Διεθνή
Βενεζουέλα, Αργεντινή: Μετά τις εκλογές - Η εργατική αντίσταση έχει το λόγο

Εργατική διαδήλωση στη Αργεντινή, φέτος

Η δεξιά σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική πανηγυρίζει για τη νίκη που πέτυχε η αντιπολίτευση στη Βενεζουέλα, στις εκλογές της 6ης του Δεκέμβρη. Οι ίδιες δυνάμεις που το 2002 απήγαγαν τον Ούγκο Τσάβες και αναγκάστηκαν να τον απελευθερώσουν κάτω από το φόβο γενικής εξέγερσης, 13 χρόνια μετά επανέρχονται ως θριαμβευτές της δημοκρατίας, κερδίζοντας το 56% των ψήφων. Οι λίστες του PSUV, του κόμματος του νυν προέδρου Μαδούρο συγκέντρωσαν 41%. Ο Μαδούρο έχει εκλεγεί για θητεία ως το 2019, όμως τώρα θα πρέπει να κυβερνήσει με δεξιά κοινοβουλευτική πλειοψηφία. 
 
Η νίκη δεν ήταν έκπληξη, όμως το ότι η Δεξιά έφτασε να πάρει σχεδόν τα δύο τρίτα της εθνοσυνέλευσης της έχει ανοίξει την όρεξη για εκδίκηση. Εκδίκηση σημαίνει να παρθούν πίσω οι κατακτήσεις που πέτυχαν η εργατική τάξη και οι φτωχοί στη Βενεζουέλα τα τελευταία 15 χρόνια, σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, και πάνω απ’όλα να τσακιστεί η αυτοπεποίθηση και η οργάνωση τους εργατικούς χώρους.
 
Η ηγεσία του PSUV το μόνο που έχει να πει για τα αποτελέσματα είναι ότι δυστυχώς ο κόσμος πιάστηκε κορόιδο και πίστεψε τα ψέματα της Δεξιάς και του ιμπεριαλισμού. Ανάμεσα στα “ψέματα” συγκαταλέγει και την οικονομική κρίση. Όμως ο κόσμος τα τελευταία χρόνια ζει στο πετσί του την κρίση και δεν περίμενε τους απατεώνες της Δεξιάς. Οι τιμές στα ράφια διπλασιάζονται σχεδόν κάθε μήνα. Βασικά είδη, όπως το γάλα και το ρύζι για τα οποία η κυβέρνηση εγγυάται τη χαμηλή τιμή τους, εμφανίζονται στα ράφια και εξαφανίζονται αμέσως, αφού προηγούμενως πολλοί έχουν φάει τα πόδια τους στις ουρές. Τα τρόφιμα καταλήγουν σε μαυραγορίτες στους οποίους ο κόσμος τελικά καταφεύγει για να προμηθευτει, χρυσοπληρώνοντας. Στα φάρμακα η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη.
 
Η πτώση της τιμής του πετρελαίου είναι μόνο ένα κομμάτι της εξήγησης. Το 2008 το πετρέλαιο πλησίαζε τα 150 δολάρια το βαρέλι, και σήμερα είναι κοντά στα 50. Η Βενεζουέλα, με τα τεράστια κοιτάσματά της, εξαρτάται από το πετρέλαιο. Όμως, οι καπιταλιστές και η νέα άρχουσα τάξη που έχει απλώσει τα δίχτυα της γύρω από το κράτος δεν πέρασαν πείνα τα τελευταία χρόνια. Έχουν στα χέρια τους τα δολάρια για να κάνουν εισαγωγές αλλά και λαθρεμπόριο, προκαλώντας πραγματικές ή τεχνητές ελλείψεις. Ο κόσμος όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια έβλεπε γνώριμους και φίλους της κυβέρνησης να βρίσκονται μπλεγμένοι σε σκάνδαλα λαθρεμπορίου ή να φεύγουν στο εξωτερικό αφού είχαν προηγουμένως τσεπώσει κρατικές ενισχύσεις.
 
Η Δεξιά βρήκε πάτημα να ξαναεμφανιστεί ως νόμιμη αντιπολίτευση, πετώντας τη ρετσινιά των διεφθαρμένων πραξικοπηματιών. Στις εκλογές του 2013 ο Μαδούρο κέρδισε με μόλις 200 χιλιάδες ψήφους διαφορά. Ακολούθησε ο γύρος των κινητοποιήσεων κατά του Μαδούρο, όπου προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την οργή του κόσμου για τη γραφειοκρατία και την ακρίβεια. Δεν το κατάφεραν στο δρόμο. Οι βρόμικοι στόχοι τους έβγαζαν μάτια: επιτίθονταν στα Πανεπιστήμια που ιδρύθηκαν επί Τσαβες όπου για πρώτη φορά είχαν πρόσβαση οι φτωχοί, στο νέο δίκτυο λεωφορείων με φτηνό εισιτήριο αλλά και σε Κουβανούς γιατρούς που στελεχώνουν το σύστημα υγείας. 
 

Περιθώρια

Ο Μαδούρο μπροστά σε αυτές τις πιέσεις, συνέχισε προσπαθώντας να τους έχει όλους ικανοποιημένους. Έδωσε περισσότερα περιθώρια στους καπιταλιστές, ενώ προσπάθησε να μην περικόψει πολύ τις κοινωνικές “αποστολές” -τα μαζικά προγράμματα που απευθύνονται στους φτωχούς. Σε συνδυασμό με την πτώση του πετρελαίου, το αποτέλεσμα είναι περισσότερος πληθωρισμός, περισσότερα δάνεια, εισαγωγές προϊόντων και εγκατάλειψη των επενδύσεων στην εγχώρια βιομηχανία. Ένα κομμάτι του πληθυσμού έχοντας φτάσει στα όρια της ανοχής του απέναντι στη διαφθορά και την ακρίβεια, έφτασε να ψηφίσει τη δεξιά -μιας και στην πράξη δύο ήταν τα ψηφοδέλτια που συμμετείχαν στις εκλογές.
 
Η νίκη του Τσάβες το 1998 και ακόμη πιο έντονα η επιστροφή του μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα το 2002 σήμαναν ένα παράθυρο ελπίδας και δυνατοτήτων για τους απλούς ανθρώπους στη Βενεζουέλα και σε όλη τη Λατινική Αμερική. Η προοπτική που άνοιγε δεν ήταν απλώς για μια αριστερή κυβέρνηση που θα έλυνε τα προβλήματα, αλλά για μια διαδικασία όπου οι από τα κάτω θα έπαιρναν τον έλεγχο της αλλαγής στα χέρια τους. Και πράγματι έγιναν τέτοια βήματα. Από την αρχή υπήρξε ένταση στο εσωτερικό των “αποστολών” - τι θα ήταν; Προγράμματα δημόσιων επενδύσεων από όπου θα κονομούσαν μεσάζοντες και γραφειοκράτες; Ή δημοκρατικές διαδικασίες όπου οι τοπικές κοινότητες θα αποφάσιζαν τι και πώς θα παράγουν και πώς θα οργανώσουν τη ζωή τους; 
Σε αυτό το δίλημμα δε νίκησε η αντικαπιταλιστική ρήξη αλλά ο συμβιβασμός με τη γραφειοκρατία. Και τώρα η Δεξιά έρχεται να δρέψει τους καρπούς. Τουλάχιστον σε εκλογικό επίπεδο, γιατί στην πράξη θα κριθεί αν η εκδίκηση που θέλει να πάρει θα οδηγήσει σε ξέσπασμα σαν του 2002 ή ακόμη περισσότερο σαν την εξέγερση του 1989.
 
Οι εκλογές στη Βενεζουέλα είναι λογικό να αναλύονται κάτω από το συγκεκριμένο φακό της εμπειρίας του Τσαβισμού. Όμως, δεν πρέπει να χάσουμε από τα μάτια μας ότι η πολιτική αναταραχή βρίσκεται σε εξέλιξη σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική και αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο εισπράτει η περιοχή τη φάση της οικονομικής κρίσης την οποία βρισκόμαστε. Το οικονομικό φρενάρισμα της Κίνας έχει επίπτωση σε όλους. Πρώτα απ’όλους έχει επίπτωση στη Βραζιλία, και μέσω αυτής και στους υπόλοιπους.
 
Η νίκη της Δεξιάς στην Αργεντινή στις εκλογές της 22ης Νοέμβρη είναι κομμάτι του ίδιου παζλ. Δεν πρόκειται για μια “αναγέννηση της Δεξιάς στην Λατινική Αμερική” όπως το περιγράφουν ορισμένα ΜΜΕ, αλλά για μια κρίση που χαντακώνει όποιον κι αν κυβερνάει: είτε λέγεται Ντίλμα στη Βραζιλία, είτε Κριστίνα Κίρτσνερ στην Αργεντινή. Ο Δεξιός Μαουρίσιο Μάκρι, κέρδισε με 51,3% το δεύτερο γύρο των εκλογών έναντι του εκλεκτού ως διαδόχου της Κίρτσνερ, Ντανιέλ Σιόλι.
 
Το “παράδοξο” ήταν ότι και οι δυο αντίπαλοι πήγαν στις κάλπες με πολύ διαφορετική ανάλυση για το τι έχει συμβεί στην Αργεντινή τα τελευταία 15 χρόνια μετά την κρίση του 2001, αλλά με σχεδόν κοινές προτάσεις για το τι πρέπει να γίνει τώρα. Η κοινή λέξη είναι “προσαρμογή”, δηλαδή λιτότητα. Η πλευρά Σιόλι περηφανευόταν για την απεξάρτηση από το εξωτερικό χρέος (κάποια στοιχεία δίνουν ότι η Αργεντινή έχει πληρώσει 173 δις δολάρια την τελευταία δεκαετία). Στην πράξη, παρά τα βουνά από δολάρια που μπήκαν στη χώρα τα τελευταία χρόνια με την έκρηξη των τιμών των εμπορευμάτων, η Αργεντινή στεγνώνει από συνάλλαγμα και δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει την υποτίμηση του νομίσματος των δυο βασικών της πελατών της στις εξαγωγές (Βραζιλία και Κίνα). Ο Μάκρι λέει πως όλα αυτά είναι αποτέλεσμα της κακοδιαχείρισης της “αριστεράς”. Αλλά είναι αυτός που τώρα θα αναλάβει να επιβάλει στην αργεντίνικη εργατική τάξη να “σφίξει το ζωνάρι”.
 
Η άρχουσα τάξη της Αργεντινής μπορεί να βγαίνει από τη νιρβάνα και την αυταπάτη ότι θα ξεπερνούσε την παγκόσμια οικονομική κρίση χωρίς γρατζουνιά. Η εργατική τάξη δεν πέρασε παρόμοιο λήθαργο τα τελευταία χρόνια, αντίθετα συγκέντρωσε εμπειρίες. Το 4% που πήραν τα ψηφοδέλτια της επαναστατικής αριστεράς είναι μόνο ένα μικρό δείγμα. Η σύγκρουση με τη Δεξιά και τη λιτότητα είναι στην ημερήσια διάταξη.