Πολιτική
Σύνοδοι ΕΕ και G20 σε πανικό

Μέρκελ και Ομπάμα συναντήθηκαν στην Ουάσιγκτον τη Δευτέρα 9/2

Με εκβιασμούς και ανοιχτές απειλές ετοιμάζονται οι ηγέτες της Ευρώπης να υποδεχτούν τη νέα ελληνική κυβέρνηση στο Γιούρογκρουπ αυτής της εβδομάδας. Πίσω από την αδιαλλαξία, τους βρυχηθμούς και τις φωνές, όμως, κρύβεται μια Ευρωπαϊκή Ένωση ξεδοντιασμένη, περικυκλωμένη από τέρατα και δράκους και βυθισμένη σε μια κρίση που δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο να αντιμετωπίσει. 

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η ιδέα και μόνο μιας “μονομερούς ενέργειας” είναι ικανή να σπρώξει στον χειρότερο πανικό τις άρχουσες τάξεις της Ευρώπης. Δυστυχώς η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έχει αποκλείσει προκαταβολικά την πιθανότητα να καταφύγει σε κάποια “μονομερή ενέργεια”.

Η σύνοδος των G20

Τα προβλήματα δεν είναι αποκλειστικά ευρωπαϊκά. Κάθε άλλο. Τη Δευτέρα, την ώρα που γράφεται αυτό το κείμενο, οι υπουργοί Οικονομικών των G20, των είκοσι πλουσιοτέρων χωρών του πλανήτη, ετοιμάζονται να συναντηθούν στην Κωνσταντινούπολη της Τουρκίας. Από την εποχή της κατάρρευσης της Λήμαν Μπράδερς, οι G20 έχουν μετατραπεί στο βασικό “φόρουμ” συντονισμού της δράσης των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών όλου σχεδόν του πλανήτη, για την αντιμετώπιση της κρίσης που έχει χτυπήσει την παγκόσμια οικονομία.
 
Επτά χρόνια έχουν περάσει από τότε αλλά οι πληγές που άφησε πίσω της αυτή η κρίση εξακολουθούν να αιμορραγούν. Οι “θεραπείες” αποδείχτηκαν όχι μόνο ανεπαρκείς αλλά και επικίνδυνες: τα συμπτώματα από τις παρενέργειες είναι, σε πολλές περιπτώσεις (η Ελλάδα είναι το προφανές παράδειγμα αλλά με κανένα τρόπο το μόνο) πολύ χειρότερα από τις ίδιες τις αρχικές επιπτώσεις της κρίσης.
 
Την περασμένη εβδομάδα η Κριστίν Λαγκάρντ, η διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, έστειλε μια “αυστηρή” προειδοποίηση για τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η παγκόσμια οικονομία αν οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες δεν πάρουν άμεσα πρωτοβουλίες: “Χωρίς δράσεις”, έγραψε στο μπλογκ της, “κινδυνεύουμε να δούμε το σούπερ τάνκερ της παγκόσμιας οικονομίας να συνεχίζει να είναι βυθισμένο στα ρηχά νερά μιας υποτονικής ανάπτυξης και πενιχρής δημιουργίας θέσεων εργασίας”. 
 
Όπως γράφει η εφημερίδα Financial Times, τον Νοέμβρη οι ηγέτες της ομάδας των G20 δεσμεύτηκαν να πάρουν μια σειρά από άμεσα μέτρα που θα προσέθεταν άμεσα, αθροιστικά, δυο τρισεκατομμύρια δολάρια στο ακαθάριστο παγκόσμιο προϊόν. Αντί για αυτό, όμως, η παγκόσμια ύφεση επιταχύνθηκε μέσα στους μήνες που πέρασαν από τότε. Το ΔΝΤ αναθεώρησε πρόσφατα -προς τα κάτω- τις εκτιμήσεις του για τους παγκόσμιους ρυθμούς ανάπτυξης μέσα στο 2015. 
 
Η μοναδική, σχεδόν, εξαίρεση στη σημερινή κατήφεια έρχεται από τις ΗΠΑ, όπου η οικονομία δείχνει να έχει μπει, έστω και καθυστερημένα, σε έναν πραγματικό κύκλο ανάπτυξης. Οι συνέπειες, όμως, αυτής της αμερικανικής επιτυχίας κινδυνεύουν να γυρίσουν μπούμερανγκ για ολόκληρο τον πλανήτη: η αμερικανική κεντρική τράπεζα έχει ήδη σταματήσει τα “πιεστήρια” (έχει διακόψει το πρόγραμμα της “ποσοτικής χαλάρωσης”) και ετοιμάζεται τώρα να επαναφέρει τα επιτόκια σε “φυσιολογικά” επίπεδα (ήταν σχεδόν στο μηδέν για πολλά χρόνια). Το αποτέλεσμα, όμως, αυτής της επιστροφής στην “κανονικότητα” είναι ένα κύμα επαναπατρισμού κεφαλαίων, από τις κερδοσκοπικές επενδύσεις στις αναδυόμενες αγορές των πρώτων υλών πίσω στις αμερικανικές τράπεζες. 

Σημάδι

Το πιο άμεσο και ορατό σημάδι αυτών των συνεπειών είναι η κατάρρευση της τιμής του πετρελαίου: από τα 115 δολάρια ανά βαρέλι τον Ιούνη, η τιμή του Brent έχει πέσει σήμερα στα 55. Η πτώση της τιμής της ενέργειας και η αύξηση της ισοτιμίας του δολαρίου έναντι του Ευρώ έσωσε, είναι αλήθεια, προσωρινά την Ευρωζώνη από μια τυπική ύφεση (με αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης).
 
Αλλά οι κίνδυνοι που προκαλεί το κύμα του επαναπατρισμού των κεφαλαίων -με δισεκατομμύρια να εγκαταλείπουν κυριολεκτικά σε μια νύχτα τις αναδυόμενες αγορές- με τις απότομες ανισορροπίες που προκαλεί είναι πολύ πιο επικίνδυνο ακόμα και από μια τυπική ύφεση. Οι αναδυόμενες οικονομίες, γράφει η Λαγκάρντ, “είναι ιδιαίτερα ευάλωτες γιατί μέσα στην προηγούμενη πενταετία πολλές από τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις τους αύξησαν τον δανεισμό τους σε δολάρια”. Με απλά λόγια, η επιστροφή της Αμερικής στην “κανονικότητα” απειλεί να σπείρει τον πλανήτη με εκατοντάδες μικρές Λήμαν Μπράδερς.
 
Η αφετηρία (χρονικά) της σημερινής κρίσης ήταν το σκάσιμο της φούσκας των στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου -που άρχισαν να γίνονται μαζικά “κόκκινα” από τα μέσα του 2007 στις ΗΠΑ. Από τα νοικοκυριά τα τοξικά χρέη πέρασαν στις τράπεζες και από τις τράπεζες στα κράτη -για να καταλήξουμε στη λιτότητα, τις περικοπές, τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, τις Τρόικες και τα μνημόνια. Αλλά και σε αυτό το επίπεδο η “θεραπεία” δεν είχε κανένα αποτέλεσμα (αν εξαιρέσει κανείς τις φριχτές παρενέργειες φυσικά): η υπερχρέωση τόσο των χωρών, όσο και των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών έχει επιδεινωθεί μέσα στα χρόνια της “εξυγίανσης” αντί να βελτιωθεί.
 
Πριν λίγες μέρες η Mckinsey Co, μια από τις πιο έγκυρες εταιρείες “συμβούλων” στον κόσμο, έδωσε στη δημοσιότητα μια μελέτη που έκανε για το χρέος. Τα αποτελέσματα της μελέτης, που καλύπτει 47 χώρες, είναι αποκαλυπτικά: “Μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2008 και τη μακρύτερη και βαθύτερη παγκόσμια ύφεση μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν πλατιά αναμενόμενο ότι οι οικονομίες όλου του κόσμου θα όδευαν προς απομόχλευση (δηλαδή προς τη μείωση του χρέους)”, γράφει η έκθεση. “Αυτό δεν έγινε. Αντί για αυτό, το χρέος συνεχίζει να αυξάνει σχεδόν σε όλες τις χώρες και σε απόλυτες τιμές και σε σχέση με το ΑΕΠ. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί νέους κινδύνους σε κάποιες χώρες και περιορίζει τις προοπτικές ανάπτυξης για τις περισσότερες”.
 
Τα νούμερα είναι απλά ανατριχιαστικά: “Από το 2007 μέχρι σήμερα το παγκόσμιο χρέος έχει αυξηθεί κατά 57 τρισεκατομμύρια δολάρια, ανεβάζοντας τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ κατά 17 ποσοστιαίες μονάδες... Το δημόσιο χρέος έχει ανέβει κατά 25 τρισεκατομμύρια και θα συνεχίσει να ανεβαίνει σε πολλές χώρες, με βάση τα σημερινά οικονομικά δεδομένα...”
 
Οι αναφορές στην Ελλάδα είναι ελάχιστες στην έκθεση. Το πιο τρομαχτικό, σύμφωνα με τους συντάκτες της, είναι η εξάπλωση της υπερχρέωσης σε χώρες και περιοχές που έμοιαζαν να έχουν ξεφύγει από τις συνέπειες της κρίσης του 2007. Τα χρέη των νοικοκυριών -ιδιαίτερα τα στεγαστικά- έχουν φτάσει σε επικίνδυνα επίπεδα σε μια σειρά από χώρες “υπεράνω υποψίας” όπως η Αυστραλία, η Νότια Κορέα, η Σουηδία και η Ολλανδία. Στον κατάλογο των χωρών με βάση το συνολικό τους χρέος (δημόσιο, νοικοκυριά, επιχειρήσεις) σε σχέση με το ΑΕΠ, η Ελλάδα είναι στην έβδομη θέση. Η Ολλανδία είναι ακριβώς από πάνω, στην έκτη θέση. Στην πρώτη θέση είναι η Ιαπωνία. Στην 22η θέση είναι η Κίνα. Από τις 47 χώρες που εξετάζει η έκθεση, μόνο πέντε μείωσαν μέσα στην επταετία 2007-14 το συνολικό τους χρέος. Οι υπόλοιπες 42 το αύξησαν. 
 
Η McKinsey προτείνει μια σειρά από “έκτακτα” μέτρα για να ξεπεραστεί αυτό το πρόβλημα. Κάποια είναι αναμενόμενα από μια εταιρεία “συμβούλων”-πχ η εφάπαξ φορολόγηση των πολιτών για τη μείωση του δημόσιου χρέους. Αλλά είναι σαφές ότι με τέτοια μέτρα -και με τα νοικοκυριά σε μεγάλο βαθμό υπερχρεωμένα- τα συμβατικά μέτρα δεν επαρκούν. Οι συντάκτες προτείνουν, ανάμεσα στα άλλα, την διαγραφή των χρεών που έχουν τα κράτη προς τις κεντρικές τράπεζες. Το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας, γράφουν, θα μπορούσε με αυτόν τον τρόπο, κυριολεκτικά με μια κοντυλιά, να πέσει από το 234% του ΑΕΠ σήμερα στο 94%.
 
Η παγκόσμια οικονομία μοιάζει με μπαρουταποθήκη σήμερα -όχι με ένα λιμάνι ασφάλειας και νηνεμίας. Ακόμα και η πιο μικρή σπίθα είναι ικανή να τινάξει όλο αυτό το φριχτό οικοδόμημα -με τα χρέη, τους “ανεξάρτητους” κεντρικούς τραπεζίτες, τους κερδοσκόπους, τις νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις, τη λιτότητα κλπ- στον αέρα. 

Ουκρανία

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι ηγέτες της Ευρωζώνης που θα συναντηθούν αυτή την εβδομάδα στις Βρυξέλλες έχουν ένα ακόμα πρόβλημα να αντιμετωπίσουν: την όξυνση των γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Το πιο θερμό σημείο, όσον αφορά στην ίδια την Ευρώπη, είναι η κατάσταση στην Ουκρανία. 
 
Πριν από ένα χρόνο η Δύση κατάφερε -εκμεταλλευόμενη κύρια την λαϊκή δυσαρέσκεια ενάντια στην κυβέρνηση του Γιανουκόβιτς- να κερδίσει την Ρωσία του Πούτιν στον διπλωματικό αγώνα δρόμου για τον προσεταιρισμό της Ουκρανίας. Η “νίκη” αυτή, όμως, έχει γυρίσει μπούμερανγκ για τα αφεντικά της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Και η αιτία δεν είναι μόνο η επέμβαση της Ρωσίας που αφού κατέλαβε και προσάρτησε την Κριμαία συντηρεί έκτοτε τον εμφύλιο πόλεμο, στηρίζοντας το αυτονομιστικό κίνημα στις ανατολικές επαρχίες: είναι και η οικονομική κατάρρευση της κυβέρνησης του Κιέβου. 
 
Η ΕΕ και το ΔΝΤ έχουν “προθυμοποιηθεί” να στηρίξουν την κυβέρνηση του Ποροσένκο έτσι ώστε να αποφύγει μια άτακτη χρεοκοπία -με τους γνωστούς όρους φυσικά. Αλλά το τελευταίο πράγμα που έχει σήμερα ανάγκη η κυβέρνηση της Ουκρανίας είναι μια Τρόικα.
Στη συνεδρίαση του Γιούρογκρουπ οι ηγέτες των χωρών της Ευρωζώνης θα βρεθούν αντιμέτωποι με μια ολόκληρη σειρά από αδιέξοδα. Για τους εργάτες και τους φτωχούς η αδυναμία των “από πάνω” είναι πάντα ένα θαυμάσιο νέο. Πως θα την χειριστεί αυτή την αδυναμία η “κυβέρνηση της αριστεράς”, αυτό μένει να το δούμε.