«Πρέπει να μη μείνουμε παράμερα, αλλά να προσπαθήσουμε να πάρουμε μέρος, να επιδρούμε. ...Πρέπει να διεξάγεται αυτός ο αγώνας μόνο από τους σοσιαλδημοκράτες; Μου φαίνεται πως όχι... Δεν είναι σκόπιμο να περιορίσουμε την σύνθεση των συνδικάτων και συνεπώς τον αριθμό εκείνων που παίρνουν μέρος στον οικονομικό αγώνα μόνο στα μέλη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος».
«... δεν είναι σκόπιμο να απαιτούμε από το σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών να αποδεχθεί το πρόγραμμά μας.... Εμείς δεν φοβόμαστε μια τέτοια ευρύτητα και μια τέτοια πολυχρωμία της σύνθεσης, απεναντίας την επιθυμούμε».
Aυτά έγραφε ο Λένιν το 1905, καθώς ένα κύμα απεργιών συγκλόνιζε τη Ρωσία, για τον οικονομικό - πολιτικό αγώνα της εργατικής τάξης και τα καθήκοντα των «σοσιαλδημοκρατών», όπως ακόμη τότε συνέχιζαν να αυτοαποκαλούνται οι επαναστάτες.
Ο Λένιν πολέμησε τον σεχταρισμό απέναντι στα συνδικάτα και στα σοβιέτ μέσα στους μπολσεβίκους, γιατί τα μεν ήταν κάτω από τον έλεγχο ενός παπά ενώ τα δε είχαν προκύψει με πρωτοβουλία των μενσεβίκων. Άλλωστε η ίδια η ρώσικη επανάσταση ξέσπασε μετά από την «Ματωμένη Κυριακή», όταν στις 9 Ιανουαρίου του 1905 υπό την ηγεσία του Παπά Γκαμπόν, μια εργατική διαδήλωση-λιτανεία με εικόνες και εξαπτέρυγα που είχε στόχο να «παρακαλέσει» τον Τσάρο να «διορθώσει» τις αδικίες απέναντι στους εργάτες, σφαγιάστηκε από τον στρατό.
Πάνω στην ίδια εμπειρία του 1905 γράφει η Ρόζα Λούξεμπουργκ το βιβλίο “Μαζική απεργία, κόμμα, συνδικάτα” κατακεραυνώνοντας τους «οπαδούς των συντεταγμένων και πειθαρχημένων μαχών που διεξάγονται μόνο σύμφωνα με ένα σχέδιο και σχήμα, εκείνοι κυρίως που θέλουν να ξέρουν επακριβώς και από πριν πως θα έπρεπε να εξελιχθούν τα πράγματα…»
Έχουν αξία σήμερα αυτά τα συμπεράσματα από εκείνες τις πολιτικές μάχες που δίνονταν μέσα στην επαναστατική αριστερά έναν ολόκληρο αιώνα νωρίτερα; Προφανώς και έχουν.
Το καθήκον των επαναστατών είναι να μην «μένουν παράμερα» αλλά να παρεμβαίνουν για να καθορίζουν προς τα πού πηγαίνουν οι αγώνες του εργατικού κινήματος, Το «πλαίσιο» που καθορίζει ο κάθε Παναγόπουλος δεν καθορίζει απολύτως τίποτε όταν η εργατική τάξη μπαίνει σε κίνηση. Έχουμε τέτοια παραδείγματα στις μάχες που έχουν δοθεί τα τελευταία χρόνια;
Το 1997, η ΓΣΕΕ, υπό την ηγεσία του Πολυζωγόπουλου, είχε υπογράψει -τότε μαζί με τον ίδιο τον ΣΕΒ- το «Σύμφωνο εμπιστοσύνης Κυβέρνησης και Κοινωνικών Εταίρων προς το 2000» μετά από ένα «κοινωνικό διάλογο» που κράτησε δύο ολόκληρα χρόνια «συναίνεσης».
Το Σύμφωνο ξεκινούσε με τη φράση: «Το τρίπτυχο “Ανάπτυξη - Ανταγωνιστικότητα – Απασχόληση” αποτελεί ένα κεντρικό ζήτημα για τη χώρα μας. Ο Κοινωνικός Διάλογος πρέπει να αποτελέσει μία μόνιμη, σταθερή και διαρκή διαδικασία ανταλλαγής και σύνθεσης απόψεων σε όλα τα επίπεδα». Που κατέληξαν αυτά τα σχέδια όταν η εργατική τάξη μπήκε σε κίνηση από τα κάτω; Το 2001 απέναντι στην πρώτη επίθεση στο ασφαλιστικό, η ίδια πουλημένη ηγεσία του Πολυζωγόπουλου που τα έβρισκε με τον ΣΕΒ αναγκάστηκε να καλέσει τις πανεργατικές απεργίες που γκρέμισαν το νόμο Γιαννίτση.
Πρωτεργάτης
Την τελευταία δεκαετία και μέχρι σήμερα ο Παναγόπουλος, ο ίδιος πρωτεργάτης του «εκσυγχρονιστικού» ρεύματος που την δεκαετία του ‘90 έφερε τον Σημίτη στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και στην εξουσία, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να συνεχίζει πιστά στις θέσεις που διατύπωνε τότε. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο προδοτική στάση απέναντι στο εργατικό κίνημα από αυτήν που κράτησε η ΓΣΕΕ το διάστημα τέλη 2009 – αρχές 2010 όταν ο ΓΑΠ κατέβασε το πρώτο μνημόνιο.
Τον Δεκέμβρη του 2009 όταν ψηφιζόταν ο προϋπολογισμός-προoίμιο της λαίλαπας που θα ακολουθούσε, ο Παναγόπουλος δεν έκανε καν το «τυπικό» του καθήκον να καλέσει απεργία, δεν κάλεσε καν διαδήλωση. Τέτοια ήταν η λύσσα του να μην βγει πανεργατική απεργία ώστε όταν η ΑΔΕΔΥ κάλεσε τελικά 24ωρη απεργία στις 10 Φλεβάρη έτρεξε να καλέσει απεργία της ΓΣΕΕ άλλη μέρα στις 24 Φλεβάρη -για να συμπλεύσει με τη γραμμή της κυβέρνησης ότι τάχα τα μέτρα θα έβαζαν στο στόχαστρο μόνο τους δημόσιους υπαλλήλους!
Από το 2010, η ίδια πουλημένη ηγεσία Παναγόπουλου που υπερασπιζόταν το ΓΑΠ (αφού στη μεγαλειώδη πανεργατική απεργία της 5 Μάη του 2010 έφαγε ένα κράξιμο που ακούστηκε σε όλο το λεκανοπέδιο) αναγκάστηκε να καλέσει στα χρόνια που ακολούθησαν όχι μία, αλλά 40 πανεργατικές απεργίες –τις οποίες και περιφέρει ακόμη σε διεθνή συνέδρια σαν απόδειξη της «επαναστατικότητάς» του.
Δεν ανακαλύπτουν, λοιπόν, την Αμερική σήμερα όσοι καταγγέλλουν την ξεφτίλα μιας συνδικαλιστικής ηγεσίας που θέλει να «αναβαθμίσει» τις 30 Μάη από μέρα απεργίας σε «εθνική δράση» της «κοινωνικής συμφωνίας» με τους εμπόρους και τα μεσαία αφεντικά. Το ζήτημα είναι αν υπάρχει τρόπος να ξεπεραστεί αυτή όχι στα λόγια με καταγγελίες αλλά στην πράξη. Και έχουμε εμπειρία σε αυτήν την κατεύθυνση. Δεν ήταν οι ηγεσίες στη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ αλλά το μεγαλειώδες εργατικό κίνημα των τελευταίων ετών που επέβαλε τις μεγάλες πανεργατικές απεργίες και τις ξεχείλωσε με απεργίες διαρκείας και καταλήψεις.
Σε όλες τις μεγάλες μάχες, οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προσπάθησαν να μπουν και να καθορίσουν την πορεία του αγώνα μαζί με τα πιο μαχητικά κομμάτια της εργατικής τάξης. Δεν κοίταζαν «στα δόντια» τον μεγάλο ξεσηκωμό των πλατειών του 2011 αλλά μπήκαν σε αυτόν για να τον καθορίσουν κόντρα σε σοβινιστικές κραυγές ή ρεφορμιστικές αυταπάτες που έδρευαν αντίστοιχα στην «πάνω» και στην «κάτω» πλατεία. Αξιοποίησαν κάθε απεργιακό κάλεσμα των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ σε πανεργατική απεργία για να καλέσουν συνελεύσεις, να πάρουν αποφάσεις κλιμάκωσης για απεργίες διαρκείας, καταλήψεις υπουργείων, εργοστασίων, της ΕΡΤ, να βγουν στις γειτονιές και να μοιράσουν υλικό.
Έτσι και τώρα, μια μαζική συμμετοχή στην απεργία της 30 Μάη δεν είναι επιστέγασμα αλλά αντίθετα ένα μεγάλο βήμα για την ανατροπή της «κοινωνικής συμφωνίας» που επιδιώκουν Παναγόπουλοι και αφεντικά. Η επιτυχία της γενικής απεργίας αποδεικνύει ντε φάκτο ότι αυτή η «συμφωνία» δεν ισχύει. Ενώ η μη συμμετοχή δίνει επιχειρήματα ότι η εργατική τάξη έχει κρεμάσει τα γάντια της και πάει για μπάνιο με τους «συνεπείς» επαναστάτες μακριά της να καταγγέλλουν κάπου σε κάποια γωνία τις κακές ηγεσίες.

