Ιστορία
100 χρόνια αγώνες: Η ιστορία του εργατικού κινήματος

Ο Δημήτρης Λιβιεράτος 

 

Πρόσφατα κυκλοφόρησε ξανά το βιβλίο του Δημήτρη Λιβιεράτου Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα 1918-1923. Το βιβλίο είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1976 με τίτλο το Ελληνικό Εργατικό Κίνημα 1918-1923 και ήταν από καιρό εξαντλημένο. Είναι ο πρώτος τόμος μιας τετραλογίας που καλύπτει τους Κοινωνικούς Αγώνες στην Ελλάδα, δηλαδή την ιστορία του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς μέχρι την κορυφαία στιγμή τους στον «ελληνικό μεσοπόλεμο», την εργατική εξέγερση του Μάη του 1936. 

Αυτό το πρώτο βιβλίο της σειράς ξεκίνησε να γράφεται στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν «έπαιρνε φόρα» το κίνημα που θα οδηγούσε στην έκρηξη των Ιουλιανών του 1965 και δημοσιεύτηκε μια δεκαετία σχεδόν αργότερα, όταν κορυφωνόταν το εργατικό κίνημα της μεταπολίτευσης. Όπως είχε εξηγήσει ο συγγραφέας σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στην Εργατική Αλληλεγγύη: 

«Ο σημαντικός για την ελληνική ιστορία Κορδάτος είχε περιγράψει την πρώτη περίοδο των εργατικών αγώνων. Έπρεπε να συνεχιστεί. Το σπουδαίο, όταν άρχισα, ήταν ότι ζούσαν ακόμη πολλοί από τους αγωνιστές του Μεσοπολέμου και της Κατοχής. Έτσι άρχισα την καταγραφή. Με πολλές δυσκολίες λόγω της καθημερινής τρομοκρατίας εκείνη την περίοδο. Πολλή δουλειά αλλά και ενδιαφέρουσα. Παρά τις δυσκολίες μπόρεσα να καταγράψω τους αγώνες της Εργατικής Τάξης στον Μεσοπόλεμο. Το πρώτο από τα τέσσερα βιβλία ήταν έτοιμο το 1964 αλλά μεσολάβησε η Δικτατορία και εξεδόθη το 1976».

Όμως, εκείνη την εποχή ακόμα και το πρωτοποριακό έργο του Γ. Κορδάτου για την ιστορία των εργατικών αγώνων στην Ελλάδα ήταν πλέον σχετικά άγνωστο και «θαμμένο». Η κυριαρχία του σταλινισμού στην Αριστερά από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 σήμαινε ότι οι προηγούμενες σελίδες της ιστορίας είχαν «σκιστεί». Ο Δ. Λιβιεράτος πήρε την σκυτάλη από τον Κορδάτο, και τις έβαλε στη θέση που τους αρμόζει. Το αποτέλεσμα ήταν ένα βιβλίο γεμάτο με εικόνες και στοιχεία για τις συγκλονιστικές μάχες που έδωσε η νεαρή εργατική τάξη τα θυελλώδη χρόνια από το 1918 μέχρι το 1923. 

Η άποψη ότι δεν υπήρχε εργατική τάξη άξια λόγου, ότι η Ελλάδα της εποχής ήταν μια καθυστερημένη κοινωνία νοικοκυραίων με μπόλικη φτώχεια και λίγα πλούσια «τζάκια», ήταν πολύ διαδεδομένη. To 1910 η Πηνελόπη Δέλτα κατακεραύνωνε άρθρα στις εφημερίδες που μιλούσαν για τον σοσιαλισμό γιατί προβάλλουν «τάσεις που δεν έχουν καν λόγο να υπάρχουν στα μέρη μας όπου δεν υπάρχει proletariat» δηλαδή εργατική τάξη.

 Όμως, το σίγουρο είναι ότι υπήρχε τάξη των καπιταλιστών. Η Π. Δέλτα ανήκε σε μια ξακουστή οικογένειά της, τους Μπενάκηδες. Ήταν μια τάξη με συμφέροντα και φιλοδοξίες από τη νότια Ρωσία μέχρι την Αίγυπτο, που στην εποχή του ιμπεριαλισμού και του μιλιταρισμού, ετοίμαζε τη δικιά της εξόρμηση. Αυτό που θα ακολουθούσε θα ήταν ο «δεκαετής πόλεμος» που εκτυλίχτηκε απ’ τα πεδία των μαχών των δυο βαλκανικών πολέμων, στο Σαγγάριο στα βάθη της Τουρκίας. 

Προλεταριάτο

Ακριβώς αυτή την περίοδο κάνει ορμητικά την εμφάνισή της στο προσκήνιο η «ανύπαρκτη» τάξη των εργατών και των εργατριών. Όχι ότι δεν υπήρχαν εργατικοί αγώνες πριν, η πρώτη απεργία εργατριών στην Ελλάδα έγινε στην υφαντουργία του Ρετσίνα στον Πειραιά το 1892. Όμως, από το 1917 και με πιο έντονους ρυθμούς το 1918 «ολόκληρη η νεαρή εργατική τάξη της Ελλάδος βρισκόταν σε κίνηση» σημειώνει ο Δ. Λιβιεράτος στις πρώτες σελίδες του βιβλίου. «Το άγγελμα και η πραγματοποίηση Α’ Πανελλαδικού Εργατικού Συνεδρίου έδωσε φτερά στο προλεταριάτο όλης της χώρας. Για πρώτη φορά ο αγώνας τους έπαιρνε μια συγκεκριμένη οργανωμένη μορφή, με έντονο μαχητικό χαρακτήρα για τη διεκδίκηση των αιτημάτων της τάξης». 

Το συνέδριο που κάνει αναφορά ο συγγραφέας είναι εκείνο που ίδρυσε την ΓΣΕΕ τον Οκτώβρη του 1918. Αυτό το συνέδριο αποφάσισε ότι η κεντρική συνδικαλιστική οργάνωση της εργατικής τάξης θα στηρίζεται «επί της αρχής της πάλης των τάξεων» και όχι της συνεργασίας με τους καπιταλιστές και ότι θα βρίσκεται «πέραν πάσης αστικής πολιτικής επιρροής», δηλαδή δεν θα γίνει υποστηρικτής καμιάς από τις δυο αστικές παρατάξεις, του Βενιζελικών και των μοναρχικών, που είχαν φτάσει στην ένοπλη αναμέτρηση εκείνα τα χρόνια. 

Οι πιέσεις και οι θυσίες που επέβαλε ο πόλεμος ήταν η μια πηγή της ριζοσπαστικοποίησης της εργατικής τάξης που την «έσπρωχνε» να γενικεύει την οργάνωση και τους αγώνες της. Η άλλη πηγή ήταν οι εξελίξεις στο διεθνές εργατικό κίνημα και την Αριστερά. Τα κύματα πατριωτικού ενθουσιασμού που είχαν συνοδεύσει το ξέσπασμα του παγκόσμιου πολέμου είχαν δώσει τη θέση τους στην αγανάκτηση για τις ατελείωτες ανθρωποθυσίες, τη φτώχεια και τις στερήσεις που έφερνε ο πόλεμος. Απεργίες, διαδηλώσεις, ανταρσίες στα μέτωπα ξεσπούσαν. Και το 1917 ήρθε η Ρώσικη Επανάσταση, που λειτούργησε σαν καταλύτης και επιταχυντής αυτών των διαδικασιών. Τον Οκτώβρη του 1917 τα εργατικά συμβούλια με τους μπολσεβίκους στην ηγεσία τους πήραν την εξουσία. Ένα χρόνο μετά, τον Νοέμβρη του 1918 η εργατική επανάσταση ανατρέπει τον Κάιζερ στην Γερμανία και σταματάει τον πόλεμο. 

Εκείνες ακριβώς τις μέρες, ένα άλλο συνέδριο πολύ μικρότερο σε μέγεθος ιδρύει το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ). Μ’ ένα άλμα, η εργατική τάξη αποκτάει την κεντρική συνδικαλιστική της έκφραση και ταυτόχρονα τα πιο πρωτοπόρα στοιχεία της, τα «συνειδητότερα και ζωηρότερα» τμήματά της, συγκροτούν ένα κόμμα εργατικό, επαναστατικό και διεθνιστικό. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου βλέπουμε τη διαδρομή αυτού του κόμματος εκείνα τα χρόνια, την προσπάθειά του, γεμάτη αντιπαραθέσεις και ξεκαθαρίσματα, να κερδίσει την εργατική τάξη στην προοπτική της επαναστατικής ανατροπής. 

Εκλογές

Ο Δ. Λιβιεράτος έχει διασώσει στο βιβλίο του αποσπάσματα από την εισήγηση του γραμματέα του ΣΕΚΕ για το ζήτημα των εκλογών στο δεύτερο συνέδριο του κόμματος τον Απρίλη του 1920:

«Βεβαίως το κόμμα μας δεν παραδέχεται, μάλιστα είναι εντελώς αντίθετον, την ουτοπικήν ιδέαν της διά του κοινοβουλίου καταλήψεως της πολιτικής εξουσίας υπό των εργαζομένων τάξεων… Πιστεύομεν αντιθέτως ότι η πραγματοποίησις του τελικού σκοπού του αγώνος μας, η κατάληψις της πολιτικής εξουσίας υπό των εργαζομένων τάξεων δεν δύναται να γίνη παρά μόνον επαναστατικώς και δια της μεταβατικής περιόδου δικτατορίας των εργατικών και αγροτικών οργανώσεων. 

Εισερχόμεθα εις το κοινοβούλιον όχι διότι πιστεύομεν ότι κερδίζοντες μερικά νομοθετήματα ‘φιλεργατικά’ από εκείνα που μας έχει συνηθίση η αστική τάξις, πραγματοποιούμε μερικά βήματα προς την απελευθέρωσιν των καταπιεζομένων τάξεων. Αλλά εισερχόμεθα εις τη Βουλήν διότι το βήμα της είναι εκτάκτως ευνοϊκόν διά την εξάσκησιν προπαγάνδας, διά τη διαφώτισιν των λαϊκών μαζών περί των αληθινών τους συμφερόντων, διά την ώθησιν της εργατικής τάξεως εις τον πολιτικόν αγώνα. Η θέσις μας μέσα εις την Βουλήν είναι θέσις κριτού του αστικού καθεστώτος… Ο ρόλος μας επομένως εκεί μέσα δεν είναι ρόλος δημιουργικός αλλά διαλυτικός και αρνητικός».

Το κόμμα ξεκαθαρίζει ότι στο ερώτημα μεταρρύθμιση ή επανάσταση απαντάει το δεύτερο. Η αλλαγή της κοινωνίας δεν περνάει από την κάλπη αλλά από τη δράση της εργατικής τάξης που θα φτάσει να ανατρέψει το κράτος των καπιταλιστών και θα οικοδομήσει τη δικιά της εξουσία με τους δικούς της θεσμούς. Μ’ αυτή την στρατηγική πυξίδα το νεαρό κόμμα ρίχτηκε στην προσπάθεια να παρέμβει ενεργητικά στους αγώνες που ξεσπάνε. Το βιβλίο είναι γεμάτο από «επεισόδια» αυτής της προσπάθειας. Για παράδειγμα:

«Τον Δεκέμβριο του 1919 γίνεται η μεγάλη απεργία των καπνεργατών της Καβάλας και της Δράμας. Τα καπνεργατικά σωματεία είχαν μεγάλη δύναμη για την εποχή εκείνη, αλλά και μεγάλα ζητήματα να λύσουν. Το σωματείο της Καβάλας είχε 13.000 μέλη και της Δράμας 6.000. Κατά τη διάρκεια του 1919 ανεπτύχθη δραστηριότητα από τους μικρούς πυρήνες του ΣΕΚΕ που υπήρχαν στις δυο πόλεις για την κατάκτηση των δυο συνδικάτων. Μέχρι τότε κατά τη συνήθεια της εποχής, επικεφαλής πρόεδροι βρισκόντουσαν πρόσωπα που δεν είχαν καμιά σχέση με τον κλάδο, δικηγόροι, γιατροί, διάφοροι πολιτευτές. Τα μέλη του ΣΕΚΕ εκείνη τη χρονιά για πρώτη φορά οργανώνουν ψηφοδέλτιο αποτελούμενο πραγματικά από καπνεργάτες και κατεβαίνουν στις εκλογές με τρία καθαρά συνθήματα: α) αύξηση των ημερομισθίων β) 7ωρη δουλειά αντί για 8ωρη λόγω της ανθυγιεινής εργασίας γ) οι καπνεργάτες στη διοίκηση του σωματείου. 

Πράγματι κερδίζουν τις εκλογές με τεράστια πλειοψηφία και τον Δεκέμβριο οργανώνεται η πρώτη μεγάλη απεργία που είχε και απόλυτο επιτυχία. Κατά τη διάρκεια της απεργίας έγιναν μεγάλες διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις, συγκρούσεις με τη χωροφυλακή η οποία άρχισε να καταδιώκει τους αγωνιζόμενους καπνεργάτες. Συνελήφθησαν 15 από τους κυριότερους και έμειναν 11 μήνες στη φυλακή. Οι αγώνες αυτοί άνοιξαν το δρόμο για τους καπνεργάτες, αλλά ταυτόχρονα σταθεροποίησαν τη θέση του ΣΕΚΕ και των αγωνιστών του στη συνείδηση των εργατών της Ανατολικής Μακεδονίας με αποτέλεσμα να παραμείνουν οι δυο εργατικές πολιτείες ακροπόλεις του αριστερού κινήματος για πολλά χρόνια».

Η επιμονή στην στήριξη και την κλιμάκωση των εργατικών αγώνων ήταν εκ των πραγμάτων άμεσα δεμένη με την αντιπολεμική, διεθνιστική στάση του κόμματος. Τα εργατικά αιτήματα έρχονταν σε σύγκρουση με τις θυσίες που ήθελε να φορτώσει στην εργατική τάξη -και τους αγρότες- η αστική τάξη που διεξήγαγε πόλεμο για να συμμετέχει στην ιμπεριαλιστική μοιρασιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το ΣΕΚΕ είχε γεννηθεί από την αριστερά που είχε αντιταχθεί στους Βαλκανικούς Πολέμους και στη συμμετοχή στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν ενάντια στον πόλεμο στη Μικρά Ασία και αυτό έδινε στους αγωνιστές του τη βάση να ηγηθούν στους «καθημερινούς» εργατικούς αγώνες. Κάποιες φορές τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά:

Απεργίες

«Μια από τις μεγάλες απεργίες η οποία έγινε τον Νοέμβριο του 1921 ήταν της Ομοσπονδίας Ηλεκτρισμού και Ηλεκτροκινήσεως της οποίας η διοίκηση ήταν αριστερή… Επαναλαμβάνουμε ακόμα μια φορά ότι είμαστε σε πολεμική περίοδο και οι απεργίες δεν ήταν εύκολες. Η απεργία όμως αυτή ήταν από τις πιο καλά οργανωμένες. Επί δυο ημέρες η Αθήνα και ο Πειραιάς έμειναν στο σκοτάδι και χωρίς συγκοινωνία. Τα αιτήματα της απεργίας ήταν οικονομικά, αλλά ήταν και συγχρόνως μια διαμαρτυρία φανερή κατά του πολέμου που φαινόταν ατελείωτος. 

Από την πρώτη μέρα η απεργία είχε επιτυχία. Το ίδιο απόγευμα ο πρωθυπουργός Γούναρης ανεβαίνει στο βήμα της Βουλής για να πληροφορήσει το σώμα για τα μέτρα που θα πάρει η κυβέρνηση κατά των απεργών. Ακριβώς στο σημείο που επετίθετο κατά της απεργίας έσβησαν τα φώτα της Βουλής όπως και ολόκληρης της πολιτείας και διεκόπη η συνεδρίαση. Αυτή ήταν η συμπτωματική βέβαια απάντηση των απεργών. Η ώρα ήταν 6 και άλλαζε η βάρδια του ηλεκτρικού εργοστασίου, αλλά η επόμενη βάρδια δεν ήρθε να πιάσει δουλειά για τι εντωμεταξύ είχε αποφασιστεί να ακολουθήσουν την Ομοσπονδία στην απεργία. Όλη η χώρα βούιξε με το πάθημα του πρωθυπουργού και οι ηλεκτροτεχνίτες είχαν για πολλά χρόνια να το λένε πώς έδωσαν την απάντηση που έπρεπε». 

Είναι αλήθεια ότι το ΣΕΚΕ -από το Δεύτερο Συνέδριό του είχε προσθέσει τη λέξη «Κομμουνιστικό» στον τίτλο του- ήταν ένα μικρό, αριθμητικά, κόμμα. Όμως, διαδραμάτισε ένα καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις. Μέχρι και την ίδρυσή του, και λίγο μετά, την αντιπολεμική διάθεση των εργατών και των φτωχών διεκδικούσε να την εκφράσει μια αστική μερίδα, η φιλομοναρχική. Το κόμμα του Βενιζέλου ήταν το κόμμα του πολέμου, και το Λαϊκό Κόμμα παρίστανε τον υπέρμαχο της «ουδετερότητας» και της ειρήνης. Η παρέμβαση του ΣΕΚΕ, στους εργατικούς αγώνες, στην αντιπολεμική δράση στο ίδιο το μέτωπο της Μικράς Ασίας, διαμόρφωσε ένα άλλο πόλο, ένα αντιπολεμικό κίνημα που στρεφόταν στην Αριστερά για ιδέες και προοπτική. Να για παράδειγμα πως περιγράφει ο Δ. Λιβιεράτος την κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του κόμματος πριν τις εκλογές του Νοέμβρη του 1920:

«Πριν από τις εκλογές το κόμμα συγκρότησε μια τεράστια διαδήλωση στην Αθήνα με κύριο σύνθημα ‘Κάτω ο πόλεμος’. Η διαδήλωση άρχισε από την πλατεία Δημοτικού Θεάτρου (σημερινή πλατεία Κοτζιά) όπου έβγαλε λόγο ο Ε. Παπαναστασίου. Κατόπιν από την οδό Αιόλου πέρασαν στην Σταδίου και στο Σύνταγμα. Ήταν τεράστια για την εποχή εκείνη αφού συγκέντρωσε πάνω από 50.000 διαδηλωτές. Όμως, δεν ήταν όλοι οπαδοί του κόμματος, αλλά και πολλοί αντιβενιζελικοί οι οποίοι τότε δεν τολμούσαν να συγκροτήσουν δικές τους διαδηλώσεις. Πάντως το κόμμα πήρε περίπου 100.000 ψήφους ποσοστό μεγάλο για την εποχή…Επίσης στο μέτωπο όσοι φαντάροι μπόρεσαν ψήφισαν το ΣΕΚΚ. Είναι φανερό ότι η αντιπολεμική πάλη που διεξήγαγε το κόμμα έβρισκε απήχηση μεγάλη στον ελληνικό λαό που είχε βαρεθεί τις πολεμικές περιπέτειες, τις θυσίες και τη δυστυχία. Οσο κι αν βαυκαλιζόταν με την ιδέα της Μεγάλης Ελλάδας του Βενιζέλου, είχε κουραστεί αφάνταστα και η βενιζελική πολιτεία του 1917-1920 έστρεφε πολλούς εναντίον του».

Προς το τέλος του βιβλίου ο Δ. Λιβιεράτος επισημαίνει ότι: «Στην ιστορία του το ελληνικό εργατικό κίνημα λίγες περίοδες θα βρει τόσο ζωντανές, σαν την περίοδο 1918-1923 και προπαντός τόσο μεγάλης συμμετοχής των εργατών στα συνδικάτα και την πρόσδεσή τους σε ένα δικό τους πολιτικό κόμμα». Γι’ αυτό εκείνη η περίοδος είναι τόσο πολύτιμη για μας σήμερα. Γιατί χτίζουμε μια Αριστερά επαναστατική, αντικαπιταλιστική και διεθνιστική. Δεν ξεκινάμε από το μηδέν, έχουμε πίσω μας έναν αιώνα μεγάλων ταξικών μαχών και πολιτικών εμπειριών. Το βιβλίο του Δ. Λιβιεράτου είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες που θέλουν να βαδίσουν αυτό το δρόμο, τον επαναστατικό. 

Διαβάστε επίσης

Θα τα βρείτε στο μαρξιστικό βιβλιοπωλείο