Την πρώτη βδομάδα του Μάρτη του 1944 ένα απεργιακό κύμα σάρωσε το Τορίνο και το Μιλάνο. Ήταν από τις μεγαλύτερες απεργίες που οργανώθηκαν ποτέ στην κατεχόμενη Ευρώπη, απέναντι σε έναν από τους πιο βίαιους και καταπιεστικούς κρατικούς μηχανισμούς στην ιστορία. Τις ναζιστικές αρχές κατοχής και τον στρατό τους που έλεγχαν την κεντρική και βόρεια Ιταλία σε συνεργασία με τους Ιταλούς φασίστες του Μουσολίνι.
Το σχέδιο των αντιφασιστών ήταν να οργανώσουν μια ταυτόχρονη γενική απεργία σε όλη τη βόρεια Ιταλία. Δεδομένης της κλίμακας της απαιτούμενης οργάνωσης, αυτό σήμαινε ότι το στοιχείο του αιφνιδιασμού θα χανόταν, και οι φασίστες θα ήταν σε θέση να σχεδιάσουν την απάντησή τους. Αλλά η Αντίσταση ήταν έτοιμη να αναλάβει το ρίσκο: Η επιτυχία θα σήμαινε μια περαιτέρω επίδειξη αυξανόμενης δύναμης του κινήματος.
Οι προετοιμασίες των φασιστών και των καπιταλιστών ήταν λεπτομερείς. Στα εργοστάσια ο γερμανικός στρατός ανάρτησε λίστες με ονόματα «υπόπτων ανατρεπτικών στοιχείων» που θα συλλαμβάνονταν και θα στέλνονταν για καταναγκαστική εργασία στην Γερμανία. Προφανώς αυτοί που παρείχαν τα ονόματα ήταν οι εργοδότες. Εναλλακτικά, οι Γερμανοί απειλούσαν ότι ένας συγκεκριμένος αριθμός απεργών θα συλλαμβάνονταν, με τα ονόματα να επιλέγονται τυχαία.
Όταν οι προγραμματισμένες απεργίες επρόκειτο να ξεκινήσουν την 1η του Μάρτη οι φασιστικές αρχές διέταξαν πολλά εργοστάσια να κλείσουν για «διακοπές». Παρόλα αυτά την πρώτη μέρα της απεργίας στο Τορίνο υπολογίζεται ότι οι απεργοί έφτασαν τις 60.000, ενώ την επόμενη μέρα έφτασαν τις 70.000. Τα συγκεκριμένα αιτήματα ήταν η αύξηση στα δελτία τροφίμων και ο τερματισμός των εκτοπίσεων, των συλλήψεων και της βίας. Η απεργία διήρκεσε μια εβδομάδα. Τα αφεντικά κήρυξαν λοκάουτ σε πολλά εργοστάσια ενώ 150 εργάτες συνελήφθησαν για να σταλούν στην Γερμανία. Λίγο έξω από την πόλη, αντάρτικες μονάδες που κατέβηκαν από το βουνό ανατίναξαν γραμμές του προαστιακού και αλλού ανατίναξαν πυλώνες μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος.
Στο Μιλάνο η απεργία ήταν ίσως πιο γενικευμένη. Συμμετείχαν οι οδηγοί του τραμ κάτι που έκανε την απεργία «ορατή» (και με επιπτώσεις) στους πάντες. Ομάδες των GAP (αντάρτες πόλης) ανατίναξαν μια μεγάλη σιδηροδρομική γραμμή. Οι φοιτητές/τριες πήραν σηκωτούς φασίστες καθηγητές και τους πέταξαν έξω από το πανεπιστήμιο. Πολλοί υπάλληλοι γραφείου σε εταιρείες όπως η Edison και η Montecatini απεργούσαν. Οι τυπογράφοι της μεγαλύτερης εφημερίδας της χώρας, της Corriere della Sera, εμπόδισαν την έκδοσή της για τρεις ημέρες. Αυτό ήταν ίσως το πιο χαρακτηριστικό γεγονός, μιας και πριν την εποχή της τηλεόρασης η εφημερίδα ήταν το βασικό μέσο ενημέρωσης.
Οι Γερμανοί άρχισαν να απειλούν με μαζικές εκτοπίσεις και διέταξαν το κλείσιμο πολλών εργοστασίων. Οι απεργοί αψήφησαν τις απειλές και απάντησαν ότι οι ίδιοι θα αποφασίσουν πότε θα επιστρέψουν στη δουλειά. Η ημερομηνία που αποφασίστηκε ήταν η ίδια με εκείνη του Τορίνο.
Κανόνια
Η απεργία του Μάρτη ήρθε σαν συνέχεια μεγάλων απεργιακών μαχών τον Νοέμβρη και τον Δεκέμβρη του 1943. Οι εργάτες στο Τορίνο και το Μιλάνο άντεξαν για μέρες παρόλο που ο γερμανικός έφτασε να τοποθετεί κανόνια έξω από πύλες εργοστασίων. Στη Γένοβα η «απεργία του ελαιόλαδου» -το βασικό αίτημα των απεργών- πήγε πιο μακριά: οι απεργοί βγήκαν από τα εργοστάσια και διαδήλωσαν στους δρόμους με χιλιάδες συμπαραστάτες. Οι φασίστες δολοφόνησαν 3 διαδηλωτές και η απεργία διαμαρτυρίας που κηρύχτηκε έκλεισε ακόμα και τα σινεμά και τα καφενεία.
Όλα είχαν ξεκινήσει στις 5 Μάρτη του 1943. Ένα πρωτόγνωρο γεγονός, η απεργία στη Fiat Mirafiori στο Τορίνο πυροδότησε μια αλυσίδα απεργιών σε όλο το βορρά και σημάδεψε την αρχή του τέλους του φασιστικού καθεστώτος του Μουσολίνι (και του ίδιου). Ο ίδιος ο Χίτλερ σχολίασε «σε αυτές τις περιπτώσεις όσοι δείχνουν αδυναμία, χάνονται». Τέσσερις μήνες μετά ο βασιλιάς Βίκκτωρ-Εμμανουήλ και οι στρατηγοί του θα ανέτρεπαν τον Μουσολίνι σε συνεργασία με άλλους φασίστες.
Στις αρχές του 1944 ο βρετανικός και αμερικάνικος στρατός ήταν βαλτωμένοι σε θέσεις νότια της Ρώμης. Στην κεντρική και βόρεια Ιταλία οι Γερμανοί ναζί είχαν εγκαταστήσει τον Μουσολίνι επικεφαλής της «Κοινωνικής Δημοκρατίας». Στο Νότο λειτουργούσε, με την έγκριση των Συμμάχων, η κυβέρνηση του βασιλιά με πρωθυπουργό τον στρατάρχη Μπαντόλιο.
Ο βασιλιάς είχε διορίσει πρωθυπουργό τον Μουσολίνι τον Οκτώβρη του 1922. Αυτός και όλη η άρχουσα τάξη θέλανε να χρησιμοποιήσουν τους φασίστες για να συντρίψουν το εργατικό κίνημα που τόσο τους είχε τρομάξει στη διάρκεια της Κόκκινης Διετίας του 1919-20. Ο Μπαντόλιο ήταν ο αγαπημένος στρατηγός του Μουσολίνι που είχε πνίξει στο αίμα την Αιθιοπία το 1935. Τον Σεπτέμβρη του ’43 ο βασιλιάς και ο Μπαντόλιο υπέγραψαν την συνθηκολόγηση με τους Συμμάχους, εγκατέλειψαν στα γρήγορα τη Ρώμη στα χέρια των Γερμανών και πήγαν στο Μπάρι.
Σύμβολα
Άλλαξαν στρατόπεδο με έναν σκοπό: να διατηρήσουν τη «συνέχεια του κράτους» που είχε χτίσει ο φασισμός χωρίς τα φασιστικά σύμβολα. Όπως έλεγε και ένας χαρακτήρας στο μυθιστόρημα του ντι Λαμπεντούζα “Ο Γατόπαρδος” που διαδραματίζεται στην Ιταλία των μέσων του 19ου αιώνα: «Τα πράγματα πρέπει ν’ αλλάξουν για να μείνουν τα ίδια». (ο Λουκίνο Βισκόντι μετέφερε στη μεγάλη οθόνη το μυθιστόρημα το 1963).
Εν τω μεταξύ η Αντίσταση δυνάμωνε στην κατεχόμενη Ιταλία, στις πόλεις και τα βουνά. Και τα κόμματα που συναποτελούσαν την Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (CLN) διεκδικούσαν να παραιτηθεί ο βασιλιάς και η κυβέρνηση του Μπαντόλιο και να συγκροτηθεί μια γνήσια δημοκρατική αντιφασιστική κυβέρνηση.
Σε αυτές τις συνθήκες, στις 27 Μάρτη αποβιβάστηκε στο Μπάρι ο γραμματέας του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Παλμίρο Τολιάτι. Τρεις μέρες μετά, σε μια συνεδρίαση της Κ.Ε του κόμματος στο Σαλέρνο εξήγησε σε ένα εμβρόντητο ακροατήριο ότι το κόμμα έπαυε να θέτει πολιτειακό ζήτημα και θα έμπαινε στην κυβέρνηση Μπαντόλιο.
Δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Το ΙΚΚ διακήρυττε από καιρό ότι αυτό που προέχει είναι η «πατριωτική εθνική ενότητα» με μοναδικό εχθρό τη γερμανική κατοχή. Όλα τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα θα λυνόταν μετά τον πόλεμο, όταν οι εκλογές θα άνοιγαν το δρόμο για την «προοδευτική δημοκρατία». Οι ρίζες αυτής της στρατηγικής πήγαιναν στη δεκαετία του ’30 και τα Λαϊκά Μέτωπα. Όμως, όταν οι γενικόλογες διακηρύξεις περί «αντιφασιστικής ενότητας» με τους αστούς έφτασαν να γίνονται πράξη, το κόμμα δεν εγκατέλειπε «μόνο» την σοσιαλιστική επανάσταση, αλλά και βασικά δημοκρατικά αιτήματα.
Υπήρχε κι ένας επιπλέον λόγος γι’ αυτό. Στις 14 Μάρτη, στον απόηχο των απεργιών, η Ρωσία αναγνώριζε επίσημα την κυβέρνηση Μπαντόλιο. Και δυο βδομάδες πριν, στις 3 Μάρτη ο Τολιάτι που ετοιμαζόταν να αναχωρήσει από τη Μόσχα, συναντούσε τον Στάλιν. Στη συνάντηση ο Στάλιν «εξήγησε» στον Τολιάτι ότι το κόμμα πρέπει να μπει στην κυβέρνηση Μπαντόλιο γιατί διαφορετικά οι Βρετανοί θα την έλεγχαν πλήρως κι αυτό δεν συνέφερε το διπλωματικό παιχνίδι της Ρωσίας. Το ότι ο Μπαντόλιο ήταν ένας φασίστας δεν προβλημάτιζε ιδιαίτερα τον Στάλιν.
Η «στροφή του Σαλέρνο» (svolta di Salerno) ήταν το ανάλογο της Συμφωνίας του Λιβάνου που θα υπέγραφε λίγους μήνες μετά η ηγεσία του κινήματος στην Ελλάδα. Προκάλεσε ένα κύμα αντιδράσεων και στην Ιταλία όπως ο «Λίβανος» εδώ. Αριστερά κόμματα όπως το Σοσιαλιστικό και το Κόμμα της Δράσης αρνήθηκαν αρχικά να ακολουθήσουν. Αλλά το ΙΚΚ ήταν η μεγαλύτερη δύναμη στην Αντίσταση και κανείς δεν είχε μια σαφή εναλλακτική. Και τον ιταλικό «Λίβανο» ακολούθησε τον Δεκέμβρη η ιταλική «Καζέρτα» και «Βάρκιζα». Ο «άνεμος του Βορρά» που είχαν απλώσει σ’ όλη την Ιταλία οι απεργίες του 1943-44 δεν σταμάτησε να φυσά. Η Απελευθέρωση στη βόρεια Ιταλία ήρθε τον Απρίλη του 1945 με γενικές απεργίες και εξεγέρσεις σε όλες τις μεγάλες πόλεις.

