Η διαπίστωση ότι ζούμε μια νέα μεταπολίτευση ακούγεται συχνά στις συζητήσεις και τις αναλύσεις για τις σημερινές εξελίξεις. Το πολιτικό σύστημα που είχε διαμορφωθεί μετά την κατάρρευση της χούντας σήμερα τρίζει. Ιδέες που κυριαρχούσαν για δεκαετίες μπαίνουν σε αμφισβήτηση.
Συνήθως οι εικόνες που συνόδευαν τις επετειακές αναφορές στα αφιερώματα των καναλιών τα προηγούμενα χρόνια ήταν του «εθνάρχη» Καραμανλή να κατεβαίνει από το αεροπλάνο και λίγο πολύ να φέρνει τη Δημοκρατία. Αυτό ήταν η «μεταπολίτευση».
Τα τελευταία χρόνια το τροπάρι έχει αλλάξει. Ο Βορίδης, που έχει αφήσει το τσεκούρι και προσπαθεί να μας πείσει ότι έγινε διανοούμενος της δεξιάς, τα είπε πιο «χοντρά» στο πρόσφατο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας. Η μεταπολίτευση ήταν η εποχή του «λαϊκισμού», η περίοδος που τέθηκαν οι βάσεις της «ιδεολογικής ηγεμονίας» της Αριστεράς, που έφερε όλα τα δεινά που τώρα προσπαθούμε να ξεπεράσουμε με τις θεραπείες σοκ των μνημονίων.
Όσο σκληραίνει η ταξική πάλη τόσο περισσότερο η άρχουσα τάξη δείχνει τη λύσσα της για εκείνη την περίοδο. Δεν αρκούν πια οι προσπάθειες να ξεχαστεί κάτω από πέπλα εθνικής συμφιλίωσης.
Πολυτεχνείο
Η αρχή του τέλους της χούντας ήταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη του 1973. Το τέλος το ίδιο ήρθε με το πραξικόπημα που οργάνωσε η χούντα στην Κύπρο τον Ιούλη του 1974.
Η εξέγερση του Νοέμβρη έβαλε τέλος στα σενάρια για τη λεγόμενη «φιλελευθεροποίηση» της χούντας που θα οδηγούσε σε μια «ομαλή διαδοχή». Τι θα σήμαινε ομαλή διαδοχή μπορούμε να το διαπιστώσουμε αν κοιτάξουμε την Χιλή (φέτος τον Σεπτέμβρη συμπληρώνονται σαράντα χρόνια από το πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Αλιέντε). Τα κόμματα έγιναν νόμιμα, τον Δεκέμβρη του 1989 έγιναν ελεύθερες εκλογές. Αλλά οι χουντικοί στρατηγοί εξασφάλισαν αμνηστία μαζί με τη διατήρηση ενός ολόκληρου πλέγματος καταπιεστικών νόμων, διαταγμάτων και υπερεξουσιών.
Το Πολυτεχνείο «έκαψε» αυτές τις γέφυρες και με τη μαζική συμμετοχή των εργατών και της νεολαίας ήταν ο πρόλογος της μεταπολίτευσης. Όμως αυτό που μεσολάβησε ήταν το διάστημα εφτά μηνών της χούντας του Ιωαννίδη. Το πραξικόπημα στην Κύπρο τον Ιούλη του 1974 είχε δυο στόχους για τον Ιωαννίδη: Να κερδίσει για λογαριασμό της άρχουσας τάξης την πρωτοκαθεδρία στην περιοχή στον ανταγωνισμό με την άρχουσα τάξη της Τουρκίας. Και να σπάσει την απομόνωσή της Χούντας με ένα σύντομο, «ένδοξο» πόλεμο.
Το σχέδιο γύρισε μπούμερανγκ. Οι πραξικοπηματίες στην Κύπρο δεν τα κατάφεραν όπως υπολόγιζαν. Και όταν ήρθε η στιγμή της επιστράτευσης για πόλεμο με την Τουρκία, οι χουντικοί ανακάλυψαν με τρόμο ότι οι επιστρατευμένοι το πιθανότερο ήταν να χρησιμοποιούσαν τα όπλα εναντίον τους.
Αγώνες
Είναι ψέμα ότι η έλευση του Καραμανλή σήμαινε και σχεδόν αυτόματα την εδραίωση όλων των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Ούτε ο Καραμανλής είχε αλλάξει από την εποχή που ήταν αρχηγός της ΕΡΕ, ούτε η άρχουσα τάξη ήταν διατεθειμένη να αποχωριστεί πρόθυμα τους τρόπους που κυβερνούσε από τον Εμφύλιο και μετά.
Το Σχέδιο Συντάγματος που δημοσίευσε η κυβέρνηση τον Γενάρη του 1975 πρόβλεπε μέχρι και διοικητικές εκτοπίσεις. Τα ξερονήσια είχαν γεμίσει αγωνιστές της Αντίστασης τις προηγούμενες δεκαετίες με βάση τέτοιες «διοικητικές εκτοπίσεις». Το δικαίωμα στον ελεύθερο συνδικαλισμό, στην απεργία, στη διαδήλωση επιβλήθηκε με σκληρούς αγώνες και συγκρούσεις των εργατών και της νεολαίας –και με τις «αύρες» του Καραμανλή που τώρα τελευταία μας τις έφεραν «εκσυγχρονισμένες» οι κυβερνήσεις των μνημονίων.
Στο κέντρο αυτών των αγώνων ήταν το εργατικό κίνημα. Τμήματα της εργατικής τάξης που είχαν μαζικοποιηθεί στη διάρκεια της δικτατορίας, μπαίνουν τώρα ορμητικά στον αγώνα. Οι εργοστασιακοί εργάτες είναι ένα από αυτά. Τον Οκτώβρη του 1974 ξεσπάσει η πρώτη «άγρια απεργία» στο εργοστάσιο της Νάσιοναλ Καν –ντόπιοι και Πακιστανοί εργάτες απεργούν μαζί.
Τη Νάσιοναλ Καν ακολούθησαν οι τεχνικοί Τύπου, η ΗΒΗ, η Ολυμπιακή, η ΙΤΤ, η Πεσινέ, οι μεταλλωρύχοι του Μποδοσάκη, τα Ναυπηγεία της Ελευσίνας, οι έκτακτοι του ΟΠΑΠ, οι γιατροί του ΚΑΤ. Το 1975, στη μάχη μπαίνουν πλέον όλα τα μεγάλα εργοστάσια που γίνονται κάστρα του απεργιακού αγώνα: Βιαμάξ, Βιοχάλκο, όλα τα Ναυπηγεία, όλα τα Ορυχεία, Πίτσος, Εσκιμό, Ιζόλα, Τριαντέξ, Τρικοπί, Φούλγκορ, Βιοχρώμ, ΕΤΜΑ, Λαδόπουλος... Οι απεργοί οργανώνονται στις εργοστασιακές επιτροπές βάσης, οργανώνουν απεργιακές φρουρές και πολλές φορές έρχονται αντιμέτωπες όχι μόνο με τους απεργοσπάστες, αλλά και τα ΜΑΤ.
Το κίνημα περνάει από το ένα εργοστάσιο στο άλλο αγκαλιάζοντας ολόκληρους τους νέους κλάδους του ελληνικού καπιταλισμού εκείνη την εποχή: Κλωστοϋφαντουργία, ηλεκτρικές συσκευές, ναυπηγεία, αμαξώματα, οικοδομές. Οι μαίες και οι νοσοκόμες που δουλεύουν στις κλινικές κατεβαίνουν στους δρόμους, οι τηλεφωνήτριες του ΟΤΕ ξεκινάνε απεργίες. Ο αέρας του ξεσηκωμού φτάνει παντού. Το κύριο όπλο είναι η αλληλεγγύη. Όταν κυβέρνηση και εργοδοσία χτυπάνε την απεργία στον Πίτσο, ξεσπάνε απεργίες συμπαράστασης στην Ιζόλα, την Εσκιμό, τους εργάτες δήμου και τους οικοδόμους του Πειραιά.
Το σύνθημα «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» ειπώθηκε για πρώτη φορά από τους απεργούς της χαρτοποιίας ΜΕΛ στη Θεσσαλονίκη το Σεπτέμβρη του 1975. Ο αγώνας τους κράτησε μήνες. Οι εργάτες κάνουν κάθε μέρα συνέλευση, όπου συζητάνε την πορεία του αγώνα και παίρνουν αποφάσεις. Θα κατεβούν στην Αθήνα, θα καταθέσουν στεφάνι στο Πολυτεχνείο και μετά την πορεία στη Βουλή θα εγκατασταθούν στα Προπύλαια. Μαζί τους θα ενωθούν απεργοί από το άλλο εργοστάσιο του Λαδόπουλου στην Πάτρα.
Αυτά τα «ανεύθυνα» συνθήματα και αγώνες κέρδισαν όλες τις κατακτήσεις που σήμερα η άρχουσα τάξη θέλει να πάρει πίσω. Όταν οι Σαμαράδες και οι Βορίδηδες καταγγέλλουν την Αριστερά που «κατέστρεψε την Ελλάδα» επειδή «κυβερνούσε», αυτούς τους αγώνες εννοούν.
Μέχρι πού;
Η μεταπολίτευση δεν ήταν μια απλή «αλλαγή φρουράς» όπως υποστήριζαν τότε διάφορες απόψεις. Οι εργάτες και η νεολαία με τους αγώνες τους κέρδισαν ελευθερίες και δικαιώματα που τα είχαν στερηθεί για δεκαετίες. Οι μέθοδοι, οι ιδέες, τα κόμματα και οι μηχανισμοί που χρησιμοποιούσε μέχρι τότε η άρχουσα τάξη κατέρρευσαν ή μπήκαν σε κρίση. Το ζήτημα είναι αν αυτό το κίνημα μπορούσε να φτάσει παραπέρα. Αυτή η συζήτηση γίνεται επίκαιρη σήμερα με τη «νέα μεταπολίτευση».
Για το μεγαλύτερο κομμάτι της Αριστεράς, το ΚΚΕ και το ΚΚΕ εσωτ, η προοπτική των αγώνων μετά την κατάρρευση της χούντας περιοριζόταν στο στέριωμα της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ο αντικαπιταλισμός ήταν απαγορευμένη λέξη και ο Σοσιαλισμός μια υπόσχεση για το μακρινό μέλλον. Όσοι υποστήριζαν ότι το εργατικό κίνημα πρέπει να βάλει αντικαπιταλιστικά αιτήματα, να οργανώσει τους αγώνες τους με αυτή την προοπτική, καταγγέλλονταν σαν «ανυπόμονα μικροαστικά στοιχεία» και «αριστεριστές» στην καλύτερη περίπτωση και στη χειρότερη –που ήταν η πιο συνηθισμένη- σαν «προβοκάτορες», «αριστεροχουντικοί».
Ο Μίκης Θεοδωράκης που δεν είχε το βάρος μιας κομματικής ένταξης έκφρασε πιο ωμά αυτή τη γραμμή με το περίφημο δίλημμα «Καραμανλής ή τανκς» στις εκλογές του 1974. Οι άλλες δυνάμεις έδιναν διαφορετικές ονομασίες στην ίδια επιλογή. Όμως, δυο πράγματα ήταν σαφή. Ο δρόμος για την αλλαγή της κοινωνίας περνούσε από το κοινοβούλιο κι οι αγώνες έπρεπε να εξυπηρετούν αυτό τον στόχο. «Άγριες» απεργίες, οργάνωση από τα κάτω, συγκρούσεις, έπρεπε να μπουν στην άκρη.
Το πρώτο αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν ότι άφησε ένα κενό που το γέμισε η σοσιαλδημοκρατία. Στα μάτια μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης το ΠΑΣΟΚ δεν κουβαλούσε τις αμαρτίες της «παλιάς αριστεράς». Και υποσχόταν στις «18 Σοσιαλισμό», αυτοδιαχείριση, έξοδο από την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ και όλα αυτά με τον πιο απλό τρόπο: ένα ψηφοδέλτιο στην κάλπη. Το ΠΑΣΟΚ υποσχόταν αλλαγή από τα πάνω, με ένα «Συμβόλαιο με το Λαό» (που το θυμήθηκε πρόσφατα ο Τσίπρας) και μια κυβέρνηση σοσιαλιστική.
Σε αυτή την προοπτική είχε σύμμαχό του την «επίσημη» Αριστερά και στο κίνημα και στην συνολικότερη προοπτική: το σύνθημα του ΚΚΕ στις εκλογές του 1981 ήταν «ΚΚΕ, Αλλαγή, Β’ Κατανομή» (δηλαδή να πάρει το κόμμα τις έδρες που του στερούσε το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής) για να παίξει το ρόλο του «εγγυητή» των αλλαγών που υποσχόταν ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Όμως, η οικονομική εξουσία των καπιταλιστών είχε μείνει ανέγγιχτη. Το ίδιο και το κράτος τους. Ο στρατός γύρισε στους στρατώνες είναι αλήθεια (μετά το φιάσκο της Κύπρου δεν είχε και πολλές επιλογές), οι κραγμένοι χουντικοί αξιωματικοί βγήκαν στη σύνταξη, αλλά η λειτουργία του δεν άλλαξε. Κι αν κοιτάξουμε αλλού, στην αστυνομία και την «Δικαιοσύνη» έγιναν ακόμα λιγότερα.
Αυτό σήμαινε ότι οι ελπίδες των ριζοσπαστικοποιημένων εργατών και νεολαίας της μεταπολίτευσης, δέχτηκαν τη μια διάψευση μετά την άλλη πολύ σύντομα μετά το κέρδισμα της κυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ το 1981. Η οικονομική δύναμη των καπιταλιστών και το κράτος τους αποδείχτηκε πολύ ισχυρότερο από τους υπουργούς της «κυβέρνησης της αλλαγής». Αντί να αλλάξουν το κράτος οι «υπουργοί με τα ζιβάγκο», τους άλλαξε αυτό –και τους έκανε τις γελοίες διεφθαρμένες φιγούρες που σήμερα φτύνει (κυριολεκτικά) ο κόσμος που πρόδωσαν.
Η «νέα μεταπολίτευση» δεν πρέπει να επαναλάβει αυτή τη διαδρομή. Υπάρχουν οι δυνατότητες για ένα διαφορετικό δρόμο. Οι εμπειρίες αυτών των δεκαετιών, η ριζοσπαστικοποίηση που γεννούν οι μάχες ενάντια στις επιθέσεις των μνημονίων, συναντιόνται με την επαναστατική Αριστερά που έκανε τα πρώτα της βήματα στο Πολυτεχνείο και τους αγώνες της μεταπολίτευσης.
Αυτή την Αριστερά και αυτούς τους αγώνες πρέπει να δυναμώσουμε για να φτάσουμε μέχρι το τέλος –μέχρι που το «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» από σύνθημα να γίνει πραγματικότητα και εξουσία.


