Nαι, μπορούμε!

Η απάντηση είναι ξεκάθαρα: Ναι μπορούμε!

Πρώτα απ’ όλα γιατί το αντίπαλο στρατόπεδο βρίσκεται στη χειρότερη κατάσταση κρίσης αυτή τη στιγμή. Όλες οι προσπάθειες τους να περιορίσουν το πρόβλημα στην Ελλάδα έχουν αποτύχει και η κρίση χτυπάει πια τον σκληρό πυρήνα του ευρώ. Όλο το οικοδόμημα της ΕΕ και της Ευρωζώνης συγκλονίζεται.

Σαν αποτέλεσμα, ακόμα και οι πιο αντιδραστικοί σχολιαστές, τύπου Πρετεντέρη, αναγκάζονται να ομολογούν ότι κατάρρευσαν οι «θεωρίες» που χρέωναν την κρίση στους «τεμπέληδες του Νότου».

Για τους απανταχού διαχειριστές και απολογητές του καπιταλισμού η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και πολιτική και ιδεολογική. Έχουν απονομιμοποιηθεί τελείως όλες οι πολιτικές και οι προπαγάνδες που έλεγαν ότι φταίνε οι εργάτες με τη «χαμηλή ανταγωνιστικότητά» τους και την «υπερκατανάλωσή» τους, με τους «μεγάλους» μισθούς και συντάξεις που τις παίρνουν σε «χαμηλές» ηλικίες.

Όλα αυτά τα παραμύθια ξεσκεπάζονται πανηγυρικά τη στιγμή που η κρίση ακουμπάει τη Γαλλία και την ίδια τη Γερμανία. Φταίει το σύστημα, όχι οι εργάτες.

Αυτή η διαπίστωση ανοίγει το δρόμο για να βάλουμε στο τραπέζι τις εργατικές απαντήσεις στην κρίση. Είναι η ώρα για την Αριστερά να πει: Τώρα χρειάζεται επιτήρηση από τους εργάτες και όχι από τους αποτυχημένους της ΕΕ και της ΕΚΤ.

Τι σημαίνει αυτό;

Το πρώτο και πιο επείγον βήμα είναι η απαγόρευση των απολύσεων. Κανένας εργάτης δεν φταίει για το χάλι της οικονομίας, κανένας δεν πρέπει να χάσει τη δουλειά του, οι «εφεδρείες» και οι απολύσεις τιμωρούν τους λάθος ανθρώπους και διαιωνίζουν το πρόβλημα.

Δεύτερο επιτακτικό βήμα είναι να γυρίσουν πίσω όλα όσα μας λεηλάτησαν με τα αποτυχημένα Μνημόνια: τα «δώρα» του Πάσχα και των Χριστουγέννων, οι περικοπές στους μισθούς και στις συντάξεις, οι δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί που ξεπουλήθηκαν, οι θέσεις εργασίας που έχασαν χιλιάδες απολυμένοι. Τώρα που η αποτυχία των Μνημόνιων είναι ομολογία ακόμη και των διάφορων Σόιμπλε, η αντιστροφή όλων αυτών των θυσιών είναι ελάχιστο βήμα δικαιοσύνης και λογικής.

Μα πού θα βρεθούν τα λεφτά για όλα αυτά, ρωτάνε κουτοπόνηρα οι ίδιοι απατεώνες που προσπαθούν να συνεχίσουν την ίδια πολιτική, λες και η αποτυχία ήταν προσωπικό ζήτημα του Παπανδρέου. Η απάντηση είναι ότι τα λεφτά πάντα υπήρχαν και υπάρχουν, μόνο που ο ΓΑΠ και οι υπουργοί του τα έψαχναν και συνεχίζουν να τα ψάχνουν παρέα με τη ΝΔ και τους φασίστες σε λάθος τσέπες.

Μόνο η στάση πληρωμών για τόκους προς τους τραπεζίτες θα μπορούσε να εξοικονομήσει σχεδόν 20 δισεκατομμύρια ευρώ για τη νέα χρονιά, αρκετά λεφτά για να πληρωθούν όλοι οι μισθοί και οι συντάξεις στα επίπεδα που ήταν πριν από τα Μνημόνια και να περισσέψουν κονδύλια και για τα νοσοκομεία και τα σχολεία που έχουν ρημάξει.

Χωρίς αποζημίωση

Για την κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και την επανακρατικοποίηση των ΔΕΚΟ δεν χρειάζεται ούτε ένα ευρώ. Τις μετοχές που κατέχουν οι εφοπλιστές και οι τραπεζίτες, ή οι πολυεθνικές όπως η Ντόιτσε Τέλεκομ, η Χόχτιφ και η Κόσκο, τις έχουμε πληρώσει χρυσές ξανά και ξανά. Να τις πάρει πίσω το δημόσιο χωρίς καμιά αποζημίωση. Και να κατοχυρώσουμε έτσι ότι κανένας δεν θα χάσει το σπίτι του επειδή δεν έχει να πληρώσει το στεγαστικό του στην τράπεζα, κανένας δεν θα μείνει χωρίς ηλεκτρικό, νερό ή τηλέφωνο γιατί δεν έχει να πληρώσει τους λογαριασμούς.

Όλα αυτά τα αυτονόητα και δίκαια βήματα απαιτούν ρήξη με το ευρώ και την «δημοσιονομική πειθαρχία» που θέλουν να επιβάλουν η ΕΕ και η ΕΚΤ. Είναι μια ρήξη αντικαπιταλιστική, μια σύγκρουση με τα συμφέροντα όχι μόνο των πολυεθνικών της Γερμανίας και των άλλων «εταίρων» αλλά και των ντόπιων καπιταλιστών που έχτισαν τις μπίζνες τους πάνω στις ευκαιρίες που τους άνοιξε το κοινό νόμισμα.

Γι’ αυτό κάθε βήμα είναι δεμένο με την κατάκτηση του εργατικού ελέγχου σε όλους αυτούς τους τομείς, στις τράπεζες, στις ΔΕΚΟ, στις επιχειρήσεις που εκβιάζουν με κλεισίματα και απολύσεις. Οι απεργίες ενάντια στις παρανοϊκές επιθέσεις των υπουργών του Παπαδήμου δεν είναι «μόνο» άμυνα για να σταματήσουμε την καταστροφική μανία τους. Είναι και η καλύτερη προετοιμασία για την αντεπίθεση, για να τους ανατρέψουμε και να επιβάλουμε τις λύσεις των εργατών.