εταιρία που συγκροτήθηκε από φιλελεύθερους παραγωγούς, γόνους πλουσίων οικογενειών και επιχειρηματίες που ήθελαν να “δημιουργήσουν” -με το αζημίωτο φυσικά. Περίμεναν περίπου 50.000 κόσμο αλλά ήδη από τη δεύτερη μέρα τα πράγματα πήραν άλλη τροπή καθώς εκατοντάδες χιλιάδες νέοι που συνέρρεαν, έχοντας δημιουργήσει μια ουρά αυτοκινήτων μήκους 33 χιλιομέτρων εξαιτίας εμποδίων που έβαζε η αστυνομία, τελικά εισέβαλλαν στο χώρο. Ο κυβερνήτης της πολιτείας, αφού ταλαντεύτηκε για λίγο, αποφάσισε ότι ο όγκος του πλήθους ήταν τέτοιος που αν ξέσπαγαν επεισόδια, η κατάσταση θα έβγαινε εκτός ελέγχου και έκανε πίσω.
Το Γούντστοκ αποτέλεσε τελικά κοινωνικό γεγονός και η λέξη Γούντστοκ έγινε σχεδόν συνώνυμη του κινήματος της δεκαετίας του ‘60. Ήταν τέτοια η επιρροή του, ώστε η χούντα στην Ελλάδα το απαγόρευσε, αμέσως μετά την πρώτη προβολή της ταινίας ξυλοκοπώντας και όσους είχαν την τύχη να πάνε να το δουν στο Παλλάς. Ποιος θυμάται όμως το «Μαύρο Γούντστοκ»;
Το «Μαύρο Γούντστοκ»
Πόσοι άραγε γνωρίζουν ότι το καλοκαίρι του 1969, στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης, μια βδομάδα μετά το Stonewall και λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα από το χώρο που έγινε το Γούντστοκ, πραγματοποιήθηκε ένα φεστιβάλ με τη συμμετοχή καλλιτεχνών τεράστιου βεληνεκούς και εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων; Ένα φεστιβάλ στο οποίο συμμετείχαν η Nina Simone, o B.B. King, οι Sly & the Family Stone (που έπαιξαν και στο Γούντστοκ), οι The 5th Dimension, οι Gladys Knight and the Pips, ο Stevie Wonder, η Mahalia Jackson, o Hugh Masakela, εκπροσωπώντας πρακτικά όλα τα είδη της μαύρης μουσικής από τα blues, τα gospel και την jazz μέχρι τη soul και το funk;
«Eίσαστε έτοιμοι, μαύροι άνθρωποι; Είσαστε έτοιμοι να κάνετε αυτό που είναι απαραίτητο; Είσαστε έτοιμοι να σπάσετε άσπρα πράγματα, να κάψετε κτίρια, είστε έτοιμοι; Είστε έτοιμοι να χτίσετε μαύρα πράγματα;»
Aυτό το κάλεσμα σε εξέγερση απηύθυνε μπροστά σε 100.000 ανθρώπους η Νίνα Σιμόν κλείνοντας τη συναυλία της, στις 17/8/69 την ίδια μέρα που στο Γουντστοκ έπαιζαν ο Hendrix, η Joplin και οι Who. Ένα ποίημα γραμμένο από τον David Nelson της μαύρης κολλεκτίβας των The Last Poets πάνω στην ιστορική φράση «by any means necessary” του Malcolm X.
Το Harlem Cultural Festival έλαβε χώρα στο Χάρλεμ, στο Γκέτο των γκέτο, της Νέας Υόρκης στο Mount Morris Park (σήμερα Μarcus Garvey Park, προς τιμή του μεγάλου μαύρου επαναστάτη). Ένα τόπο σημαδεμένο από την παράδοση της εξέγερσης αλλά και έναν τόπο που άνθιζε, αποκλεισμένη, αλλά τελικά θριαμβεύτρια, δεκαετίες ολόκληρες η μαύρη μουσική.
Περιλάμβανε έξι μεγάλες συναυλίες που ξεκίνησαν τον Ιούλιο και τέλειωσαν τον Αύγουστο του 1969. Η αστυνομία της Ν. Υόρκης, παρότι η διοργάνωση της συναυλίας ανήκε στον Δήμο, αρνήθηκε να πλησιάσει την περιοχή και την περιφρούρηση ανέλαβε το κόμμα των Μαύρων Πανθήρων, που την ίδια περίοδο γίνονταν στόχος των δολοφονικών επιδρομών της αστυνομίας. Οι Μαύροι Πάνθηρες χρησιμοποίησαν το φεστιβάλ για να μαζέψουν οικονομική ενίσχυση για τα 21 μέλη τους που δικάζονταν εκείνο το διάστημα.
Οι Last Poets είχαν δημιουργηθεί ένα χρόνο πριν στο ίδιο ακριβώς πάρκο στο Χάρλεμ και μαζί με τους Watts Prophets, από το γκέτο του Λος Άντζελες ήταν οι επαναστάτες καλλιτέχνες που έβαλαν τα θεμέλια για να ανθήσει το είδος της καλλιτεχνικής έκφρασης που την δεκαετία του ’70 και του ’80 ονομαζόταν ραπ, αργότερα χιπ χοπ και σήμερα έχει κατακτήσει κάθε γωνιά του πλανήτη.
Αυτό βέβαια δεν συνέβαινε για πρώτη φορά. Aπό τη δεκαετία του ’20 ο κλασσικός πιανίστας Τζορτζ Γκέρσουιν ενέταξε τις «απαγορευμένες» blues αρμονίες στα έργα του ενώ από το ragtime θα αντλούσε ένα μέρος της επιτυχίας του το «Τιν Παν Άλευ», η πρώτη λαϊκή μουσική βιομηχανία που αρχικά με μόνα εργαλεία παρτιτούρες και συναυλίες αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ. Η μουσική βιομηχανία δίσκων και το ραδιόφωνο συνέβαλλαν ώστε τα διάφορα είδη της μαύρης μουσικής που έμεναν περιορισμένα στα μπαρ και στις γειτονιές των γκέτο να αρχίσουν να κυκλοφορούν έξω από αυτήν. Οι ριζοσπαστικοί λευκοί νέοι και νέες της εποχής που έκαναν το βήμα να πάνε στις μαύρες γειτονιές ήταν οι φορείς αυτής της εξέλιξης, όπως και το εργατικό κίνημα και η Αριστερά που από την εποχή των IWW μέχρι το ΚΚ την δεκαετία του ’30 απευθυνόταν πολιτικά και πολιτιστικά στη μαύρη εργατική τάξη.
Το σκηνικό επαναλήφθηκε ξανά. Το rock ‘n’ roll, η μουσική που ξεσήκωσε τη λευκή αμερικάνικη νεολαία στα μέσα της δεκαετίας του ’50 ήταν πρακτικά αντιγραφή μορφών των blues, όπως το boogie woogie και το jump blues που άνθιζαν στην μαύρη κοινότητα ήδη μια δεκαετία πριν. Τα μαζικά καψίματα rock n roll δίσκων και οι απαγορεύσεις δεν μπόρεσαν να σταματήσουν αυτό το κύμα που με την μεταπολεμική άνθηση της μουσικής βιομηχανίας απλώθηκε σε όλο τον πλανήτη.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, μετά το Παρίσι -που την δεκαετία του ’30 αποτέλεσε καταφύγιο για τους μεγάλους μαύρους καλλιτέχνες της τζαζ- την δεκαετία του ‘60 ήρθε η σειρά της Βρετανίας. Μια ολόκληρη γενιά μουσικών στρέφεται στην πρωτόλια δύναμη των blues του αμερικάνικου αγροτικού νότου και του βιομηχανικού βορρά. Αυτή η γενιά θα βγάλει τους Rolling Stones, τους Animals, τους Them, τους Kinks, τους Beatles, τους Who που στα μέσα της δεκαετίας του ’60 θα σαρώσουν τις ΗΠΑ στη λεγόμενη «βρετανική εισβολή».
Εκεί δίπλα στους τραγουδιστές διαμαρτυρίας της φολκ μουσικής όπως ο Bob Dylan, o Pete Seeger και η Joan Baez που συνέπαιρναν τα φοιτητικά χάπενινγκ, θα δημιουργηθούν το 1964-65 στις ΗΠΑ δεκάδες χιλιάδες ροκ μπάντες. Οι ίδιες αυτές μπάντες έφτασαν λίγα χρόνια μετά, από τα γκαράζ να παίζουν στο Γούντστοκ δίπλα στους μαύρους καλλιτέχνες που χάρασαν την ίδια περίοδο τους δικούς τους νέους μουσικούς δρόμους.
Μισό αιώνα μετά, και το Γούντστοκ και το Χάρλεμ είναι ακόμη εδώ –όχι τόσο χάριν της μουσικής βιομηχανίας που ακόμη βγάζει εκατομμύρια στις πλάτες των διάσημων και αφανών πρωταγωνιστών αυτών των γεγονότων. Είναι, και θα είναι, για όσο ακόμη θα υπάρχουν αντιθέσεις, για όσο ακόμη σε όλα τα μήκη και πλάτη εκατομμύρια στόματα θα συνεχίζουν να κραυγάζουν Ελευθερία.

