Πολιτική
«Διαπραγμάτευση»: Βαρέλι χωρίς πάτο
Βαρουφάκης και Σόιμπλε: “συμφωνούν να διαφωνούν” ή συμφωνούν στο 70% των μνημονίων;
Δεν έχουν κλείσει ακόμα τρεις βδομάδες από την συγκρότηση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και καλείται να αντιμετωπίσει έναν κύκλο σκληρών εκβιασμών από την ΕΕ, την ΕΚΤ και όλους τους λεγόμενους “δανειστές”.
Αυτόν τον κύκλο εκβιασμών φρόντισε προκαταβολικά να στηρίξει ο πρώην πρωθυπουργός Σαμαράς, καθώς όπως αποκάλυψε ο Γιούνκερ στον Τσίπρα, ο πρώην πρωθυπουργός είχε αρνηθεί εξάμηνη παράταση του μνημονίου, στενεύοντας τα χρονικά περιθώρια για την επόμενη κυβέρνηση.
Παρόλα αυτά δεν είναι αυτός ο καθοριστικός παράγοντας για την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων όπως έχουν διαμορφωθεί μέχρι τώρα, αλλά η πολιτική γραμμή της νέας κυβέρνησης και συγκεκριμένα η ειλημμένη απόφαση της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ να τις ξεκινήσει κάνοντας, με το καλημέρα, δύο μεγάλες υποχωρήσεις.
Η πρώτη ήταν η υπαναχώρηση από την θέση του ΣΥΡΙΖΑ για διαγραφή ή κούρεμα μεγαλύτερου μέρους του χρέους στην θέση για “ελάφρυνση” ή “απομείωση” του χρέους μέσα από ανταλλαγή ομολόγων με νέα ομόλογα αέναης διάρκειας και ομόλογα με ρήτρα ανάπτυξης - στην ουσία ένα “συμβιβασμό” διαιώνισης του δημόσιου χρέους και απομύζησης της όποιας ανάπτυξης.
Η δεύτερη υποχώρηση αφορά την όψιμη αποδοχή ότι το 60-70% των μέτρων που προέβλεπαν τα μνημόνια ήταν “καλά”. Μια παραδοχή που στην ουσία μεταφράζεται σε συνέχιση τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα της πολιτικής της λιτότητας.
Από το “μεγαλύτερο μέρος” του χρέους στο μεγαλύτερο μέρος των μνημόνιων
Ετσι, μέσα σε λίγες μέρες, η νεοεκλεγμένη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πέρασε από την διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους στην παραδοχή του μεγαλύτερου μέρους των μνημονίων. Μια θέση που δεν εκφράζει μόνο τον υπουργό Οικονομικών Βαρουφάκη, αλλά ολόκληρη την κυβέρνηση. Πώς υποδέχτηκαν όμως οι “εταίροι” και οι “δανειστές” αυτήν την αυτές τις δύο υποχωρήσεις;
Τις υποδέχτηκαν με δύο εκβιαστικές επιθέσεις. Η πρώτη σε οικονομικό επίπεδο ήταν η απόφαση της ΕΚΤ να σταματήσει να δέχεται ως ενέχυρο τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, κόβοντας την χρηματοδότηση και μάλιστα 17 μέρες νωρίτερα από την λήξη της παράτασης που είχε πάρει ο Σαμαράς. Την επίθεση αυτή ακολούθησε η κατρακύλα στο χρηματιστήριο και οι απανωτές υποβαθμίσεις ελληνικής οικονομίας, τραπεζών από τους “εκπροσώπους” των “αγορών”.
Η δεύτερη σε διπλωματικό και πολιτικό επίπεδο, ήταν τα τελεσίγραφα του Σόιμπλε και άλλων αξιωματούχων για “συνέχιση”, ή “παράταση του προγράμματος”, δηλαδή του μνημονίου και της λιτότητας σαν προϋπόθεση για να συνεχίσει η χρηματοδότηση από την ΕΚΤ είτε κατευθείαν είτε μέσω ELA (μια χρηματοδότηση που, ας σημειώσουμε εδώ, θα καταλήξει κατευθείαν στις τσέπες των δανειστών για την αποπληρωμή παλαιότερων χρεών).
“Η Ελλάδα πρέπει να υποβάλει αίτηση για παράταση του προγράμματος έως τις 16 Φεβρουαρίου, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η Ευρωζώνη θα συνεχίσει να τη στηρίζει οικονομικά” δήλωσε χαρακτηριστικά ο Ντάισελμπλουμ. Δεν ξέρει τι να πρωτοθαυμάσει κανείς στις πολιτικές κινήσεις των εταίρων, τον απολύτως εξευτελιστικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τις ας πούμε “κινήσεις καλής θέλησης” μιας νεοεκλεγμένης κυβέρνησης; Ή την επί της ουσίας ακόμα πιο ψυχρή επιμονή στην συνέχιση της άγριας λιτότητας και την καταστροφή της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων;
Ποια ήταν όμως η απάντηση της κυβέρνησης σε αυτούς τους εκβιασμούς; Όπως την διατύπωσε ο Βαρουφάκης στην ομιλία του στη Βουλή στην διάρκεια των προγραμματικών δηλώσεων: «Η δική μας πρόταση είναι η εξής: Ούτε θα σκίσουμε το ισχύον πρόγραμμα, ούτε εσείς θα απαιτήσετε την τυφλή εφαρμογή του, λες και δεν έγιναν εκλογές. Όπως κάνουν οι σοβαρές επιχειρήσεις, οι έξυπνοι συμβεβλημένοι σε κάποιο συμβόλαιο, όταν αλλάξουν τα δεδομένα συμφωνούν να υπάρξει μια μεταβατική περίοδος, μια γέφυρα μεταξύ των συμβολαίων, μεταξύ της ισχύουσας συμφωνίας και μιας νέας που θα εξασφαλίσει ικανό χρόνο στα δύο μέρη να προβούν στις συζητήσεις και στις διαβουλεύσεις που θα παράξουν μια κοινώς επωφελή, νέα συμφωνία», “ένα νέο-συμβόλαιο μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ που θα λύσει το πρόβλημα”.
Για να το πούμε απλά: η νέα κυβέρνηση διαπραγματεύεται μια “γέφυρα” περιορισμένης κατά 30% λιτότητας που θα ενώνει το χθεσινό μνημόνιο με το αυριανό (“πρόγραμμα”, “συμβόλαιο”, “συμφωνία” ή όπως αλλιώς αποφασίσει να το ονομάσει ο νέος υπουργός Οικονομικών) με αντάλλαγμα τη συνέχιση της χρηματοδότησης δόση τη δόση (για να πληρώνονται τα χρέη των παλιών τόκων και να δημιουργούνται νέα χρέη των καινούργιων).
Είναι βαρέλι δίχως πάτο αυτή η διαπραγμάτευση. Υπάρχει όμως εναλλακτική διέξοδος;
Εκπρόσωποι της κυβέρνησης, αλλά και των μέχρι πρότινος εχθρικών προς τον ΣΥΡΙΖΑ ΜΜΕ, περιγράφουν μια σύγκρουση που από τη μια πλευρά έχει την Γερμανία και από την άλλη ένα “κοινό μέτωπο” που περιλαμβάνει από (διεθνώς) τον Ομπάμα, τον Ολάντ, τον Ντράγκι, τον ΔΝΤ και τον ΟΟΣΑ μέχρι (εγχωρίως) την Γιάννα Αγγελοπούλου, τους τραπεζίτες, τα κόμματα των μνημονίων, τα κόμματα της αριστεράς και τον κόσμο του κινήματος που καλείται μάλιστα να διαδηλώσει στο Σύνταγμα για να υποστηρίξει αυτήν την διαπραγμάτευση.
Οσον αφορά τους “φιλικά προσκείμενους εταίρους”, και ο Ρέντσι και ο Ολάντ που την προηγούμενη βδομάδα χτυπούσαν τον Τσίπρα φιλικά στην πλάτη, ταυτόχρονα του μπήγαν και ένα μαχαίρι, καλύπτοντας πλήρως την ενέργεια του μέχρι πρότινος “καλού” Ντράγκι και της ΕΚΤ να σταματήσει να δέχεται τα ελληνικά ομόλογα. Η τοποθέτηση του ιταλού υπουργού Οικονομικών -“δεν είναι δυνατόν να ζητήσουμε από αυτήν την κυβέρνηση να κάνει ακριβώς (sic)το ίδιο πράγμα που ζητήσαμε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις” - δεν είναι λιγότερο εξευτελιστική από την σκληρή στάση του Σόιμπλε.
Συνέχιση “μεταρρυθμίσεων”
Επί της ουσίας, όλες οι πλευρές των “δανειστών”, είτε υποστηρίζουν την “ποσοτική χαλάρωση” είτε όχι, συμφωνούν σε ένα πράγμα: Την συνέχιση των “μεταρρυθμίσεων” εις βάρος της εργατικής τάξης και των φτωχών και υπέρ των πλουσίων.
«Θα καταθέσουμε και θα βάλουμε μπροστά βαθιές μεταρρυθμίσεις σε συνεργασία με τον ΟΟΣΑ” συνέχισε ο Βαρουφάκης στην Βουλή τονίζοντας ξανά ότι “θα εφαρμόσει το 70% των μεταρρυθμίσεων που προβλέπονται στο μνημόνιο”. Τι είδους “μεταρρυθμίσεις” προβλέπει ο ΟΟΣΑ;
“Μείωση των θεσμοθετημένων εμποδίων στον ανταγωνισμό”, “άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων”, “ταχεία υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων”, “ταχεία πρόοδο όσον αφορά την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των καθηγητών, την εφαρμογή των νόμων του 2012 και την ολοκλήρωση της προγραμματισμένης εξωτερικής αξιολόγησης των ανώτατων ιδρυμάτων, “σύστημα αξιολόγησης των επιδόσεων του προσωπικού στην δημόσια διοίκηση...” Σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά;
Ξεπέρασε τον εαυτό του σε “εθνική ομοψυχία” ο Βαρουφάκης στη Βουλή λέγοντας: «Θα προσέλθω στο Eurogroup με τις εξής σκέψεις: ότι εκπροσωπώ όλους τους Έλληνες, όχι μόνο το 40% που μας ψήφισε... Θα θυμάμαι την αγωνία του Κωνσταντίνου Καραμανλή...θα θυμάμαι την χρήσιμη κριτική του ΚKE...το μάθημα που μας δίδαξε ο Ανδρέας Παπανδρέου...”
Τι κοινό έχει άραγε η Γιάννα Αγγελοπούλου που δίνει συνεντεύξεις υποστήριξης στο ΣΥΡΙΖΑ με ένα άνεργο; Τι κοινό έχει ο Κοντομηνάς με έναν ανασφάλιστο; Τι κοινό έχουν οι έλληνες τραπεζίτες με τα εκατοντάδες χιλιάδες χρεοκοπημένα νοικοκυριά; Τι κοινό οι Καραμανλήδες και οι Παπανδρέου με τις θυσίες του λαού και της εργατικής τάξης; Απολύτως κανένα.
Οι τραπεζίτες δεν θα είχαν πρόβλημα με μια συνέχιση της χρηματοδότησης και των πακέτων διάσωσης (που αδιάκοπα συνεχίστηκε τα χρόνια των μνημονίων) με καλύτερους όρους για τους ίδιους. Οι βιομήχανοι ίσως θα ήθελαν η συνέχιση των “διαρθρωτικών αλλαγών” και των ιδιωτικοποιήσεων, να συνοδευτεί με μια χαλάρωση του μνημονίου “να πάρει ανάσα η οικονομία”. Αρκετοί από αυτούς στέκονται φιλικά, σε μια «ήπια» διαπραγμάτευση, που θα έχει σαν αποτέλεσμα μια συμφωνία που θα οδηγήσει σε βελτίωση της θέσης της ελληνικής άρχουσας τάξης.
Ομως βελτίωση της θέσης των καπιταλιστών δεν σημαίνει τίποτα καλύτερο για τους εργαζόμενους, τους ανέργους, τους συνταξιούχους. Ακόμα και αν ελληνική κυβέρνηση και δανειστές συμφωνήσουν ότι κλείνουν “μια κοινώς επωφελή συμφωνία”, όπου κατά το συνήθειο όλοι θα εμφανίζονται σαν κερδισμένοι, θα ισχύει το ίδιο για εκείνους που τόσα χρόνια πληρώνουν το μάρμαρο;
Κοιτάζοντας τις προγραμματικές δηλώσεις ήταν φανερό ότι όσον αφορά στις δεσμεύσεις προς τον κόσμο που ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ, η “γέφυρα” μεταφράζεται σε περικοπές στην υλοποίηση αυτών των δεσμεύσεων: Δεν υπάρχει ζήτημα επαναπροσλήψεων, οι επαναπροσλήψεις “δεν αφορούν ούτε το 1% των ανέργων” ήταν η χαρακτηριστική απάντηση του Βαρουφάκη στην Αμανπούρ του CNN.
Η απάντηση στους εκβιασμούς της ΕΕ και των τραπεζιτών δεν μπορεί να είναι ο φαύλος κύκλος της διαπραγμάτευσης του χρέους αλλά η ολική διαγραφή του και η έξοδος από την ΕΕ, η κρατικοποίηση των τραπεζών.
Η δύναμη που μπορεί να πετύχει κάτι τέτοιο δεν είναι οι λυκοσυμμαχίες με τους τραπεζίτες, τους βιομήχανους ή οι αυταπάτες για τους εταίρους. Είναι η οργάνωση της δύναμης του εργατικού κινήματος, που με απεργίες και διαδηλώσεις πέτυχε την ανατροπή τριών μνημονιακών κυβερνήσεων σε πέντε χρόνια. Και το χτίσιμο μιας εργατικής αριστερής αντιπολίτευσης που δεν θα υποκύπτει στην υποκρισία της “εθνικής ομοψυχίας” αλλά μέσα από τον εργατικό έλεγχο θα αρχίσει να χτίζει την δική της εναλλακτική απέναντι στα αδιέξοδα και την βαρβαρότητα που σκορπάει το σύστημα.

