Ήταν αναπόφευκτη η Βάρκιζα;

Πλακάτ του ΚΚΕ, εκείνης της περιόδου: "Ζήτω οι Μεγάλοι μας Σύμμαχοι" με τις φωτό του Τσόρτσιλ και του Ρούζβελτ με αγγλικές και αμερικάνικες σημαίες. Το χαρτόνι πάνω από το πλακάτ γράφει: "ο χίτλερ κι οι χίτες έχουν λυσσάξει να διασπάσουν τη συμμαχία Αμερικής Αγγλίας Ρωσίας και αφού αυτή, στο πείσμα τους, δεν διασπάται, την... διέσπασαν στα χαρτιά!"

Τι ήταν τελικά ο Δεκέμβρης του 1944; Ο «δεύτερος γύρος» της απόπειρας των κομμουνιστών να καταλάβουν πραξικοπηματικά την εξουσία; Αυτό λίγο πολύ ήταν το σχήμα της δεξιάς επί δεκαετίες. Ήταν ο δεύτερος από τους «τρεις γύρους», ο πρώτος, υποτίθεται, ήταν οι συγκρούσεις με τον ΕΔΕΣ και την ΕΚΚΑ το 1943-44 και ο τρίτος ο εμφύλιος. Το σχήμα δεν στέκει στην παραμικρή σοβαρή εξέταση.

Η ηγεσία του ΚΚΕ έκανε σαφές, όχι μόνο με λόγια αλλά και με πράξεις ότι δεν είχε σκοπό την κατάληψη της εξουσίας. Για την ακρίβεια στις παραμονές της Απελευθέρωσης το ΕΑΜ είχε την εξουσία στο μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας. Ο ιδιαίτερος γραμματέας του υπουργού Εξωτερικών της Βρετανίας, του Άντονι Ήντεν, ήταν ο Πήρσον Ντίξον. Αναφέρει στην αλληλογραφία του ότι η πεποίθηση που κυριαρχούσε στα ανώτατα κλιμάκια της βρετανικής κυβέρνησης ήταν πώς «η Ελλάδα πρέπει να θεωρηθεί ως μια κομμουνιστική χώρα».

Όμως η ηγεσία του ΚΚΕ προτίμησε να μπει στην κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας» τον Σεπτέμβρη του 1944 (μετά την Συμφωνία του Λιβάνου τον Μάη). Όταν οι ναζί έφυγαν από την Αθήνα δεν έκανε καμιά κίνηση επίσης. Τηρούσε με ευλάβεια τη Συμφωνία της Καζέρτα του Σεπτέμβρη, που απαγόρευε στον ΕΛΑΣ του βουνού να μπει στην Αθήνα. Έλπιζε ότι μετά τον πόλεμο θα γίνουν ελεύθερες εκλογές και το ΕΑΜ θα γινόταν ο κορμός μιας νέας κυβέρνησης.

Ακόμα κι ο τρόπος που έδωσε τη μάχη του Δεκέμβρη μαρτυρά ότι περισσότερο σύρθηκε σε μια κατάσταση που δεν την ήθελε. Ο Ρίτσαρντ Κάπελ ο ανταποκριτής της δεξιάς αγγλικής εφημερίδας Daily Telegraph δήλωνε δυο χρόνια αργότερα ότι: «αν υπήρχε έστω και μια σπίθα στρατηγικής ικανότητας στον ΕΛΑΣ η Αθήνα θα είχε βρεθεί στα χέρια των επαναστατών πριν προλάβουμε να συνέλθουμε». Ο ΕΛΑΣ δεν είχε έλλειψη στρατηγικής ικανότητας, ούτε ικανών αξιωματικών. Έλλειψη επαναστατικής πολιτικής είχε.

Για τις αριστερές ηγεσίες από την άλλη, ο Δεκέμβρης, είναι ένδοξος, ηρωικός, αλλά στην ουσία του τίποτα περισσότερο από αυτοάμυνα απέναντι στην απρόκλητη επίθεση των Βρετανών και της μαριονέτας τους, της κυβέρνησης του Γεώργιου Παπανδρέου. Η ηγεσία υποχρεώθηκε να απαντήσει στη σφαγή των διαδηλωτών στο Σύνταγμα την Κυριακή 3 Δεκέμβρη, ο «ηρωικός λαός μας» πάλεψε και η ηγεσία έκανε «λάθη». Είναι μια αντίληψη της ιστορίας που αντιμετωπίζει το κίνημα σαν ασανσέρ: με το πάτημα ενός κουμπιού ανεβαίνει, με ένα άλλο κατεβαίνει.

Στην πραγματικότητα ο «Κόκκινος Δεκέμβρη» συνέβη γιατί αυτή η ηγεσία έχασε προς στιγμή τον έλεγχο. Η καυτή ανάσα του κινήματος στην Αθήνα ιδιαίτερα, έβαζε όρια μέχρι που μπορούσε να κάνει πίσω στις διαπραγματεύσεις για τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και την συγκρότηση «εθνικού στρατού».

Δεν ήταν η μοναδική

Η Αθήνα δεν ήταν η μοναδική ευρωπαϊκή πόλη που γιόρτασε την απελευθέρωσή της από τους Ναζί πριν την είσοδο σ’ αυτήν των στρατών των ΗΠΑ ή της Βρετανίας. Τον Αύγουστο του 1944 το Παρίσι μάτωσε για μέρες στα οδοφράγματα πριν μονάδες του αμερικάνικού στρατού κάνουν μια παράκαμψη για να δώσουν στα τεθωρακισμένα του στρατηγού Ντε Γκολ να τη δυνατότητα να «απελευθερώσουν» την πρωτεύουσα. Δέκα μήνες μετά, τον Απρίλη του 1945 το Μιλάνο, το Τορίνο, η Γένοβα απελευθερώθηκαν από την Γενική Εξέγερση που κήρυξε η Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης στο βορρά της Ιταλίας. Στην τελευταία πόλη ο γερμανός διοικητής παρέδωσε τις μονάδες του στους παρτιζάνους.

Τόσο στην Γαλλία, και πολύ περισσότερο στην Ιταλία η απελευθέρωση συνοδεύτηκε από μια έκρηξη των εργατικών αγώνων και πολιτική ριζοσπαστικοποίηση προς τ’ αριστερά. Δεκάδες εργοστάσια στο Παρίσι, στη Τουλούζη, στη Μασσαλία βρέθηκαν στα χέρια εργοστασιακών επιτροπών. Στα εργοστάσια και τις εργατογειτονιές της βόρειας Ιταλίας, οι κόκκινες σημαίες κυμάτιζαν και αφεντικά όπως ο Βαλέτα της FIAT φοβόνταν να γυρίσουν στις θέσεις τους και παρακαλούσαν τα συνδικάτα να αναλάβουν την διεύθυνση. Εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες, αγρότες, νέοι άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες βρίσκονταν με τα όπλα στα χέρια.

Όμως, σε καμιά ευρωπαϊκή χώρα το κίνημα της Αντίστασης δεν έφτασε να συγκρουστεί ένοπλα με τους στρατούς των «Συμμάχων». Παντού, και στην Ιταλία, και στην Γαλλία και στο Βέλγιο η συμμετοχή των Κομμουνιστικών Κομμάτων στις κυβερνήσεις «εθνικής ενότητας» -δηλαδή στις κυβερνήσεις ταξικής συνεργασίας με την άρχουσα τάξη και τον ιμπεριαλισμό- εκτόνωσε τον ριζοσπαστισμό του κινήματος. Όπως έχει γράψει ο Αμερικάνος ιστορικός Γκάμπριελ Κόλκο για την περίπτωση της Ιταλίας: «Εκατόν πενήντα χιλιάδες άνθρωποι με κόκκινες σημαίες και την εξουσία στα χέρια τους εξαφανίστηκαν αστραπιαία κι οι θανάσιμοι φόβοι των Βρετανών κι Αμερικάνων αποδείχτηκαν χιμαιρικοί».

Στην Ελλάδα όμως η εξέλιξη ήταν διαφορετική. Η κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» στην οποία συμμετείχε το ΕΑΜ και το ΚΚΕ τινάχτηκε στον αέρα. Το αποτέλεσμα ήταν ο «Κόκκινος Δεκέμβρης». Πρόκειται για μια ακόμα διάψευση του ισχυρισμού ότι «οι λαοί έχουν τους ηγέτες που τους αξίζουν», στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι τα κινήματα έχουν τις ηγεσίες που τους «αξίζουν».

Στην πραγματικότητα, για να καταλάβουμε πως έφτασε να ξεσπάσει η εξέγερση αλλά και για ποιο λόγο ηττήθηκε, πρέπει να εξετάσουμε την σύνθετη δυναμική ανάμεσα σε ένα κίνημα που ρέπει προς την σύγκρουση με το σύστημα και μια ηγεσία που το παραλύει.

Στην Ελλάδα του ’44, οι «από κάτω» είχαν αποφασίσει ότι δεν θα ζήσουν όπως παλιά κι οι «από πάνω» δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν, για την ακρίβεια δεν κυβερνούσαν στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας, ακόμα και της πρωτεύουσας. Αυτός ο συνδυασμός έδωσε τη δυνατότητα στο κίνημα να σύρει την ηγεσία του πιο μακριά από οποιαδήποτε άλλη χώρα στην Ευρώπη.

Όμως, ταυτόχρονα η ίδια ηγεσία δεν έχασε ποτέ τον πολιτικό και οργανωτικό έλεγχο. Η στρατηγική του ΚΚΕ είχε στο κέντρο της την «εθνική ενότητα» όλων των «πατριωτών», καπιταλιστών και εργατών. Αυτό οδηγούσε συνεχώς στην επιδίωξη συμβιβασμών. Στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγούσε η θέση ότι η Αντίσταση στο φασισμό ήταν κομμάτι του μεγάλου πολέμου που διεξήγαγαν οι «Μεγάλοι μας Σύμμαχοι». Έτσι βρέθηκε ο ΕΛΑΣ κάτω από τις διαταγές των Βρετανών ήδη από το 1943. Στις φωτογραφίες της Απελευθέρωσης, βλέπουμε μεγάλα πανό στους δρόμους να γράφουν «Καλωσορίσατε ‘Άγγλοι σύμμαχοί μας».

Γενικότερα, από τη δεκαετία του ΄’30 το ΚΚΕ είχε αποκλείσει από τον στρατηγικό του ορίζοντα την ανατροπή του καπιταλισμού, την σοσιαλιστική επανάσταση. Η Ελλάδα δεν ήταν «ώριμη» γι’ αυτό, ήταν η άποψή του. Κι όταν αυτή η εναλλακτική αποκλείεται, αυτό που μένει είναι η προοπτική των συμβιβασμών με την άρχουσα τάξη.

Όταν το πρωινό της 6ης Δεκέμβρη οι μαχητές του ΕΛΑΣ πέρασαν τον Εθνικό Κήπο (τότε Βασιλικό) για να επιτεθούν στα υπουργεία βρέθηκαν μπροστά σε λίγους Βρετανούς που τα φρουρούσαν. Διαταγή για σύγκρουση με Βρετανούς δεν υπήρχε. Και μέσα σε λίγα λεπτά κυριάρχησε ο δισταγμός κι η σύγχυση: να επιτεθούμε στους «Συμμάχους»; Μεγάλη ευθύνη. Να υποχωρήσουμε; Σε αυτό το διάστημα η φρουρά ενισχύθηκε κι η επιχείρηση κατέρρευσε άδοξα.

Αυτό το επεισόδιο είναι μια μικρογραφία του τρόπου με τον οποίο μια πολιτική «ρεαλιστικού» συμβιβασμού μπορεί να παραλύσει ένα κίνημα που τρέχει προς την επανάσταση.