Βιβλίο: Hans Fallada, «Μόνος στο Βερολίνο». Η Αντίσταση μέσα στη Γερμανία

Ο Βρετανός μαρξιστής ιστορικός Τιμ Μέισον είχε κάνει τη διάκριση ανάμεσα στην «αντίσταση» και την «αντίθεση» στη ναζιστική Γερμανία. Η εργατική τάξη υποστήριζε, ποτέ δεν «αφομοιώθηκε» από το ναζιστικό καθεστώς, έμεινε πάντα «αντίθετη» σ’ αυτό. Αλλά αυτή η «αντίθεση» ποτέ δεν μετατράπηκε σε ενεργητική «αντίσταση» -αυτή παρέμεινε υπόθεση των ηρωικών αλλά απομονωμένων κομμουνιστικών και σοσιαλιστικών ομάδων.

Το μυθιστόρημα του Χανς Φάλαντα (ψευδώνυμο του Ρούντολφ Ντίτσεν, 1893-1947), λέει την ιστορία ενός ζευγαριού μεσήλικων εργατών στο Βερολίνο του 1940 που έκαναν το βήμα στην «αντίσταση». Το έκαναν μόνοι τους, χωρίς σχέση με τις πολιτικές οργανώσεις, ορμώμενοι από την προσωπική τους εμπειρία. Οι Κβάγκελ –το όνομα του ζευγαριού– ο Ότο και η Άννα έχασαν τον μονάκριβο γιο τους στο Γαλλικό μέτωπο.

Λεπτομέρεια: οι Κβάγκελ δεν ήταν ποτέ πολιτικοποιημένοι, όπως λέει ο Ότο στην Άννα: «μόνο δυο φορές είχαμε ψηφίσει». Λεπτομέρεια δεύτερη: ο γιός τους «έκλαιγε όταν ήρθε η ώρα να καταταχτεί». Πόσες χιλιάδες νέα παιδιά εργατικής καταγωγής βρέθηκαν έτσι στη κρεατομηχανή της Βέρμαχτ παρά την υστερική προπαγάνδα και πίεση χρόνων στην Χιτλερική Νεολαία και σε άλλες «μαζικές» οργανώσεις του καθεστώτος;

Οι Κβάγκελ αποφασίζουν να συγκρουστούν με το καθεστώς. Ποιον τρόπο επιλέγουν; Δεν είναι μορφωμένοι, δεν έχουν «συνδέσεις», δεν έχουν μέσα. Γράφουν, λοιπόν, κάρτες με καλλιγραφία για να μην εντοπίζεται εύκολα ο γραφικός χαρακτήρας και τις αφήνουν στις εισόδους και τις σκάλες πολυκατοικιών. Το μήνυμά τους είναι απλό: «Μητέρα, το γιο σου τον σκότωσε ο Χίτλερ». «Μη δίνετε στη Χειμερινή Βοήθεια» (την οργάνωση «κοινωνικής αρωγής» του ναζιστικού κόμματος) «Ρίξτε άμμο στις μηχανές, έτσι θα τελειώσει πιο γρήγορα ο πόλεμός τους».

Δυο χρόνια το έκαναν –κι όπως γράφει στο επίμετρό του ο συγγραφέας, η μεγάλη πλειοψηφία αυτών των καρτών παραδόθηκε αμέσως στην Γκεστάπο από τους τρομοκρατημένους αναγνώστες τους αντί να γυρίσουν χέρι χέρι όπως έλπιζαν οι Κβάγκελ.

Ο Φάλαντα στήριξε την ιστορία του σε πραγματικό γεγονός. Υπήρχε ένα τέτοιο ζευγάρι εργατών στο Βερολίνο, οι Χέμπελ που συνελήφθησαν το 1942. Όχι γιατί η Γκεστάπο ήταν τόσο αποτελεσματική –οι ασφαλίτες ήταν και είναι παντού ηλίθιοι– αλλά από έναν συνδυασμό καρφώματος και κακής τύχης.

Γύρω από τους Κβάγκελ –κυριολεκτικά στην πολυκατοικία τους– ο Φάλαντα ζωγραφίζει το πανόραμα του «τρόμου και της αθλιότητας του Γ’ Ράιχ». Την οικογένεια των ναζί που τρομοκρατεί τη γειτονιά, κλέβει και υπονομεύει ο ένας τον άλλο. Τον μεθύστακα άεργο που έχει στο νου του πώς θα κλέψει τα κοσμήματα της ηλικιωμένης Εβραίας που αυτοκτονεί. Και πάει ακόμα παραπέρα: από τους ασφαλίτες της Γκεστάπο μέχρι τον ηθοποιό που κάνει το παν για να αποκτήσει πάλι την εύνοια του Γκέμπελς, του πανίσχυρου υπουργού Προπαγάνδας του καθεστώτος.

Είναι ένα μυθιστόρημα χωρίς αίσιο τέλος. Αυτό δεν το εμποδίζει να ανήκει στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, της αντιφασιστικής ιδιαίτερα. Αξίζει να διαβαστεί και για ένα πρόσθετο λόγο. Στα ελληνικά δεν κυκλοφορούν και πολλά βιβλία για την γερμανική αντίσταση –υπάρχει ο «Έβδομος Σταυρός» της Άννα Ζέγκερς, ενώ ο «Σταυρός και το Βέλος» του Άλμπερτ Μαλτς είναι από καιρό εξαντλημένο.

Το «Μόνος στο Βερολίνο» (ο ορίτζιναλ τίτλος είναι «Ο καθένας πεθαίνει μόνος») ήταν το τελευταίο μυθιστόρημα που έγραψε ο Χανς Φάλαντα, κυριολεκτικά μέσα σε μερικές νύχτες το 1947. Λίγο μετά αυτοκτόνησε τσακισμένος από μια χρόνια εξάρτηση στη μορφίνη και από την προσπάθεια να επιζήσει στην Γερμανία του Χίτλερ.

Είναι κρίμα που από την έκδοση του βιβλίου λείπει μια παρουσίαση του έργου του. Ο Φάλαντα έγινε γνωστός στο ευρύτερο γερμανικό κοινό το 1930 με το μυθιστόρημά του «Αγρότες, Αφεντικά και Βόμβες». Έλεγε την ιστορία μιας μικρής επαρχιακής πόλης με σοσιαλδημοκράτη δήμαρχο στην βόρεια Γερμανία, όπου οι αγρότες στενάζουν από την κρίση, οι ναζί δημαγωγούν, οι εφημερίδες κατασκευάζουν ειδήσεις. Το επόμενο μυθιστόρημά του «Και τώρα ανθρωπάκο;» δημοσιεύτηκε το 1932 και δίνει μια συγκλονιστική περιγραφή μιας κοινωνίας σε βαθιά κρίση.