Οι τραγωδίες του κοινοβουλευτικού δρόμου. Από τον Λεόν Μπλουμ... στον Πετέν

Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνουν αντίστοιχα πράγματα στην ιστορία. Η πιο ακραία περίπτωση είναι αυτή του γαλλικού Κοινοβουλίου που εκλέχθηκε το 1936. Εκείνο το Κοινοβούλιο που εκλέχθηκε πανηγυρικά με κύριο σύνθημα την πάλη ενάντια στην άνοδο των φασιστών, ήταν το ίδιο Κοινοβούλιο που το 1940 παρέδωσε την εξουσία στον στρατάρχη Πετέν, υπερψήφισε την κατάργηση της δημοκρατίας ιδρύοντας το λεγόμενο “καθεστώς του Βισί” και υποδέχθηκε τους ναζί στη Γαλλία.

Η εμπειρία της κατάρρευσης της 3ης γαλλικής δημοκρατίας το 1940 είναι τεράστιο μάθημα για σήμερα. Αν η μεγαλύτερη εκλογική επιτυχία στην ιστορία της ευρωπαϊκής Αριστεράς έφτασε να δώσει αναίμακτα την εξουσία στους φασίστες, τότε κανένα κοινοβούλιο, κανένα εκλογικό αποτέλεσμα, κανένα από τα αστικά κόμματα δεν αποτελεί πραγματικό φραγμό απέναντι στις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης. Όχι μόνο δεν αποτελούν λύση απέναντι στους φασίστες, αντίθετα τους ανοίγουν το δρόμο αφού διαιωνίζουν και βαθαίνουν τη φτώχεια, τη διάλυση και την αβεβαιότητα που θρέφουν τους φασίστες.

Οι εκλογές του 1936 ήταν ένας πραγματικός θρίαμβος για την Αριστερά. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα (SFIO) για πρώτη φορά στην ιστορία γινόταν το κόμμα με τη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική ομάδα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα αύξησε τις ψήφους του από 800 χιλιάδες σε 1,5 εκατομύριο. Από τους 10 βουλευτές εκτινάχθηκε στους 72 και του αντιστοιχούσαν πολλοί παραπάνω αλλά τους χάρισε στα αδελφά κόμματα του “Λαϊκού Μετώπου” όπως είχε συμφωνηθεί προεκλογικά. Το Λαϊκό Μέτωπο -μια συμμαχία των κομμάτων της Αριστεράς με το κεντρώο Ριζοσπαστικό Κόμμα- πήρε συνολικά πάνω από 57%.

Το Λαϊκό Κόμμα είχε κάνει τα πρώτα του βήματα το 1934 μέσα σε έκτακτες συνθήκες και σε πλήρη αντίθεση με ό,τι έλεγαν τα κόμματα μέχρι εκείνη τη στιγμή. Στις 6 Φλεβάρη του '34, οι φασιστικές συμμορίες που στηνόντουσαν στη Γαλλία για χρόνια με κέντρο κάποιους βετεράνους του Α' Παγκοσμίου Πολέμου διαδήλωσαν κατά της κυβέρνησης Νταλαντιέ, την οποία θεωρούσαν υπερβολικά αριστερή. Μετά τις διαδηλώσεις δημιούργησαν επεισόδια προσπαθώντας να εισβάλουν στο Κοινοβούλιο και να τρομοκρατήσουν. Έπεσαν 15 νεκροί και οι τραυματίες ήταν χιλιάδες. Ο Νταλαντιέ παρότι πήρε άνετη ψήφο εμπιστοσύνης, παραιτήθηκε τρεις μέρες μετά τις φασιστικές προκλήσεις, δηλώνοντας αδυναμία να ελέγξει την κατάσταση. Ανέλαβε μια δεξιά κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Γκαστόν Ντουμέργκ, και ανάμεσα σε άλλους τον Στρατάρχη Πετέν να αναλαμβάνει το Υπουργείο Πολέμου. Οι φασίστες ένιωθαν δικαιωμένοι, έχοντας καταφέρει να στρέψουν το σκηνικό δεξιά. Τα αντιφασιστικά αντανακλαστικά χτύπησαν κόκκινο. Ο Χίτλερ είχε μόλις ένα χρόνο στην εξουσία ενώ στην Αυστρία την Πρωτομαγιά της ίδιας χρονιάς κηρυσσόταν μονοκομματική δικτατορία. Όλοι αναζητούσαν τρόπο να μην υπάρξει επανάληψη της γερμανικής τραγωδίας. Τα συνδικάτα μπήκαν μπροστά για να απαντήσουν αντιφασιστικά με διαδηλώσεις και απεργίες. Η Αριστερά, το Σοσιαλιστικό και το Κομμουνιστικό Κόμμα, που μέχρι τότε κρατούσαν τις πιο άγριες κριτικές το ένα για το άλλο, αναγκάστηκαν να κάνουν βήματα συντονισμού. Στις 12 Φλεβάρη, η γενική απεργία έσπασε τις διαχωριστικές γραμμές, οι ξεχωριστές διαδηλώσεις συναντήθηκαν, με τους εργάτες να πανηγυρίζουν την ενότητα.

Το ΓΚΚ το επόμενο διάστημα, για λόγους που είχαν να κάνουν και με τις στροφές και τις ανάγκες της Κομιντέρν στη Μόσχα, άλλαξε 180 μοίρες την άποψη που έλεγε πως οι Σοσιαλιστές είναι παρόμοιοι με φασίστες. Μέχρι το '34 η πάλη ενάντια στον φασισμό, σύμφωνα με το ΓΚΚ, δεν είχε κανένα νόημα, γιατί ο εχθρός ήταν συνολικά ο καπιταλισμός. Πλέον η προοπτική ήταν για μια κυβέρνηση όλων των αντιφασιστικών δυνάμεων, ακόμα και των Ριζοσπαστών, ενός κόμματος της αστικής τάξης. Η εκλογική δικαίωση αυτής της γραμμής ήρθε το Μάη του '36 με τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου. Στο μεταξύ το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε αυξήσει και τις οργανωμένες του δυνάμεις. Από το '31 ως το '35 είχε τριπλασιάσει τα μέλη του. Η Κομμουνιστική Νεολαία από 3.500 το 1933, έφτασε τις 100 χιλιάδες μέλη το Δεκέμβρη του 1936. Αντίστοιχα είχαν μαζικοποιηθεί τα συνδικάτα, ανεξάρτητα από την κομματική τους ταυτότητα.

Ανάμεσα στις εκλογές και στο σχηματισμό της κυβέρνησης του Λεόν Μπλουμ, του ηγέτη των Σοσιαλιστών, μεσολάβησε διάστημα ενός μήνα. Αυτό το κενό το κάλυψε η έκρηξη των απεργιών. Τα εκλογικά αποτελέσματα στο μυαλό της εργατικής τάξης είχαν μεταφραστεί σε δυνατότητα για δράση και αισιοδοξία για τους αγώνες. Από τις 11 Μάη ξεκίνησαν απεργίες σε εργοστάσια για αυξήσεις και καλύτερα ωράρια. Το όπλο της κατάληψης έκανε κι αυτό γρήγορα την εμφάνισή του. Όμως χρειάζεται να φτάσει 24 του Μάη ώστε η εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος να αναφερθεί σε αυτές τις μάχες. Στο μεταξύ οι υποσχέσεις με τις οποίες το Λαϊκό Μέτωπο είχε κερδίσει τις εκλογές μετατρέπονταν σε λίστα αιτημάτων για καινούργιες απεργίες και καταλήψεις. Στο εργοστάσιο Οτσκίς οι εργάτες αντιδρούν σε απολύσεις με κατάληψη και τελικά αποχωρούν τραγουδώντας τη Διεθνή μόνο αφού είχαν κερδίσει αυξήσεις και όλα τους τα αιτήματα ακόμα και υπόσχεση για πληρωμένες διακοπές το καλοκαίρι. Στις 28 Μάη δίπλα στα μικρά εργοστάσια έριξαν το βάρος τους 35 χιλιάδες εργάτες της Ρενό. Την επόμενη μέρα τα πάντα είναι κατειλημμένα, από τις αυτοκινητοβιομηχανίες ως τις οικοδομές.

Όλο αυτό το κύμα ήταν τελείως αναπάντεχο. Κανείς δεν το είχε προγραμματίσει. Κανείς δεν είχε προβλέψει να έρχεται. Έτσι, η κυβέρνηση Μπλουμ που ανέλαβε στις 4 του Ιούνη βρισκόταν στη μέση δύο παραδόξων. Από τη μια μεριά είχε να αντιμετωπίσει μια απεργιακή έκρηξη από τον κόσμο που την είχε ψηφίσει. Από την άλλη, η αστική τάξη που μέχρι τότε αντιμετώπιζε το Λαϊκό Μέτωπο σαν μπαμπούλα, πλέον στήριζε όλες τις ελπίδες της για να σταματήσουν οι άγριες απεργίες σε αυτήν ακριβώς την κυβέρνηση. Οι “συμφωνίες της Ματινιόν” που υπογράφηκαν τρεις μέρες μετά την ανάληψη της κυβέρνησης προσπάθησαν να ηρεμήσουν τα πνεύματα, κάνοντας μεγάλες παραχωρήσεις στους εργάτες. Αναγνωρίστηκαν τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, η συλλογική διαπραγμάτευση, δόθηκαν αυξήσεις 15% τους χαμηλόμισθούς και 7% στους υψηλόμισθους. Τα αφεντικά ήταν διατεθειμένα να δώσουν τόσα κι ακόμα περισσότερα, γνωρίζοντας πως οι καταλήψεις και οι απεργίες είχαν τη δύναμη όχι απλά να κερδίσουν αυξήσεις, αλλά να μετατραπούν σε επανάσταση.

Εκτός από τα αφεντικά, πανηγύριζε και η Αριστερά. Καλώντας την ίδια ώρα τους εργάτες να γυρίσουν ήσυχα στη δουλειά. Στις 12 του Ιούνη, η εφημερίδα του ΓΚΚ μετέφερε την ομιλία του γραμματέα του κόμματος, Μορίς Τορέζ: “Όσον αφορά στους μισθούς, η ρύθμιση των αδικιών στα χαμηλά κλιμάκια θα επιτρέψει την επιστροφή στη δουλειά μετά την υπογραφή των συμβάσεων. Ο Μορίς Τορέζ μας υπενθυμίζει ότι πρέπει να ξέρουμε πώς να σταματάμε μια απεργία αμέσως μόλις τα κρίσιμα αιτήματα ικανοποιηθούν. Πρέπει να ξέρουμε να συμφωνούμε στους συμβιβασμούς για να μη χάνουμε δυνάμεις, και ακόμη σημαντικότερο, για να μην διευκολύνουμε τις αντιδραστικές εκστρατείες φόβου και πανικού. Η εργατική τάξη έχοντας επιβάλει μισθολογικές αυξήσεις και συνδικαλιστικά δικαιώματα, πρέπει να διαφυλάξει την ενότητά της με τους εργαζόμενους των μεσαίων τάξεων, ιδιαίτερα με τους αγρότες, προσέχοντας να μην διαχωριστεί από αυτούς κινούμενη με υπερβολικά γρήγορο μισθό.

Ο Τορέζ μάς θυμίζει ότι “δεν είναι όλα εφικτά” και πως η καθοδηγητική φράση του κόμματος παραμένει: “Όλα για το Λαϊκό Μέτωπο! Όλα μέσω του Λαϊκού Μετώπου”.

Όσο και να ήθελε ο Τορέζ να διδάξει πώς να κλείνουν οι απεργίες, το κύμα συνεχίστηκε ολόκληρο τον Ιούνη. Η Δεξιά και τα αφεντικά, έχοντας πλέον την εγγύηση της κοινοβουλευτικής Αριστεράς, άρχισαν να ανακαλύπτουν “τροτσκιστικό” δάκτυλο πίσω από κάθε απεργία και κατάληψη που δεν έκλεινε. Οι μικρές ομάδες των τροτσκιστών, στην πραγματικότητα είχαν μικρή επιρροή πάνω στις απεργίες, παρόλο που στήριζαν ολόψυχα το άπλωμά τους, προειδοποιώντας ενάντια στην εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση. Είδαν όμως τις εφημερίδες τους να κατάσχονται από τον Υπουργό Εσωτερικών.

Ο συγκεκριμένος Υπουργός, ο Σαλενγκρό, τον Ιούλη απειλούσε τους εργάτες από το βήμα της Γερουσίας: “αν αύριο υπάρξουν οποιεσδήποτε καταλήψεις καταστημάτων, γραφείων, εργοταξίων, εργοστασίων ή χωραφιών, η κυβέρνηση θα πάρει όλα τα αναγκαία μέτρα για να τις σταματήσει... Αν όλες αυτές οι προσπάθειες αποτύχουν, η κυβέρνηση θα ακολουθήσει διαφορετικά μέσα. Δηλαδή θα σταλεί η χωροφυλακή, αφού προηγουμένως θα έχουν αφοπλιστεί”. Για να γίνει κατανοητό ότι η Αριστερά βρισκόταν πίσω από τις απειλές του υπουργού, στις 10 Ιούλη οι κοινοβουλευτικές ομάδες του ΓΚΚ και του ΣΚ ανακοίνωναν: “Εκφράζουμε την πλήρη εμπιστοσύνη μας στον Υπουργό Εσωτερικών και κάνουμε έκκληση στην εργατική τάξη να μην αναγκάσει την κυβέρνηση να καταφύγει στη βία αφού εξαντλήσει όλες τις προσπάθειες συμφιλίωσης”.

Οι συμφωνίες της Ματινιόν αποδείχθηκαν μόνο η πρώτη από τις προδοσίες της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου. Πολύ γρήγορα προκύπτει το μεγάλο δίλημμα τι θα γίνει με την Ισπανία. Ο στρατηγός Φράνκο κάνει πραξικόπημα τον Ιούλη του '36 για να ανατρέψει μια κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου, αντίστοιχη με της Γαλλίας. Οι δημοκρατικές δυνάμεις ζητάνε όπλα. Ο Λεόν Μπλουμ δηλώνει ότι είναι πρόθυμος να τα προσφέρει. Το Ριζοσπαστικό Κόμμα όμως βάζει βέτο και έτσι η κυβέρνηση υπογράφει απόφαση μη-επέμβασης. Μη-επέμβαση σήμαινε ελεύθερο χώρο στον ισπανικό φασισμό να τσακίσει την επανάσταση. Το ΚΚ διαφώνησε ανοιχτά με αυτή την προδοσία, όμως δεν είχε να προσφέρει καμιά εναλλακτική λύση παρά την παραμονή της ίδιας κυβέρνησης. Η ισπανική επανάσταση ξεπουλήθηκε στο όνομα της άποψης που έλεγε πως οι συνθήκες στη Γαλλία δεν ήταν ακόμα ώριμες για επανάσταση.

Στο ζήτημα των αποικιών τα πράγματα εξελίχθηκαν εξίσου αισχρά. Το πρόγραμμα της Αριστεράς τυπικά περιείχε την απελευθέρωση των αποικιών. Οι απεργίες του Ιούνη και του Ιούλη είχαν απλωθεί στη Βόρεια Αφρική, με τους Αλγερίνους και Μαροκινούς εργάτες των ορυχείων να βρίσκονται στην πρωτοπορία. Όμως, το Λαϊκό Μέτωπο ήταν τυλιγμένο με την τρίχρωμη γαλλική σημαία και δεν δεχόταν συζήτηση για απώλεια “εθνικών” εδαφών.

Εξάλλου και το ΓΚΚ ντυνόταν στη γαλλική σημαία όλο και περισσότερο. Στη θέση της εργατικής τάξης, πλέον έμπαινε ο “λαός”, το “έθνος”, οι “Γάλλοι”. Το επιχείρημα περί λαού, όπως είδαμε, είχε χρησιμοποιηθεί για να σταματήσουν οι απεργίες του Ιούνη. Οι εργάτες έπρεπε να προσαρμόσουν την ορμητικότητά τους στους αγρότες και τους μικροαστούς. Την κατεύθυση τη διαβλέπει κανείς ήδη πριν την άνοδο του Λαϊκού Μετώπου στην Εξουσία. Τον Οκτώβρη του '35, για παράδειγμα, ο Τορέζ μοιρολογούσε στο Συνέδριο του Κόμματος για μια αθλητική ήττα της εθνικής Γαλλίας: “η ομάδα μας ηττήθηκε άσχημα. Πολλοί Γάλλοι στεναχωρήθηκαν και οι Γάλλοι Κομμουνιστές μοιράζονται τα αισθήματά τους. Οι Μπολσεβίκοι της Γαλλίας που αγαπούν την πατρίδα τους και τις υψηλές της παραδόσεις πρέπει να καταλαβαίνουν αυτά τα μαθήματα. Πάντα να κάνεις το καλύτερο για το λαό σου, για την εθνική ενότητα της Γαλλίας”. Το Νοέμβρη η εφημερίδα του ΓΚΚ τη μέρα της εθνικής παρέλασης έγραφε: “Ο λαός του Παρισιού φώναξε: Ζήτω ο Δημοκρατικός Στρατός. Καμιά άλλη επέτειος δεν είδε τόση συγκίνηση και τόσο συναίσθημα”.

Τι συνέβαινε όλο αυτό το διάστημα που η Αριστερά τύφλωνε την εργατική τάξη με μαθήματα πατριωτισμού και συμβιβασμών; Όλος ο μηχανισμός της αστυνομίας, του στρατού και του κράτους που είχε θρέψει τις φασιστικές συμμορίες και είχε συνεργαστεί μαζί τους το '34 παρέμενε στη θέση του. Ο Μπλουμ είχε καταφέρει να συγκατοικεί με τους καραβανάδες, δίνοντας όλο και μεγαλύτερα κονδύλια για το στρατό, μιας και ο “κοινός” στόχος ήταν η οργάνωση της άμυνας απέναντι στη φασιστική Γερμανία.

Η κρίση εν τω μεταξύ βάθαινε και τα αφεντικά έβρισκαν τρόπους να πάρουν πίσω όλα όσα είχαν χάσει το '36. Αρχικά εκτοξεύοντας τον πληθωρισμό, με απότομες αυξήσεις στις τιμές. Στη συνέχεια ακολούθησαν μαζικές έξοδοι κεφαλαίου προς το εξωτερικό που αναστάτωναν τον προϋπολογισμό και εκβίαζαν την κυβέρνηση, η οποία μετέφερε τον εκβιασμό προς τα κάτω. Η μόνη εναλλακτική λύση θα ήταν να πάρει η εργατική τάξη τον έλεγχο των τραπεζών και των κεφαλαίων, να επιβάλουν τον έλεγχό τους πάνω στην παραγωγή και τη διανομή των αγαθών. Όμως, αυτό ήταν πέρα από τα όριο του καπιταλισμού. Η κυβέρνηση Μπλουμ δεν άντεξε αυτές τις πιέσεις. Είχε αντέξει τις πιέσεις των εργατών, αλλά δεν άντεξε στους τραπεζίετς. Το κοινοβούλιο δίνει εντολή στον Νταλαντιέ, και ο Πολ Ρεϊνό, Υπουργός Οικονομικών έλεγε πλέον καθαρά και ξάστερα στα τέλη του '38, ότι ούτε το πενθήμερο δεν μπορεί να γίνεται ανεκτό: “Ζούμε στο καπιταλιστικό σύστημα. Και πρέπει να υπακούμε στους νόμους του. Αυτοί είναι οι νόμοι του κέρδους, του ατομικού ρίσκου, της ελεύθερης αγοράς, του κίνητρου του ανταγωνισμού. Νομίζετε ότι στη σημερινή Ευρώπη, η Γαλλία μπορεί να συνεχίσει όπως μέχρι τώρα, να δίνει 25 δισ. φράγκα για όπλα, και να ξεκουράζεται δύο μέρες από τις εφτά;”

Αυτή η ομιλία έγινε πράξη. Η βδομάδα γύρισε στις έξι μέρες, χτυπήθηκαν οι πληρωμένες διακοπές ενώ σχηματίστηκε ένα σώμα 1500 χωροφυλάκων ειδικά για τις καταλήψεις. Το Κομμουνιστικό Κόμμα προσπάθησε να οργανώσει την άμυνα των εργατών. Όμως η επίθεση ήταν ολομέτωπη, και το εργατικό κίνημα είχε ήδη δύο χρόνια πίσω του γεμάτα προσπάθειες που συναντούσαν το απαγορευτικό καπάκι της Αριστεράς. Η αστυνομία έκανε εισβολές σε εργοστάσια, έκανε εκατοντάδες συλλήψεις, έστειλε εκατοντάδες στα νοσοκομεία, την ώρα που τα αφεντικά προχωρούσε σε απολύσεις εκατοντάδων χιλιάδων. Η εργατική τάξη αντιμετώπιζε τα χτυπήματα μέσα σε βαθιά σύγχυση. Το Κοινοβούλιο του “Λαϊκού Μετώπου” μόλις πριν από δύο χρόνια ήταν το “δικό της” κοινοβούλιο. Το Κοινοβούλιο που είχε διορίσει τον Μπλουμ ως πρώτο Εβραίο πρωθυπουργό στην ιστορία της χώρας, τώρα έδινε το χώρο στις αντισημιτικές συμμορίες να ξαναβγούν στο δρόμο και να δολοφονούν αντιφασίστες.

Οι “πατριώτες” αυτοί θα δουν το στρατό του Χίτλερ να κάνει περίπατο μέχρι το Παρίσι. Με τον Ρεϊνό να έχει γίνε πλέον πρωθυπουργός, το κοινοβούλιο ψηφίζει να παραδοθούν όλες οι εξουσίες στο στρατάρχη Πετέν, ο οποίος βάζει στην κυβέρνηση ανοιχτούς ναζιστές. Συμφωνεί στη διάσπαση της Γαλλίας με το Βορρά να περνάει σε γερμανική κατοχή και το νότο να μετατρέπεται σε “Γαλλία” μαριονέτα του Χίτλερ.

Το Λαϊκό Μέτωπο είχε κάνει τα πρώτα του βήματα σε μια απεργία το '34 υπεράσπισης του Νταλαντιέ απέναντι στους φασίστες. Διαλύθηκε το '38 με μια απεργία ενάντια στον Νταλαντιέ, ο οποίος τελικά άνοιξε το δρόμο για τους φασίστες και για τη γερμανική κατοχή.

Η εργατική τάξη είχε όλες τις δυνατότητες το '36 να μην αφήσει τίποτα όρθιο από το γαλλικό καπιταλισμό. Να σαρώσει τις φασιστικές συμμορίες, τους καπιταλιστές και τους τραπεζίτες. Να πάρει στον έλεγχο τις τράπεζες, τα εργοστάσια, τα ορυχεία και τα καταστήματα, να επιβάλει εργατικό έλεγχο και να καταφέρει να κινητοποιήσει υπό την ηγεσία της όλους τους φτωχούς και καταπιεσμένους. Η Αριστερά αντί να βλέπει τη δύναμη στα εργοστάσια έψαχνε στο Κοινοβούλιο και κατάφερε να αφήσει την ευκαιρία να πάει χαμένη.

Στην έντυπη μορφή της Εργατικής Αλληλεγγύης το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε σε πιο σύντομη μορφή