Ιστορία
Σουέζ 1956: Η προηγούμενη ήττα των ιμπεριαλιστών στη Μέση Ανατολή

(Πάνω αριστερά) Άντονι Ήντεν, (κάτω αριστερά) Γκι Μολέ, (δεξιά) Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ

Εβδομήντα χρόνια συμπληρώνονται στις 29 Οκτώβρη από την τριπλή εισβολή του Ισραήλ, της Βρετανίας και της Γαλλίας στην Αίγυπτο. Στόχος τους ήταν να πάρουν πίσω τη Διώρυγα του Σουέζ, που ο Νάσερ είχε εθνικοποιήσει τρεις μήνες νωρίτερα, και να ρίξουν το καθεστώς του. Το εγχείρημα κατέληξε σε ταπεινωτική ήττα και σφράγισε την υποβάθμιση της Βρετανίας και της Γαλλίας ως μεγάλων δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.

Ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ ήταν ένας από τους «Ελεύθερους Αξιωματικούς» που τον Ιούλη του 1952 ανέτρεψαν τον βασιλιά Φαρούκ. Η ανατροπή ήταν το τελευταίο επεισόδιο μιας μακριάς σειράς αγώνων ενάντια στη βρετανική κατοχή, που είχε αρχίσει το 1882, όταν τα βρετανικά στρατεύματα μπήκαν στην Αίγυπτο από το Πορτ Σάιντ και την έκαναν αποικία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 η εργατική τάξη οργανωνόταν και πάλευε ενάντια στις ξένες εταιρείες, ενώ τα κόμματα του παλιού καθεστώτος είχαν χάσει κάθε αξιοπιστία. Οι αξιωματικοί πήραν την εξουσία πάνω σε αυτό το κύμα. Το νέο καθεστώς δεν ήταν αντιιμπεριαλιστικό εξαρχής. Οι αγροτικές του μεταρρυθμίσεις ήταν διστακτικές, αρκετές πάντως για να θεωρηθούν «κακό παράδειγμα» στην περιοχή, και ο Νάσερ, που έγινε πρωθυπουργός το 1954 και πρόεδρος τον Ιούνη του 1956, στράφηκε αρχικά στις ΗΠΑ και τη Βρετανία για δάνεια.

Το μεγάλο αναπτυξιακό του σχέδιο ήταν το Υψηλό Φράγμα του Ασουάν, ένα τεράστιο έργο στον Νείλο που θα έλεγχε τις πλημμύρες, θα έδινε νερό για άρδευση σε νέες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και θα παρήγαγε ηλεκτρικό ρεύμα για τη βιομηχανία. Η Παγκόσμια Τράπεζα, οι ΗΠΑ και η Βρετανία είχαν υποσχεθεί τη χρηματοδότηση, όμως η Δύση δεν εμπιστευόταν τον Νάσερ. Είχε αγοράσει όπλα από την Τσεχοσλοβακία το 1955, στήριζε τους Παλαιστίνιους αντάρτες, φιλοξενούσε στο Κάιρο τα στελέχη του Αλγερινού FLN που από το 1954 είχε ξεκινήσει τον ένοπλο αγώνα για ανεξαρτησία και αρνιόταν να μπει στο φιλοδυτικό Σύμφωνο της Βαγδάτης. Στις 19 Ιούλη 1956 ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Τζον Φόστερ Ντάλες απέσυρε την προσφορά για το φράγμα, και η Βρετανία και η Παγκόσμια Τράπεζα ακολούθησαν.

Η απάντηση ήρθε μια βδομάδα αργότερα. Στις 26 Ιούλη, σε μαζική συγκέντρωση στην Αλεξάνδρεια, ο Νάσερ ανακοίνωσε ότι το κράτος παίρνει την Εταιρεία της Διώρυγας του Σουέζ και ότι τα έσοδά της θα χρηματοδοτούσαν το φράγμα. Η κίνηση συγκλόνισε τον αραβικό κόσμο, όπου ο Νάσερ έγινε το σύμβολο ενός ηγέτη που τα έβαζε στην πράξη με τους ιμπεριαλιστές.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντονι Ήντεν δεν ήθελε απλώς να απομονώσει τον Νάσερ, ήθελε να τον καταστρέψει. Η γαλλική κυβέρνηση του Γκι Μολέ πίστευε ότι, αν τελείωνε με τον Νάσερ, θα κρατούσε την Αλγερία. Στα τέλη του Οκτώβρη, στις Σέβρες έξω από το Παρίσι, Βρετανοί, Γάλλοι και Ισραηλινοί υπέγραψαν μυστικά το «Πρωτόκολλο των Σεβρών». Το Ισραήλ, εξοπλισμένο με γαλλικά τανκς και αεροπλάνα, θα επιτιθόταν στο Σινά και η Βρετανία με τη Γαλλία θα εμφανίζονταν ως «ειρηνευτές» για να χωρίσουν τους αντιμαχόμενους και να «προστατέψουν» τη Διώρυγα. Στις 29 Οκτώβρη ο ισραηλινός στρατός πέρασε τα σύνορα, στις 31 Οκτώβρη άρχισαν οι αγγλογαλλικοί βομβαρδισμοί, με αεροπλάνα που απογειώνονταν και από τις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο, και στις 6 Νοέμβρη Βρετανοί πεζοναύτες αποβιβάστηκαν στο Πορτ Σάιντ, ενώ Γάλλοι αλεξιπτωτιστές έπεφταν στο Πορτ Φουάντ.

Εισβολείς

Οι εισβολείς περίμεναν ότι το καθεστώς θα κατέρρεε σε λίγες μέρες. Το Πορτ Σάιντ φλεγόταν, με άταφους αμάχους στα στενά ανάμεσα στις ξύλινες παράγκες, όμως η πόλη πολεμούσε. Μοιράστηκαν όπλα σε εργάτες και φτωχούς, και λαϊκές επιτροπές, όπου οι κομμουνιστές έπαιξαν σημαντικό ρόλο, οργάνωσαν την αντίσταση από γειτονιά σε γειτονιά. Διαδηλώσεις ξέσπασαν από τη Βαγδάτη ως την πλατεία Τραφάλγκαρ στο Λονδίνο. Η Ουάσιγκτον, που δεν ήθελε να χαρίσει στη Μόσχα τον ρόλο του προστάτη των Αράβων την ώρα που τα σοβιετικά τανκς έπνιγαν την Ουγγαρία, αρνήθηκε να στηρίξει τη στερλίνα που κατέρρεε και στρίμωξε τους συμμάχους της στον ΟΗΕ. Στις 6 Νοέμβρη ο Ήντεν δέχτηκε την κατάπαυση του πυρός και ως τα Χριστούγεννα τα τελευταία αγγλογαλλικά στρατεύματα είχαν φύγει.

Η αναταραχή στη Μέση Ανατολή έβαζε την Κύπρο στον «χάρτη» των αρχουσών τάξεων της Ελλάδας και της Τουρκίας. Το νησί, όπου η Βρετανία είχε μεταφέρει το στρατηγείο της για τη Μέση Ανατολή μετά τη συμφωνία του 1954 για την αποχώρηση από τη στρατιωτική βάση του Σουέζ, ήταν το «αβύθιστο αεροπλανοφόρο» της περιοχής, και οι δύο σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ γίνονταν ανταγωνίστριες για τον έλεγχό του. 

Η κρίση του Σουέζ όξυνε τα διλήμματα της ελληνικής άρχουσας τάξης και της κυβέρνησης Καραμανλή. Η ΕΡΕ βρισκόταν σε κόντρα και ταυτόχρονα σε διαπραγμάτευση με τη Βρετανία για την Κύπρο. Μετά την εξορία του Μακαρίου τον Μάρτη μάζευε ψήφους στον ΟΗΕ για την αυτοδιάθεση και άνοιγε δρόμους προς τους Άραβες, και κυρίως προς την Αίγυπτο, όπου ζούσε μια από τις μεγαλύτερες και πλουσιότερες ελληνικές παροικίες. Το καλοκαίρι έθεσε υπό την αιγίδα της μια διάσκεψη του Εμπορικού Επιμελητηρίου Αθηνών με επιμελητήρια αραβικών χωρών, και ο Καραμανλής με τον υπουργό Εμπορίου Παπαληγούρα δέχτηκαν τους Άραβες αντιπροσώπους. 

Ήταν το προοίμιο μιας διείσδυσης του ελληνικού κεφαλαίου στον αραβικό κόσμο που θα έπαιρνε φόρα τις επόμενες δεκαετίες, αφού το γραφείο του Κωνσταντίνου Δοξιάδη σχεδίαζε ήδη από το 1955 το πρόγραμμα κατοικίας του Ιράκ και οι ελληνικές κατασκευαστικές εταιρείες θα ακολουθούσαν με λιμάνια και δρόμους από τη Λιβύη ως τη Σαουδική Αραβία, όπου ο Γιάννης Λάτσης θα έφτανε να χτίζει μαζί με την κρατική Petromin το διυλιστήριο του Ραμπίγκ. 

Η κυβέρνηση όμως φοβόταν ότι, αν το παράκανε, το Λονδίνο δεν θα έδινε ποτέ την Κύπρο σε φίλο ενός από τους χειρότερους εχθρούς του, όπως το διατυπώνει ο ιστορικός Ευάνθης Χατζηβασιλείου, θαυμαστής του Καραμανλή, που μελέτησε την κρίση στα βρετανικά αρχεία. Και οι Αμερικανοί πίεζαν την Αθήνα να πάει στη Διάσκεψη για το Σουέζ που συγκλήθηκε στο Λονδίνο τον Αύγουστο, ενώ ο εφοπλισμός είχε κάθε λόγο να θέλει την Ελλάδα στο πλευρό της Βρετανίας και της Γαλλίας.

Απόφαση

Στην άλλη πλευρά της ζυγαριάς βρίσκονταν οι αραβικές ψήφοι στον ΟΗΕ και οι δεκάδες χιλιάδες Έλληνες της Αιγύπτου, που θα πλήρωναν πρώτοι μια ανοιχτή σύγκρουση με τον Νάσερ. Ο Καραμανλής αποφάσισε να μην στείλει αντιπρόσωπο στη Διάσκεψη για το Σουέζ, και από όσες χώρες κλήθηκαν η Ελλάδα ήταν η μόνη που αρνήθηκε εκτός από την ίδια την Αίγυπτο, όπως θα σημείωνε αργότερα ο Μοχάμεντ Χεϊκάλ, έμπιστος του Νάσερ. Στην Ουάσιγκτον η απόφαση προκάλεσε «πλήρη έκπληξη», όπως έγραφε το ημερήσιο δελτίο της CIA στις 12 Αυγούστου. 

Οι Αμερικανοί αναλυτές την εξηγούσαν με την ανάγκη της Αθήνας να ζυγίσει τα ναυτιλιακά της συμφέροντα και τον δυτικό της προσανατολισμό με το αντιβρετανικό κλίμα που είχε ξεσηκώσει το Κυπριακό.  Ήταν ο υπολογισμός μιας άρχουσας τάξης που είχε κερδίσει τον Εμφύλιο με βρετανικά και αμερικανικά όπλα, δεν σκεφτόταν στιγμή να βγει από το ΝΑΤΟ και ήθελε να χρησιμοποιήσει τον Νάσερ ως μοχλό για τη δική της διεκδίκηση στην Κύπρο. 

Οι εφοπλιστές πάντως δεν είχαν τέτοια διλήμματα. Με τη Διώρυγα κλειστή ως την άνοιξη του 1957 οι ναύλοι εκτοξεύτηκαν, ο Ωνάσης βρήκε ξαφνικά δουλειά για τα δεξαμενόπλοια που είχαν μείνει δεμένα από το μποϊκοτάζ της Aramco.

Η ήττα στο Σουέζ έκλεισε την εποχή της βρετανικής και γαλλικής κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή και έκανε τον Νάσερ σύμβολο του αντιαποικιακού αγώνα από τη Βόρεια Αφρική ως το Ιράκ. Τα καθεστώτα που ανέβηκαν με αυτό το κύμα κράτησαν όμως την εξουσία στα χέρια των στρατιωτικών και της κρατικής γραφειοκρατίας, και οι κομμουνιστές που είχαν πολεμήσει στο Πορτ Σάιντ ενάντια στο Ισραήλ βρέθηκαν στις φυλακές του Νάσερ.

Σήμερα η ελληνική άρχουσα τάξη, δεμένη με τη στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ, μοιράζεται την κρίση της «υπερδύναμης» που χάνει από την Ερυθρά Θάλασσα ως τα Στενά του Ορμούζ. Με τη Μέση Ανατολή στις φλόγες, τα διλήμματά της είναι πολύ μεγαλύτερα από εκείνα των μέσων της δεκαετίας του ’50. Δεν είναι ώρα για την Αριστερά να κάνει πατριωτική αντιπολίτευση για το Τουρκολιβυκό μνημόνιο. Είναι ώρα για σύγκρουση με την κυβέρνηση του πολέμου και με τις βλέψεις της άρχουσας τάξης στη νέα μοιρασία της Μέσης Ανατολής.