Κινηματογράφος: Αντιρατσιστικός Ταραντίνο - Ο Django σπάει τις αλυσίδες μας

Κυρίες και κύριοι, νέες και νέοι, αγαπητά παιδιά. Μην μασάτε. Ο αμερικανός σκηνοθέτης Κουέντιν Ταραντίνο μαγείρεψε για εμάς ένα «σπαγγέτι γουέστερν» al dente, να γλείφεις και τα δάχτυλά σου…

Το πρώτο πράγμα που πυροβολεί και σκοτώνει ακαριαία, προκαλώντας όπως είναι φυσικό αντιδράσεις με την νέα του αυτή ταινία που βγαίνει στις αίθουσες στην Ελλάδα την ερχόμενη Πέμπτη 17/1/13, είναι η υποκρισία του κλισέ: «Καταδικάζουμε την βία απ΄όπου κι αν προέρχεται». Γι΄αυτό κι ο Ταραντίνο φροντίζει σε όλη του την ταινία να μας δείξει από πού πραγματικά προέρχεται και ξεκινά η βία με την οποία καταπιάνεται, καθώς και το τί πραγματικά εξυπηρετεί. Κυρίως το τι εξυπηρετεί, γιατί αλλιώς πραγματικά δεν θα είχε και νόημα η βίαιη απάντηση που αυτή παίρνει με την σειρά της.

Ο Ταραντίνο παίρνει θέση για τον ρατσισμό. Που ακόμη και μετά την εκλογή ενός μαύρου αμερικανού στην προεδρία των ΗΠΑ δεν κλείνει καθόλου. Γιατί οι αιτίες που το δημιούργησαν εξακολουθούν να υφίστανται και η δοκιμασμένη συνταγή του «διαίρει και βασίλευε» εξυπηρετεί ακόμα περισσότερο σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε σήμερα.

Έτσι έχουμε λοιπόν, ένα πολύ σοβαρό θέμα που σίγουρα δίνει τον τόνο, πολύ καλές ερμηνείες απ’΄όλους (με εξαίρεση ένα πολύ σύντομο πέρασμα του ιδίου προς το τέλος της ταινίας, που απλά υπηρετεί ένα απ΄τα χιλιάδες συνηθισμένα «κολλήματα» του), καθώς και την πατροπαράδοτη συνταγή του με τις σινε-φιλικές αναφορές, το να παίρνει δηλαδή οτιδήποτε του αρέσει, από οποιαδήποτε ταινία του αρέσει και να το βάζει στις δικές του. Χωρίς να εφαρμόζει το δημοφιλές στην εποχή μας «clopy-paste», ενσωματώνει ιδέες και λύσεις φιλτράροντας τες πρώτα απ’΄τό δικό του ύφος και μέσα απ΄την δική του άποψη, βγάζοντας έτσι στην ουσία κάτι καινούργιο.

Τοποθετώντας την ταινία του δύο χρόνια πριν την έναρξη του εμφυλίου πολέμου, το 1858 στον αμερικανικό νότο, ναι μεν αφηγείται την ιστορία του Django (το D δεν προφέρεται…), ενός μαύρου σκλάβου του νότου που τον απελευθερώνει ο γερμανός κυνηγός επικηρυγμένων/οδοντίατρος Dr. King Schultz (Christoph Waltz, Όσκαρ β’ ανδρικού ρόλου για τους «Άδωξους Μπάσταρδους» και ξανά υποψήφιος τώρα), ο οποίος ακολουθεί τα ίχνη των τριών αδελφών Brittles, αδίστακτων επιστατών, με τον δικό του σίγουρα τρόπο, δίνοντας και το τέλος που τους αξίζει, αφήνοντας όμως και ανοιχτό το ενδεχόμενο όλα αυτά τα ζητήματα να βρήκαν την λύση τους μετά το τέλος του αμερικανικού εμφυλίου. Ή μήπως όχι;

Ο Ταραντίνο γράφει το σενάριο του, στήνει την κάμερά του και γυρίζει. Μιλάει για τον ρατσισμό και την καταπίεση που αυτός σημαίνει. Χρησιμοποιεί τον λόγο (η ταινία του κύρια αξίζει γι΄αυτά που λέγονται). Χρησιμοποιεί την εικόνα (εκεί καταλαβαίνεις ότι η εικόνα του πλούσιου και αριστοκρατικού νότου, με τις αβρότητες στους τρόπους και την αρχαία προτομή της Νεφερτίτης στην έπαυλη, δεν είναι κυριολεκτικά παρά ένα σκηνικό που κρύβει το τι υπάρχει από πίσω). Χρησιμοποιεί την βία (γιατί μπορεί να την γουστάρει, γιατί την αιτιολογεί, γιατί την δικαιολογεί, γιατί μπορεί να την θεωρεί μαμή της ιστορίας…).

Χιούμορ

Χρησιμοποιεί το χιούμορ (γιατί τις περισσότερες φορές είναι ένας ιδανικός τρόπος για να πεις πράγματα, όπως στην σκηνή με την συγκέντρωση των ιππέων της αποκάλυψης της Κου Κλουξ Κλαν που ακολουθεί την συνταγή των Μόντυ Πάιθον). Χρησιμοποιεί την ερωτική ιστορία (γιατί όχι;). Χρησιμοποιεί την λύτρωση μέσω της εκδίκησης (χωρίς να πριμοδοτεί όμως το μοντέλο της υποκατάστασης στην δράση από τον «σωτήρα» που θα «καθαρίσει» για όλους, προσφέροντας τους την ελευθερία που ναι μεν δικαιούνται, αλλά πρέπει οι ίδιοι να κερδίσουν).

Χρησιμοποιεί την αναφορά στην ύπαρξη πρωτοπορίας μέσα στις κοινωνίες, καθώς και των ηγετών που ξεπηδούν μέσα από τους αγώνες (όπως αναφέρει και ο Τζάνγκο στο τέλος της ταινίας για τον γαιοκτήμονα Κάλβιν Κάντυ (Leonardo Di Caprio) «Συνέχεια όλα όσα έλεγε, μόνο βλακείες ήταν. Για ένα πράγμα είχε μόνο δίκιο. Πως όντως είμαι ο ένας στους δέκα χιλιάδες» και πως «εξαιρετικοί νέγροι θα βγαίνουν ολοένα και περισσότεροι»). Χρησιμοποιεί εξίσου χωρίς να διστάσει και τον αρνητικό ρόλο που έπαιζαν παραδείγματα μαύρων πλήρως αλλοτριωμένα (όπως εκείνο του «μπάρμπα Θωμά»/μπάτλερ του σπιτιού, που τον υποδύεται αριστοτεχνικά ο Samuel Jackson και που δεν αφήνει δυστυχώς κανένα περιθώριο παρερμηνείας ως προς τις προθέσεις και τον ρόλο του). Και τι δεν χρησιμοποιεί…

Κι όλα αυτά τελικά για να μιλήσει για ένα και μόνο πράγμα. Για ένα πράγμα που δεν σταματά μόνο σε ζητήματα όπως το χρώμα, τη φυλή, το φύλο, η τη σεξουαλική προτίμηση, αλλά επεκτείνεται ανάλογα με την θέση που έχει κάποιος μέσα στην κοινωνία. Κι αυτό δεν είναι άλλο από την καταπίεση. Που ζει και βασιλεύει.

Σε μια στιγμή της αναζήτησης τους, ο Dr. Schultz με τον Django φτάνουν στο κτήμα ενός μεγαλογαιοκτήμονα (Don Johnson) που δεν μπορεί να καταλάβει πως πρέπει να συμπεριφέρεται σ’΄έναν μαύρο που δεν είναι δούλος, αλλά ελεύθερος, ενώ επιπλέον καβαλάει και άλογο. Συμβιβάζεται τελικά με το να του απευθύνονται όπως μιλάνε: «σ’΄εκείνο το λευκό φτωχόπαιδο από τον Καύκασο, τον Τζέρι που η μάνα του δουλεύει στην ξυλαποθήκη».

Διαβάστε επίσης

Κινηματογράφος: Επιχείρηση Argo του Μπεν Άφλεκ