Ιστορία
Κύπρος, 55 χρόνια πριν: Ο ματωμένος Δεκέμβρης του 1963

Ο Σαμψών που έγινε “πρόεδρος” με το πραξικόπημα Ιωαννίδη το 1974 ήταν από τους πρωταγωνιστές στις σφαγές στα χωριά των Τουρκοκυπρίων το 1963

Κλείνουν 55 χρόνια από τον ματωμένο Δεκέμβρη του 1963, την πρώτη ανοιχτή πολεμική σύγκρουση ανάμεσα σε ελληνοκυπρίους και τουρκοκυπρίους, με εκατοντάδες νεκρούς, πρόσφυγες και αγνοούμενους, κυρίως τουρκοκύπριους. 

Τότε ήταν που χαράχτηκε και η πρώτη διαχωριστική γραμμή στο νησί που οδήγησε στον αποκλεισμό των τουρκοκυπρίων στους θύλακες που αποτελούσαν μόλις το 4,8% του εδάφους.

Οι συγκρούσεις στο νησί, που άρχισαν στις 21 προς 22 του Δεκέμβρη, δεν ήρθαν σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν το αποκορύφωμα ενός έντονου πολιτικού και οικονομικού ανταγωνισμού που υπήρχε ανάμεσα στις άρχουσες τάξεις των δυο κοινοτήτων. 

Η ελληνοκυπριακή άρχουσα τάξη προσπάθησε να χρησιμοποιήσει την οικονομική υπεροχή που είχε και το κράτος που ουσιαστικά έλεγχε για να εμποδίσει την τουρκοκυπριακή κοινότητα να αναπτυχθεί και να γίνει ανταγωνιστής της. Η εκκλησία, ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης ακινήτων δεν πουλούσε ούτε νοίκιαζε σπίτια και υποστατικά σε τουρκοκύπριους. Οι ελληνικές επιχειρήσεις, όπως οι τράπεζες, δεν προσλάμβαναν ούτε σαν υπαλλήλους τους τουρκοκύπριους. Οι κρατικές υπηρεσίες κωλυσιεργούσαν στην εξυπηρέτησή τους ενώ το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας αρνιόταν ακόμα και να τους δώσει άδεια να κάνουν δικές τους επιχειρήσεις. Για να πάρουν τέτοια άδεια οι τουρκοκύπριοι συνήθως αναγκάζονταν να βάλουν ελληνοκύπριο συνεταίρο.

Η ίδια η κυβέρνηση αρνήθηκε να προσλάβει τουρκοκύπριους δημόσιους υπαλλήλους σε αναλογία 70% με 30% όπως προέβλεπε το Σύνταγμα. Όταν μάλιστα τον Μάιο του 1961 οι τουρκοκύπριοι αρνήθηκαν να ψηφίσουν τρίμηνη ανανέωση της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας, ζητώντας εφαρμογή αυτής της αναλογίας, ο Μακάριος έδωσε εντολή στις εφορίες να εξακολουθήσουν να εισπράττουν τους φόρους παραβιάζοντας το Σύνταγμα που υπόγραψε μόλις ένα χρόνο πριν. 

Αυτό βέβαια δεν έγινε τυχαία, ούτε αφορούσε ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ήθελαν να δημιουργήσουν ένα προηγούμενο για να μπορούν να αλλάξουν και άλλες πρόνοιες του Συντάγματος. Η εφημερίδα "Μάχη" του Σαμψών σχολιάζοντας την απόφαση του Μακάριου, ομολογούσε στις 6 του Απρίλη του ‘61, αυτές ακριβώς τις μεθοδεύσεις της ελληνοκυπριακής άρχουσας τάξης. Εγραφε: «Κατά τους πολιτικούς παρατηρητές, η καθόλου στάσης των Τούρκων παρέχει λαμπρά ευκαιρία και δημιουργεί τρόπον τινά εν προηγούμενον, βάσει του οποίου τα σημεία εκείνα του Συντάγματος, τα οποία δημιουργούν εστίας προστριβών μεταξύ των δυο συνοίκων στοιχείων, να μην εφαρμόζονται κατά γράμμα» 

Λίγο αργότερα ο Μακάριος παραβιάζοντας ξανά το Σύνταγμα αποφάσιζε να μην εφαρμόσει την πρόβλεψη για δημιουργία χωριστών τουρκοκυπριακών δήμων στις πέντε μεγάλες πόλεις. Δημιουργούσε άλλο ένα τετελεσμένο σε βάρος των τουρκοκυπρίων. 

Τα 13 σημεία 

Ο πολιτικός ανταγωνισμός αυτής της περιόδου έφτασε στο αποκορύφωμα του το φθινόπωρο του 1963, όταν ο Μακάριος προσπάθησε να τροποποιήσει το Σύνταγμα προτείνοντας στους τουρκοκύπριους 13 σημεία αλλαγής του. Από τα δεκατρία σημεία τα εφτά αποτελούσαν αφαίρεση προστατευτικών για την τουρκοκυπριακή μειοψηφία διατάξεων, όπως το δικαίωμα βέτο του αντιπρόεδρου, ενώ τα άλλα έξι ήταν ανώδυνες παραχωρήσεις. Οι τουρκοκύπριοι αρνήθηκαν να δεχτούν αυτές τις τροποποιήσεις. 

Ο Μακάριος όμως ήταν αποφασισμένος να επιβάλει και αυτές τις αλλαγές. Όπως ομολογεί σε επιστολή που έστειλε στον Ν.Κρανιδιώτη, πρεσβευτή στην Αθήνα, λίγο πριν υποβάλει τα δεκατρία σημεία, «η αναθεώρηση του Συντάγματος αποτελεί εθνικήν επιταγήν» και ότι «σε περίπτωση που η Τουρκική πλευρά θα απέκρουε τις διαπραγματεύσεις, ή σε περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις θα αποτύγχαναν, η Κυβέρνηση θα επροχώρει εις την ληψιν άλλων μέτρων προς επίτευξιν του σκοπού της αναθεωρήσεως». 

Οι συγκρούσεις 

Ήταν σχεδόν σίγουρο ότι ένα τέτοιο σχέδιο θα οδηγούσε σε ένοπλες συγκρούσεις. Ο Μακάριος όμως προετοιμαζόταν για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Έκανε μαζί με τον τότε υπουργό Εσωτερικών, τον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη το σχέδιο "Ακρίτας" (ήταν το ψευδώνυμο του Γιωρκάτζη) που πρόβλεπε την στρατιωτική επιβολή της αλλαγής του Συντάγματος και των συμφωνιών της Ζυρίχης. Παράλληλα προχώρησαν στην δημιουργία της "Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων". Μιας στρατιωτικής οργάνωσης που στελεχώνονταν κυρίως από μέλη της ΕΟΚΑ. Στο σχέδιο Ακρίτας συμμετείχαν όλα τα γνωστά τότε στελέχη της κυβέρνησης, και της πολιτικής ηγεσίας των ελληνοκυπρίων όπως ο Παπαδόπουλος, ο Κληρίδης, ο Σαμψών, ο Αζίνας (διοικητής τότε της Συνεργατικής Τράπεζας), και πολλοί άλλοι οι οποίοι οργάνωναν ένοπλες ομάδες.

Τα σχέδια αυτά της ελληνοκυπριακής άρχουσας τάξης διακηρύσσονταν σχεδόν ανοιχτά και έφταναν μέχρι τις απειλές προς τους τουρκοκύπριους: «Είναι προς το συμφέρον των ίδιων των τουρκοκυπρίων όπως τα αρνητικά στοιχεία των συμφωνιών αρθούν με τάξιν και σύναισιν προτού παρασύρει ταύτα ο λαίλαπας της ογκούμενης λαϊκής δυσφορίας»(περιοδικό "Αγων" Αύγουστος '63). 

Πράγματι αυτό που ακολούθησε ήταν λαίλαπα για τους τουρκοκύπριους. Τα ξημερώματα της 21ης Δεκεμβρίου του 1963, μετά από μια περίοδο έντασης των μυστικών προετοιμασιών και στις δυο πλευρές, μέσα απο ένα τυχαίο γεγονός, τη δολοφονία μιας τουρκοκύπριας, ξέσπασαν οι συγκρούσεις. Εκατοντάδες, κυρίως τουρκοκύπριοι νεκροί, πρόσφυγες και αγνοούμενοι - τα οστα πολλών από αυτούς ανακαλύπτονται σήμερα σε πηγάδια και αναγνωρίζονται με τη μέθοδο DNA.

Για πολλές μέρες οργίαζαν οι ένοπλες ομάδες, του Σαμψών και των άλλων πρωτοπαλλήκαρων που εξόπλισε ο Μακάριος και τις ένταξε ο Γιωρκάτζης στο σχέδιο Ακρίτας, φόνοι, λεηλασίες, βιασμοί και απέραντη καταστροφή. 

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η τουρκική άρχουσα τάξη επιδίωκε να μετακινήσει τους τουρκοκύπριους σε περιοχές με ομοιογενή τούρκικο πληθυσμό. Όμως ήταν η πολιτική της ελληνοκυπριακής άρχουσας τάξης και ο φόβος από αυτά τα εγκλήματα που έσπρωξε τους τουρκοκυπρίους να ακολουθήσουν τις επιλογές της ηγεσίας τους. 

Δυστυχώς σε όλη αυτή τη πορεία που οδήγησε στις συγκρούσεις και στον πόλεμο του 1963-64 δεν ήταν μόνο τα παλιά στελέχη της ΕΟΚΑ και οι δεξιοί πολιτικοί που πρωτοστάτησαν αλλά και άλλοι που θεωρούνται προοδευτικοί όπως ο Λυσσαρίδης και άλλα στελέχη της κατοπινής ΕΔΕΚ που είχαν δική τους ένοπλη ομάδα, και δικό τους καπετανάτο. 

Ακόμη και το ΑΚΕΛ που σήμερα καταδικάζει την προσπάθεια τότε του Μακάριου να τροποποιήσει το Σύνταγμα χωρίς την θέληση των τουρκοκυπρίων, την εποχή που συνέβαιναν αυτά τα γεγονότα υποστήριξε πλήρως και τον Μακάριο και τα πρωτοπαλίκαρα του. Υποστήριξε τα σχέδια τους για τροποποίηση του Συντάγματος. Αν υπήρχε κάποια κριτική που έκανε τότε το ΑΚΕΛ στην δεξιά και την κυβέρνηση του Μακάριου ήταν γιατί δεν του έδιναν την δυνατότητα να πάρει και αυτό μέρος στις εξελίξεις. Η "Χαραυγή" της εποχής είναι γεμάτη με καλέσματα για "εθνική ενότητα" και «εθνική συσπείρωση όλων των ελλήνων ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε πολιτικές, ιδεολογικές και άλλες διαφορές». Δεν υπάρχει όμως ούτε μια καταγγελία της κυβέρνησης ή των ενόπλων ομάδων για τα εγκλήματα τους σε βάρος των τουρκοκυπρίων. 

Υποκρισία

Είναι η μεγαλύτερη υποκρισία να βγαίνουν οι πρωταγωνιστές αυτών των επεισοδίων όπως έκανε ο Παπαδόπουλος σε συνέντευξη το ’76, που παρουσιάστηκε σε βίντεο που είδε πρόσφατα το φώς της δημοσιότητας και να παραδέχεται ότι οι τουρκοκύπριοι ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας και ότι ήταν «η μεγαλύτερη αποτυχία της ε/κ ηγεσίας το ότι δεν ακολούθησε πολιτικές που θα έδιναν στους τουρκοκύπριους ένα μεγαλύτερο μερίδιο στην ευημερία που η Κύπρος αποκτούσε.»

Είναι υποκρισία όχι μόνο γιατί τα λέει μετά την ήττα του ’74 αλλά γιατί η μόνη αποτυχία που ουσιαστικά αναγνωρίζουν είναι ότι δεν κατάφεραν τελικά να στραγγαλίσουν τους τουρκοκύπριους, οικονομικά και πολιτικά όπως σχεδίαζαν.

Είναι γεγονός ότι το 1973 στις διαπραγματεύσεις που διεξάγονταν απο τον Κληρίδη και τον Ντενκτάς  έφτασαν πολύ κοντά σε αυτό το στόχο, αφού οι τουρκοκύπριοι κάτω απο την τεράστια πίεση του οικονομικού και πολιτικού αποκλεισμού και της απομόνωσης στους θύλαμες, έφτασαν στο σημείο να δεχτούν σχεδόν και τα 13 σημεία του Μακάριου. Ομως και πάλι ο Μακάριος δεν δέχτηκε γιατί ήθελε περισσότερα. Δεν ήθελε με κανένα τρόπο να μοιραστεί την εξουσία μαζί τους. 

Ο ματωμένος Δεκέμβρης του ’63, τα όσα ακολούθησαν και τα σύνορα που δημιούργησαν όχι μόνο επι του εδάφους, αλλά κυρίως στις καρδιές και στα μυαλά των ανθρώπων, θα συνεχίσουν να μας στοιχειώνουν αν δεν αρχίσουμε να συζητάμε αυτά τα γεγονότα και αν δεν αναγνωρίσουμε αυτές τις πραγματικότητες. Αν δεν μιλήσουμε ανοικτά για αυτά τα εγκλήματα, αν δεν πούμε το φόνο, φόνο, το βιασμό, βιασμό και την λεηλασία, λεηλασία. Αν συνεχίζουμε να τα θεωρούμε πατριωτικά κατορθώματα, δεν μπορούμε να ελπίζουμε για ειρήνη και επανένωση. Ακόμη και αν φτάσουμε σε μια κοινά αποδεκτή συμφωνία, αυτή  θα κινδυνεύει να τιναχτεί στον αέρα από τους θαυμαστές και τιμητές του Σαμψών, του Γιωρκάτζη, του Παπαδόπουλου και των άλλων τουρκοφάγων του σχεδίου «Ακρίτας».